Η υποχρέωση των συντηρητικών απέναντι στον μεταμοντερνισμό – παγκοσμιοποίση!

7211

Καταφέρνοντας κανείς να ξεφύγει από την πνευματική λοβοτομή στην οποία έχει οδηγηθεί η Ελλάδα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, παρατηρώντας τις κοσμογονικές ανακατατάξεις που γίνονται σε διεθνές επίπεδο, αλλά και την αναταραχή που επικρατεί σε Αμερική και Ευρώπη, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια πραγματικά σαρωτική διαδικασία επαναπροσδιορισμού της πολιτικής ατζέντας, μέσα από μια σκληρή μάχη ανάμεσα σε αυτό που αποκαλείται μεταμοντερνισμός – παγκοσμιοποίηση και αστική φιλελεύθερη δημοκρατία. Σε μια απλοποιημένη μορφή και επειδή θεωρώ πλέον ξεπερασμένο το διαχωρισμό ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά, προτιμώ να οριοθετήσω αυτή τη μάχη ως μια μάχη ανάμεσα στις καθαρές συντηρητικές δυνάμεις (φιλελεύθερη δυτική δημοκρατία) και του αχταρμά του μεταμοντερνισμού – παγκοσμιοποίησης.

Γράφει ο Δημήτρης Απόκης

Τα τελευταία περίπου 75 χρόνια η μάχη μεταξύ αυτού που είχαμε συνηθίσει να αποκαλούμε δεξιά και αριστερά γίνονταν στη βάση πολιτικών οι οποίες είχαν ως στόχο να προσεταιριστούν την αποκαλούμενη μεσαία τάξη ή αυτό που στην πολιτική διαδικασία αποκαλείτο κέντρο. Από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά η πολιτική αντιπαράθεση στο δυτικό φιλελεύθερο κόσμο ήταν μια μάχη για το μεσαίο χώρο. Σε αρκετές περιπτώσεις τη μάχη αυτή την κέρδιζαν οι αποκαλούμενες Σοσιαλδημοκρατικές ή Εργατικοί στη Μεγάλη Βρετανία, με πολιτικές που αργά ή γρήγορα οδηγούσαν σε βιομηχανική αναρχία και τεράστιο κρατισμό με δυσκίνητο κρατικό μηχανισμό. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, κέρδιζαν οι Συντηρητικοί και απωθούσαν λίγο πίσω τον κρατισμό. Φωτεινά παραδείγματα αυτής της ανάσχεσης αποτέλεσαν ο Ρόναλντ Ρέηγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και η Μάργκαρετ Θάτσερ στη Μεγάλη Βρετανία.
Δυστυχώς, στη συνέχεια ήρθε το νέο – Εργατικό Κόμμα του Τόνι Μπλέρ και παρόμοια κόμματα (Κλίντον και η τραγωδία Ομπάμα) σε όλο το δυτικό κόσμο να ανακτήσουν και πάλι το μεσαίο χώρο. Αυτό στη συνέχεια εξελίχθηκε σε κόμματα και κυβερνήσεις που το προχώρησαν ακόμα πιο αριστερά και στο τέλος το τίναξαν στον αέρα καίγοντας μαζί και τα λεφτά των φορολογούμενων, κυρίως της μεσαίας αστικής τάξης. Αυτό δημιούργησε συνθήκες για την εμφάνιση μιας νέας γενιάς “Συντηρητικών”, τύπου Ντέηβιντ Κάμερον, Σαρκοζί, Μέρκελ κλπ. Όλη αυτή η περίοδος της εναλλαγής είχε ένα κοινό χαρακτηριστικό. Ότι εργάστηκε αποκλειστικά προς όφελος και προς ενίσχυση του πολιτικού κατεστημένου και των ελίτ, αυτού που σήμερα αποκαλούμαι κατεστημένο της παγκοσμιοποίησης, και ζει αποκλεισμένο από την πραγματική κοινωνία και τα προβλήματα της μεσαίας αστικής τάξης, στον πολυτελή γυάλινο πύργο του, τον οποίο έχει κτίσει ρουφώντας το μεδούλι της μεσαίας αστικής τάξης.
Την ίδια ώρα που βρίσκονταν σε εξέλιξη αυτή η τραγωδία για τη δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία, κάτω από την επιφάνεια βρίσκονταν σε εξέλιξη, μια αργή, σταθερή και επιζήμια αλλαγή, στην κουλτούρα και τον τρόπο ζωής των δυτικών κοινωνιών, προερχόμενη κυρίως από την αριστερά που επηρέασε τους Κλίντον, Μπλέρ και Ομπάμα, και τις πολιτικές που προώθησαν.
Οι θεωρητικοί αυτής της πολιτικής πιστεύουν στην σταδιακή αλλαγή μέσω τριβής και όχι στην ανοικτή επανάσταση. Σαν αποτέλεσμα αυτής της θεωρίας και στρατηγικής, εφαρμόστηκε μια πολιτική στον κρίσιμο χώρο της εκπαίδευσης – παιδείας όπου όλοι έπρεπε να αποκτήσουν πανεπιστημιακή μόρφωση. Στη Μεγάλη Βρετανία τα κατώτερου επιπέδου και τεχνικά σχολεία βαφτίστηκαν σε μια νύχτα πανεπιστήμια και στις ΗΠΑ, η ανώτατη εκπαίδευση διαβρώθηκε με δραματική εισροή κεφαλαίων από τις ελίτ του μεταμοντερνισμού – παγκοσμιοποίησης και τη χρηματοδότηση προγραμμάτων, που αργά αλλά σταθερά πότιζαν τις νέες γενιές με ιδεολογία και πρακτικές που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις παραδοσιακές αρχές τις δυτικής αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Σαν αποτέλεσμα τρίτης και τέταρτης κατηγορίας ιδρύματα εξισώθηκαν σε μια νύχτα, με την Οξφόρδη και το Κέμπριτζ. Ενώ το Χάρβαρντ, το Γεήλ και τα παραδοσιακά ανώτατα ιδρύματα στις ΗΠΑ, που δίδασκαν στις ΗΠΑ τις αξίες, τα γράμματα, τις τέχνες και τον πολιτισμό, της αστικής δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, έγιναν κέντρα μαζικής παραγωγής ανώτερων και ανώτατων στελεχών του μεταμοντερνισμού – παγκοσμιοποίησης μέσω προγραμμάτων αποδόμησης και δαιμονοποίησης όλων αυτών των παραδοσιακών αξιών και της λογικής του έθνους – κράτους.
Έχει περάσει πλέον μια ολόκληρη γενιά μέσα από αυτό το σύστημα, στο οποίο δίδασκαν σε συντριπτική πλειοψηφία “αριστεροί”, αποκαλούμενοι προοδευτικοί καθηγητές. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα ολόκληρο σύστημα αριστερών – προοδευτικών στελεχών που κυριαρχούν στις κρατικές δομές, στα πολιτικά συστήματα, στις δεξαμενές σκέψεις, φιλανθρωπικούς οργανισμούς και πάνω από όλα στα μέσα ενημέρωσης. Αυτό το κατεστημένο αρέσκεται να αποκαλεί τον εαυτό του κοινωνικά φιλελεύθερο και προοδευτικό. Αυτό, δυστυχώς, ακούγεται ελκυστικό, μέχρι να γίνει αντιληπτό ότι πρόκειται για ένα σύστημα κατάλυσης κάθε έννοιας αριστείας, κάθε αρχής και παράδοσης του δυτικού φιλελεύθερου πολιτισμού, με στόχο την αποδόμηση κάθε έννοιας εθνικού συμφέροντος και πατριωτισμού.
Στον αντίποδα οι συντηρητικοί, όλο αυτό το διάστημα δεν έχουν μια κεντρική φιλοσοφία, αλλά κάποιες ασαφείς θέσεις, του τύπου είμαστε υπέρ του μικρού κράτους, προβάλλοντας ταυτόχρονα τα προτερήματα του καπιταλισμού. Τους αρέσει να περιγράφουν τους εαυτούς τους σαν μια μεγάλη εκκλησία που καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού χώρου. Πολύ απλά προσπαθούν να καλύψουν το κενό τους με αόριστες διακηρύξεις. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, οι μόνες εξαιρέσεις σε αυτόν τον αχταρμά ήταν ο Ρόναλντ Ρέηγκαν και η Μάργκαρετ Θάτσερ, που ο καθένας στο χώρο του κατάφεραν χωρίς φανφάρες και αμπελοφιλοσοφίες να δημιουργήσουν ένα καθαρό μονοπάτι προς το συντηρητισμό. Μετά από αυτούς, οι Ρεπουμπλικάνοι που ακολούθησαν τον Ρέηγκαν, ο Τζόν Μέϊτζορ, ο Ντέηβιντ Κάμερον, και η τραγική σήμερα, Τερέζα Μέϊ, έχουν παρεκκλίνει από αυτή την πορεία με καταστροφικά για τη δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία, αποτελέσματα.
Στην ουσία προσπάθησαν και προσπαθούν, να γίνουν Κλίντον στη θέση του Κλίντον, Μπλέρ στη θέση του Μπλερ, και στην Ελλάδα ΠΑΣΟΚ στη θέση του ΠΑΣΟΚ. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει μια μακροχρόνια πορεία των συντηρητικών δυνάμεων προς την κατεύθυνση απομίμησης αυτών που διάβρωσαν και έπληξαν τη δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία και τις αρχές της.
Το αποτέλεσμα αυτής της καταστροφικής πορείας αποποίησης των παραδοσιακών συντηρητικών – φιλελεύθερων αξιών, έχει δημιουργήσει το φιλοσοφικό κενό που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Τις περισσότερες φορές που συντηρητικές δυνάμεις βρέθηκαν στην εξουσία, προσπαθώντας να μιμηθούν τους μεταμοντερνιστές της παγκοσμιοποίησης, απέτυχαν να διαμορφώσουν μια καθαρή κατεύθυνση για τις χώρες τους. Συνήθως πρότασσαν την μπαρούφα του πραγματιστή, με αποτέλεσμα να άγονται και να φέρονται όπου φυσά ο άνεμος. Αυτό το κενό καλύπτονταν, και συνεχίζει και σήμερα, να καλύπτεται από τους κρατικούς μηχανισμούς, οι οποίοι αντί, όπως καλούν οι αρχές της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, να είναι ουδέτεροι, αποτελούν εκφραστές και εκτελεστές της ατζέντας του μεταμοντερνισμού – παγκοσμιοποίησης. Στην ουσία οι ηγεσίες και οι ελίτ των συντηρητικών ανά τον κόσμο έχουν διαβρωθεί κοινωνικά και πολιτιστικά στα σαλόνια του συστήματος των μεταμοντερνιστών – παγκοσμιοποίησης, με αποτέλεσμα να έχουν γίνει μια άλλη αλλα στην ουσία ίδια γεύση αυτού του συστήματος.
Αυτό έχει οδηγήσει τις πολιτικές ελίτ των συντηρητικών να καλύπτουν ένα χώρο που είναι μη αποδεκτός από τις αστικές – κεντρώες και όχι μόνο δυνάμεις που σε άλλη περίπτωση θα τους ψήφιζαν. Την ίδια στιγμή το Σοσιαλιστικά Κόμματα και οι Εργατικοί στη Μεγάλη Βρετανία, έχουν μετακινηθεί πιο πολύ προς τα αριστερά. Δηλαδή τα δύο κυρίαρχα πολιτικά συστήματα των τελευταίων δεκαετιών, έχουν απομακρυνθεί δραματικά από τη βάση των ψηφοφόρων τους, και στην πραγματικότητα από τις κοινωνίες τους.
Το αποτέλεσμα αυτής της απομάκρυνσης, έχει οδηγήσει στο φαινόμενο που ζούμε σήμερα, δηλαδή τη δημιουργία δύο στρατοπέδων (τα βλέπει κανείς στις ΗΠΑ με τον Τράμπ, στη Μεγ. Βρετανία με το Brexit) χωρίς να υπάρχει πλέον τίποτα στο μεσαίο χώρο. Αυτό δεν συνέβη μέσα σε μια νύχτα, είναι μια διαδικασία που έχει ξεκινήσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ και οι Εργατικοί στη Μεγάλη Βρετανία έχουν χάσει μεγάλο μέρος της δεξαμενής των ψηφοφόρων τους, και το ίδιο συμβαίνει με τους Ρεπουμπλικάνους στις ΗΠΑ και τους Συντηρητικούς στη Μεγάλη Βρετανία.
Δημοκρατικοί και Εργατικοί θα μπορούσε εύκολα να πει κανείς ότι το έχουν πλέον τερματίσει και έχουν πλήρως παραδοθεί στο μεταμοντερνισμό – παγκοσμιοποίηση.
Ταυτόχρονα, οι Συντηρητικοί σε Αμερική και κυρίως στην Ευρώπη, χάνουν τους αστούς νοικοκύρηδες, που αισθάνονται ότι έχουν προδοθεί από τις political correct, την πολιτική ορθότητα, την ανεξέλεγκτη μετανάστευση, την κατάρρευση κάθε έννοιας ασφάλειας, νόμου και τάξης, το ξεπούλημα εθνικού συμφέροντος και την δαιμονοποίηση κάθε έννοιας πατριωτισμού.
Οι κοινωνίες και τα εκλογικά σώματα σε όλο το δυτικό κόσμο, αισθάνονται ότι δεν τους εκπροσωπεί κανένας στα πολιτικά τους συστήματα, με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε μια επανάσταση εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας που βιώνουν σήμερα, και η οποία δεν έχει καμία σχέση με την παραδοσιακή αστική φιλελεύθερη δυτική δημοκρατία.
Οι πολιτικές ελίτ γαλουχημένες, ξεπουλημένες και εγκλωβισμένες, στο σύστημα μεταμοντερνισμού – παγκοσμιοποίησης, αδυνατούν να κατανοήσουν τις ανάγκες των ψηφοφόρων, κάτι που αποτελεί την πεμπτουσία της αστικής φιλελεύθερης δυτικής δημοκρατίας. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας διακυβέρνησης μιας χώρας με γνώμονα τα συμφέροντα του έθνους.
Δυστυχώς, τα συντηρητικά κόμματα σε όλο το δυτικό κόσμο, διαβρωμένα από το μεταμοντερνισμό – παγκοσμιοποίηση, έχουν απωλέσει το συγκριτικό πλεονέκτημα που είχαν σε αυτό το θέμα και αντι να προσπαθούν να ανταποκριθούν σε αυτή την αγωνία των ψηφοφόρων και των κοινωνιών, προσφεύγουν σε μια στρατηγική καμουφλάζ και δημιουργίας μιας πλασματικής εικόνας με στόχο την προσωρινή ικανοποίηση του εκλογικού σώματος, έτσι ώστε να παραμείνουν ή να ανακτήσουν την εξουσία. Δεν προσπαθούν να κατανοήσουν τις ανάγκες του εκλογικού σώματος, και απλά δημιουργούν μια επικοινωνιακή εικόνα απλής προσέλκυσης του.
Στην καρδιά του μεταμοντερνισμού – παγκοσμιοποίησης βρίσκεται η ιδέα ότι όλα τα προβλήματα στον κόσμο έχουν προκληθεί από την αστική φιλελεύθερη δυτική δημοκρατία, και η λύση είναι αποδόμηση και η καταστροφή της.
Τα αποτελέσματα του μεταμοντερνισμού – παγκοσμιοποίησης είναι η χρήση των χρημάτων των φορολογουμένων, για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων περιθωριακών ελίτ και περιθωριακών κοινωνικών ομάδων, με ταυτόχρονη κατάρρευση κάθε έννοιας ασφάλειας νόμου και τάξης για την μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Η προώθηση της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης και ο χαρακτηρισμός από το σύστημα οποιουδήποτε ασκεί κριτική ως ακροδεξιού, ρατσιστή και λαϊκιστή.
Τα συντηρητικά κόμματα έχουν προδώσει τη φιλελεύθερη αστική δυτική δημοκρατία, με την απροθυμία τους να συγκρουστούν με τον μεταμοντερνισμό – παγκοσμιοποίηση, και τις αριστερές ελίτ, και την ταυτόχρονη προσπάθεια τους να γίνουν αρεστά από αυτό το σύστημα και αυτές τις ελίτ. Φοβούνται να προτάξουν με κρυστάλλινη σαφήνεια τις παραδοσιακές τους αρχές που ήταν ανέκαθεν και το βασικό τους πλεονέκτημα, δηλαδή, εθνικό συμφέρον, πατριωτισμός, νόμος και τάξη για όλους, αριστεία, και αξιοκρατία. Στην πορεία τους αυτή πούλησαν τη βασική δεξαμενή των υποστηρικτών τους που είναι η μεσαία αστική τάξη.
Το τραγικό αποτέλεσμα αυτής της αποτυχίας των συντηρητικών είναι ότι κόμματα πυροτεχνήματα και δημαγωγοί πολιτικοί καλύπτουν όλο και περισσότερο αυτό το κενό. Φουντώνει μέρα με την ημέρα όλο και περισσότερο μια τεράστια αίσθηση απελπισίας και απογοήτευσης για το status quo και αυτό αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει σε μια αυξανόμενη κίνηση προς την εθνική ανυπακοή και διαμαρτυρία.
Στην Ελλάδα παραδοσιακά ακολουθούμε αυτές τις εξελίξεις με χρονοκαθυστέρηση, αν και αυτή τη φορά ο χρόνος έχει πυκνώσει και οι εξελίξεις στο εξωτερικό τείνουν να συμβαδίσουν με αυτές στο εσωτερικό. Διαβάζοντας κανείς όλα τα παραπάνω, είναι αδύνατον να μην κάνει τη σύνδεση με αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αλλά και πριν, με μια μικρή αλλά βραχύβια εξαίρεση το διάστημα 2012 – 2015.
Αποτελεί, υποχρέωση των συντηρητικών να επιστρέψουν άμεσα στο μονοπάτι, τις αρχές και τις αξίες, της αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, και ξεπερνώντας το φοβικό σύνδρομο που της χαρακτηρίζει να αποκοπούν από τη στρατηγική της απομίμησης, δίνοντας σκληρά και με ξεκάθαρο πατριωτικό, εθνικό, φιλελεύθερα αστικό δημοκρατικό λόγο τη μάχη απέναντι στον επικίνδυνο μεταμοντερνισμό – παγκοσμιοποίηση.

*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.