Σίτος

Το σίτο ή σιτάρι – όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται – όλοι τον γνωρίζουμε. Αποτελεί βασικό συστατικό της καθημερινής μας διατροφής και η επιστημονική ονομασία του είναι triticum sativum. Καλλιεργείται για το σπόρο του, που δίνει το σταρένιο αλεύρι και άλλα προϊόντα διατροφής, όπως τα μακαρόνια. Μια που βρισκόμαστε προ των εορταστικών τραπεζιών, ο σίτος και οι σιτολέξεις έχουν την τιμητική τους.

Γράφει η Σοφία Μουρούτη Γεωργάνα

Ο αρχικός λεκτικός τύπος ήταν σῖτος και είναι τόσο παλιός που τον συναντάμε στις πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής των Μυκηναίων ως si-to. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού οι Μυκηναίοι, διάσημοι για την εμπορική τους δραστηριότητα, ταξίδευαν παντού και σίγουρα θα μετέφεραν σιτοφορτία, για να μην πεθάνει ο κόσμος από την ασιτία. Για την ετυμολογική προέλευση έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες από τους ειδικούς. Αξίζει να σημειώσουμε μια ενδιαφέρουσα, του ολλανδού φιλολόγου και μελετητή της μυκηναϊκής γλώσσας Cornelis Jord Ruijgh (1930 – 2004) που θεωρεί ότι τὸν σῖτον τον ήξεραν ήδη οι Μινωίτες, δηλαδή αποτελεί μινωικό δάνειο. Το σιτάρι είναι μεσαιωνική, μεταγενέστερη συνεπώς λέξη, από το ελληνιστικό υποκοριστικό σιτάριον.

Τα σιτηρά είναι από τα πρώτα προϊόντα που καλλιέργησε ο άνθρωπος και γι’ αυτό οι αρχαίοι πολιτισμοί π.χ. αιγυπτιακός, βαβυλωνιακός ήκμασαν σε περιοχές όπου μπορούσε να καλλιεργηθεί ο σίτος.

Το πλήθος των λέξεων που έχουν ως βάση τους τὸν σῖτον δείχνει τη σημασία του για την επιβίωση του ανθρώπου. Γι’ αυτό η σίτιση (σίτισις) είναι ισοδύναμη με τη διατροφή. Η σιταρκία ή σιτάρκεια, συνεπώς, είναι η επάρκεια σε τροφές γενικά, ενώ το αντίθετό της είναι η σιτοδεία.

Ο πατέρας του ασώτου υιού στη γνωστή ευαγγελική περικοπή έσφαξε το μόσχο το σιτευτό, το μοσχαράκι που το σίτιζαν, για να παχύνει, ώστε να το φάνε. Αυτό σημαίνει ότι δεν το έβαζαν να κάνει εργασίες που θα το εξαντλούσαν. Σήμερα, όμως, όταν λέμε για έναν ή μία ότι έχει σιτέψει εννοούμε ότι έχει μεγαλώσει και δεν είναι κατάλληλος/η για παντρειά.

Στα αρχαία χρόνια και κυρίως στα ρωμαϊκά οι εισπράκτορες των γεννημάτων για χάρη του δημοσίου ονομάζονταν σιταγέρται (= ἀγείρω + σῖτον) ή σιτῶναι (σῖτον + ὠνέομαι = αγοράζω σιτάρι).

Ο χαρακτηρισμός σιτόκουρος (κείρω + σῖτον = κόβω το σιτάρι) ήταν προσβλητικός και λεγόταν γι’ αυτόν που ξόδευε, χωρίς να παράγει. Ήταν κάτι σαν παράσιτο, αφού και τα έντομα παράσιτα, ζουν δίπλα στο σιτάρι και φροντίζουν να προκαλούν ζημιές, εάν δεν εξοντωθούν με παρασιτοκτόνα. Διάσημο σιτηβόρο, σιτηφάγο ή σιτοφάγο έντομο είναι η ακρίδα.

Μερικούς συμπολίτες μας, που δεν πληρώνουν το φόρο τους, τους προσάπτουμε παρασιτισμό, το ότι ζουν, δηλαδή, σε βάρος των άλλων. Οι πολύ χοντροί σίγουρα υπερσιτίζονται, ενώ οι αδύνατοι υποσιτίζονται.

Οι Αθηναίοι τιμούσαν ιδιαίτερα τη θεά Δήμητρα, προστάτιδα της καρποφορίας. Την αποκαλούσαν αλλιώς Σιτώ.

Ο σιτιστής έχει την ευθύνη του επισιτιτισμού στο στρατό.

Εκτός από σιτάλευρο υπάρχει και αλεύρι αραβοσίτου, όπως και αραβοσιτέλαιο.

Στις ημέρες της κρίσης, που συνέπεσαν με το προσφυγικό ρεύμα προς τη χώρα μας, γνωρίσαμε πιο καλά τα συσσίτια.

Καλά όλα αυτά, αλλά όταν έρθει το καλοκαίρι θα πάτε, όπως είναι φυσικό, στην παραλία και σας ευχόμαστε να αποκτήσετε μια όμορφη σταρένια ή σταρόχρωμη επιδερμίδα.

Αν είστε στην εξοχή, το πρωί θα ακούτε τη σιταρήθρα ή αλλιώς κορυδαλλό να τραγουδά δυνατά και καθαρά!

*Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας