Εικόνες της δεκαετίας του ’30

 -  18:15

659

*του Guillermo Altares

Η επιστροφή στη δεκαετία του 1930 έχει μετατραπεί σε ένα σύνθημα το οποίο επαναλαμβάνουν ιστορικοί και πολιτικοί, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος Μακρόν, για να επισημανθούν οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι δυτικές δημοκρατίες από τους λαϊκιστές. Όταν γίνεται αναφορά σε εκείνη την εποχή, υπενθυμίζονται οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 1929, αλλά κυρίως η καταστροφή των δημοκρατιών που ανέκυψαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σημαντικότερη αναφορά είναι η 30ή Ιανουαρίου του 1933, όταν ο πρόεδρος Πάουλ φον Χίντενμπουργκ όρισε καγκελάριο τον Αδόλφο Χίτλερ. Ηταν μια απόφαση που θα οδηγούσε στη μεγαλύτερη καταστροφή της ιστορίας.

Σε άρθρα, δοκίμια, πολιτικές ομιλίες, εκθέσεις, αλλά ακόμη και σε τηλεοπτικές σειρές όπως η Babylon Berlin, η μεγαλύτερη υπερπαραγωγή της γερμανικής τηλεόρασης, αναφέρεται εκείνη η τρομερή στιγμή δημοκρατικής αυτοκτονίας χωρίς να έχει προηγηθεί εξωτερική επίθεση. Δημοκρατίες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ουγγαρία, η Πολωνία ή η Βραζιλία έχουν πέσει στα χέρια ηγετών που δεν πιστεύουν στους κανόνες του κράτους δικαίου ούτε στους θεσμούς. Και δεν το κρύβουν. Στο μεταξύ τα πολιτικά προβλήματα προκαλούν εκρήξεις στους δρόμους, όπως έδειξαν τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία.

«Με έχει σοκάρει η ομοιότητα ανάμεσα στις στιγμές που ζούμε και την περίοδο του μεσοπολέμου», είπε στις αρχές Νοεμβρίου ο πρόεδρος Μακρόν. Ο πρώην ηγέτης των βρετανών Φιλελευθέρων Πάντι Ασντάουν ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός. Εκφράζοντας τη φρίκη του για τις ομοιότητες με τη δεκαετία του ’30, είπε πως «όλα καταρρέουν».

Η συζήτηση έχει φουντώσει και μεταξύ των ερευνητών. Υπάρχουν εκείνοι που διαφωνούν με τον παραλληλισμό, όπως ο Σερζ Μπερνστάιν, συγγραφέας του βιβλίου «Η Γαλλία της δεκαετίας του ‘30». Όπως έγραψε στη Monde, «η ιστορία δεν αποτελεί μια θετική επιστήμη όπου τα ίδια αίτια προκαλούν τα ίδια αποτελέσματα». Οι περισσότεροι ερευνητές όμως ανησυχούν, αν και αναγνωρίζουν ότι τα περισσότερα από όσα έγιναν τότε οφείλονταν στον Α’Παγκόσμιο Πόλεμο – και τώρα δεν υπάρχει τίποτα που να μοιάζει με εκείνο τον κατακλυσμό.

Μεγάλο θόρυβο προκάλεσε ένα άρθρο του ιστορικού Κρίστοφερ Μπράουνινγκ στην επιθεώρηση New York Review of Books. Ο Μπράουνινγκ δεν είναι ένας οποιοσδήποτε ιστορικός: είναι ένας από τους μεγαλύτερους ειδικούς του Ολοκαυτώματος, συγγραφέας του βιβλίου «Συνηθισμένοι Ανθρωποι» που τη δεκαετία του 1990 έκανε πάταγο καθώς αναφερόταν στη συμμετοχή των καθημερινών Γερμανών στις ναζιστικές θηριωδίες. Και δεν κρύβει ότι βλέπει ομοιότητες ανάμεσα στη δεκαετία του ’30 και στον απομονωτισμό των ΗΠΑ, για παράδειγμα, ή τον νέο αυταρχισμό που κρύβεται πίσω από τη θεωρία του Ορμπαν για τις «αντιφιλελεύθερες δημοκρατίες». Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά: πως λείπει οτιδήποτε που να μοιάζει με τη ναζιστική βαρβαρότητα.

Ο Μπράουνινγκ και άλλοι ιστορικοί βλέπουν έναν καθαρό και ανησυχητικό παραλληλισμό: τη συνεργασία ορισμένων κομμάτων της παραδοσιακής Δεξιάς με αντιδημοκρατικές δυνάμεις που καταλήγουν να τα απορροφήσουν. «Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ έφτασαν στην εξουσία χάρις στη συμμαχία ανάμεσα σε φασίστες και συντηρητικούς απέναντι στη διαίρεση και τον διχασμό της Αριστεράς», τονίζει. Ανάλογη θέση εκφράζει και ο Τίμοθι Σνάιντερ, που το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται «Ο δρόμος προς την ανελευθερία». Το συμπέρασμα που μπορούν να βγάλουν οι σημερινοί συντηρητικοί είναι σαφές, έγραψε στους New York Times: μην παραβιάζετε τους κανόνες που κρατούν τη δημοκρατία ενωμένη, γιατί μια μέρα θα χρειαστείτε την τάξη. Και μην καταστρέφετε τους αντιπάλους που σέβονται αυτούς τους κανόνες, γιατί μια μέρα θα σας λείψουν.

Ο Σνάιντερ έγραψε αυτή τη φράση σε μια παρουσίαση του βιβλίου του ιστορικού Μπέντζαμιν Κάρτερ Χετ για τον «Θάνατο της δημοκρατίας». Για να λειτουργήσει μια δημοκρατία, τόνισε, πρέπει όλα τα κόμματα να διέπονται από ορισμένες αρχές και να πιστεύουν ότι οι συμβιβασμοί είναι δυνατοί και αναγκαίοι. Στη δεκαετία του ’30, το πνεύμα αυτό είχε εξαφανιστεί και η γερμανική κοινωνία ήταν διχασμένη.

Το συμπέρασμά του είναι ενθαρρυντικό και ανησυχητικό. «Λίγοι Γερμανοί μπορούσαν να φανταστούν το 1933 την Τρεμπλίνκα ή το Αουσβιτς. Είναι δύσκολο να τους επιρρίψουμε ευθύνη επειδή δεν προέβλεψαν το αδιανόητο. Παρ’όλα αυτά, το λάθος τους ήταν καταστροφικό. Εμείς έχουμε ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντί τους: έχουμε το παράδειγμά τους μπροστά μας».

 

* Ο Γκιγιέρμο Αλτάρες είναι αρθρογράφος της El Pais