The Good Dusk Artist – Carl Barks

463

*Του Κώστα Κωτούλα

Ο Γουώλτ Ντίσνεϋ ήταν ένας εξαιρετικά παραγωγικός και εμπνευσμένος δημιουργός. Συνέβαλε στη γιγάντωση των κόμιξ και των καρτούν, παρήγαγε ταινίες, ήταν ηθοποιός, προχώρησε την τεχνολογία του κινηματογράφου, έφτιαξε τη Ντίσνεϋλαντ, δημιούργησε το Μίκυ Μάους. Ίδρυσε και την Ντίσνεϋ. Ναι, αυτή που ό,τι πιάνει το καταστρέφει (Star Wars, Hannah Montana, Frozen κ.α.), γιατί έχει μια εντελώς στρεβλή αντίληψη του τι είναι σωστό για τα παιδιά.

Ο Καρλ Μπαρκς πάλι ήταν μία διάνοια. Γεννήθηκε λίγους μήνες πριν τον Ντίσνεϋ, στις αρχές του 1901, στην οικογενειακή φάρμα των Μπαρκς στο Μέριλλ του Όρεγκον (μια “πόλη” με πληθυσμό λίγο πάνω από 800 άτομα, στην οποία δε θα αφιέρωνε ούτε πινακίδα το Λούκυ Λουκ). Μέχρι τα 15 του, η οικογένειά του μετακόμισε αρκετές φορές, για να καταλήξει όμως πάλι στο Μέριλλ. Στην ηλικία αυτή ο Μπαρκς έχασε τη μητέρα του, άρχισε να χάνει την ακοή του και αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο, γιατί ήταν πολύ μακριά από το σπίτι του. Κάπου εκεί άρχισε να επιδίδεται σε χειρωνακτικές δουλειές, τις μόνες πρόσφορες σε μια αγροτική περιοχή, αλλάζοντας όμως διαρκώς απασχόληση. Και έτσι γνώρισε την μη σταθερή εργασία αλλά και τη νοοτροπία των ανθρώπων της αμερικάνικης επαρχίας των αρχών του προηγούμενου αιώνα: και τους σκληρούς και τους πονηρούς.

Παράλληλα με τις περιπλανήσεις από τόπο σε τόπο και από δουλειά σε δουλειά, ο Μπαρκς είχε και το χόμπι της ζωγραφικής. Όχι σπουδαία πράγματα, όχι πίνακες και τοιχογραφίες. Μάλλον στριπάκια από κόμιξ (που εκείνη την εποχή διάβαζε σε εφημερίδες) έκανε, παρά κάτι περισσότερο. Όμως αυτό ήταν αρκετό ώστε λίγο πριν κλείσει τα 18 του να φύγει από το σπίτι του και να αναζητήσει την τύχη του στην Καλιφόρνια. Η δουλειά του σχεδιαστή δεν απέδιδε πολλά, όμως ο Μπαρκς μπόρεσε μέσα από αυτή να συντηρηθεί (αυτός και η οικογένειά του) και να περιμένει μέχρι το 1935. Κάπου εκεί πληροφορήθηκε ότι ο Ντίσνεϋ (ο οποίος ήδη από το 1928 είχε παρουσιάσει στο κοινό τον καταπληκτικό -αλλά, ομολογουμένως, κάπως πληκτικό- ποντικό του) έψαχνε σχεδιαστές. Δοκιμάστηκε με επιτυχία και ξεκίνησε να δουλεύει εκεί ως σχεδιαστής. Μια από τις σημαντικότερες γνωριμίες που έκανε στη νέα του δουλειά ήταν ένα ευέξαπτο, ανυπόμονο, αδέξιο, αλλά πολύ σπιρτόζικο και φιλότιμο και φιλόδοξο παπί, το οποίο έκλεινε τον πρώτο χρόνο ζωής του. Ο Ντόλαντ Φώντλεροϋ Ντακ.

Ως σχεδιαστής ο Μπαρκς μπόρεσε σύντομα να περάσει στο τμήμα ιστοριών των Στούντιο Ντίσνεϋ, καθώς έδειξε ότι είχε ιδέες να συνεισφέρει. Παράλληλα, το προαναφερθέν παπί, ο Ντόναλντ Ντακ αναβαθμίστηκε, έφυγε από το Μίκυ Σίτυ και απέκτησε δική του σειρά ιστοριών. Χρυσή ευκαιρία για τον Μπαρκς να αφιερωθεί αποκλειστικά στην αφήγηση των περιπετειών του Ντόναλντ.

Η συνεργασία του Μπαρκς με την Ντίσνεϋ κράτησε μέχρι το 1942, όταν ο σχεδιαστής αποχώρησε δυσαρεστημένος από τις συνθήκες εργασίας. Όμως η σχέση του με τον Ντόναλντ παρέμεινε. Και συνέχισε να γράφει και να σχεδιάζει ιστορίες του για τη Western Publishing (πάντα για τη Ντίσνεϋ, αλλά εκτός στούντιο Ντίσνεϋ). Σχεδίασε εκατοντάδες ιστορίες του Ντόναλντ, αναδεικνυόμενος έτσι ως ο πιθανώς πιο αξιόπιστος (αν και εδώ υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση) και σίγουρα ο πιο αναλυτικός και λεπτομερής βιογράφος του παπιού.

Και δεν έμεινε εκεί: έδωσε στον Ντόναλντ μια δική του πόλη, τη Λιμνούπολή (Duckbourg) που την ίδρυσε στα μέσα του 1800 ο προ-προ-πάππους του Ντόναλντ, ο Cornelius Coot, του έδωσε οικογένεια (τα τρία ανιψάκια, το Huey, το Louie και τον Dewey, που ήταν και Μικροί Εξερευνητές – Junior Woodchucks), του έδωσε αρραβωνιαστικά (τη Daisy Duck), του έδωσε έναν εκνευριστικά τυχερό ξάδερφο (Gastone Gander).

Α, του έδωσε και έναν πάμπλουτο θείο, τον Scrooge McDuck, ο οποίος, ερχόμενος στη Γη των Ευκαιριών από τα Ζοφερά Βάθη των Σκωτσέζικων Highlands κατάφερε με το να είναι “πιο σκληρός από τους σκληρούς και πιο πονηρός από τους πονηρούς” (tougher than the toughies and smarter than the smarties) να γίνει το πιο πλούσιο παπί του κόσμου και ταυτόχρονα ο πιο μεγάλος μπελάς του Ντόναλντ και ο ημιμόνιμος εργοδότης του, με τη σταθερή και ανεπηρέαστη από πληθωρισμό και το χρόνο αμοιβή: τρεις δεκάρες την ώρα! Και ο Σκρουτζ, πλαισιώθηκε από τον Μπαρκς όχι από φίλους, όπως ο Ντόναλντ, αλλά από αντιπάλους: τους ανταγωνιστές Τζων Ρόμπαξ (John D. Rockerduck) και Σκληρόκαρδο Χρυσοκούκη (Flintheart Glomgold), τη μάγισσα Μάτζικα ντε Σπελ και τους τρομερούς Μουργόλυκους (Beagle Boys) οι οποίοι εποφθαλμιούν τη θέση του στην κορυφή της λίστας των πιο πλούσιων παπιών του κόσμου, την πρώτη τυχερή δεκάρα του (αν και ο Σκρουτζ θα εξοργιζόταν αν μάθαινε ότι η δεκάρα θεωρείται τυχερή) ή, τέλος πάντων, οποιοδήποτε κομμάτι της περιουσίας του. Και, φυσικά, μαζί με το Σκρουτζ πάει και η Goldie O’Gilt, a.k.a. Glittering Glodie, η χορεύτρια σε καμπαρέ στο Κλοντάικ η οποία προσπαθεί να “μαδήσει” το νεαρό Σκρουτζ ο οποίος μόλις βρήκε χρυσό κάπου στο Γιούκον (και ποιος θα φανταζόταν χαρακτήρα στο σύμπαν του Ντίσνεϋ χορεύτρια σε καμπαρέ).

Ο Σκρουτζ, ο οποίος συντομότατα εξελίχθηκε σε κεντρικό χαρακτήρα της Λιμνούπολης, έχει πολλά από τα στοιχεία του Ντόναλντ (αν και λιγότερο ευέξαπτος), αλλά και δύο βασικές διαφορές. Ο Σκρουτζ πέτυχε τους στόχους του, και μάλιστα χωρίς να του χαριστεί τίποτε και αγαπά το χρήμα όσο ο συνονόματός συμπατριώτης του της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας (το αγαπά βεβαίως γιατί δεκάρα τη δεκάρα το κέρδισε με τη δουλειά του). Αντίθετα, ο Ντόναλντ μέχρι τώρα δεν έχει καταφέρει κάτι πέραν του να τον αγαπά όλος ο κόσμος παρά το δύστροπο του χαρακτήρα του, όσο για το χρήμα… καλό είναι, για να αγοράζει μιλκ-σέικ.

Η μεγάλη επιτυχία του Μπαρκς (και των παπιών, αλλά μάλλον είναι ένα και το αυτό) είναι ότι δεν έφτιαξε μια ακόμα παραλλαγή των ποντικιών με ρύγχος και μεμβράνες στα δάχτυλα, αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό. Οι ποντικοί και οι σκύλοι του Μίκυ Σίτυ δεν έχουν να επιδείξουν κάτι ιδιαίτερο ως χαρακτήρες: είναι απλώς τα “καλά παιδιά”. Ήρεμοι, έξυπνοι, δραστήριοι, πάντα επιτυχημένοι, πάντα πολιτικορθάκηδες, πάντα πρόθυμοι για ένα ηθικό δίδαγμα -με μόνη εξαίρεση το Γκούφυ, ο οποίος για το λόγο αυτό καταφέρνει να είναι ο μόνος γνήσια ενδιαφέρων κάτοικος του Μίκυ Σίτυ. Οι κάτοικοι του Μίκυ Σίτυ είναι το Ποτάμι (όπως θα λέγαμε σε μια άλλη, εξίσου γραφική γωνιά του πλανήτη μας). Ο Μπαρκς και τα παπιά ξέφυγαν από αυτό το πλαίσιο και αναβάθμισαν σημαντικά το σύμπαν του Ντίσνεϋ. Τα παπιά (προσοχή! όχι τα θηλαστικά του σύμπαντος του Ντίσνεϋ, αλλά τα ωοτόκα!) είναι σχεδόν άνθρωποι. Με ανθρώπινες αδυναμίες και αντιδράσεις και με ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αν εξαιρέσει κανείς ότι κυκλοφορούν διαρκώς ημίγυμνοι, από τη μέση και κάτω. Είναι νευρικά, κάνουν λάθος σκέψεις και εκτιμήσεις, τρώνε διαρκώς τα μούτρα τους, είναι υπεραισιόδοξα, δε βλέπουν τη δική τους καμπούρα. Τους πιάνουν τεμπελιές, τους πιάνουν μαύρες, τους πιάνει δημιουργικός οίστρος και κρίση υπερδραστηριότητας. Ειδικά ο Ντόναλντ πέφτει και ξαναπέφτει και ξαναπέφτει -καμιά φορά σηκώνεται κιόλας! Περνάει την ώρα του ανάμεσα σε δουλειές του ποδαριού, σε κακοπληρωμένες δουλειές για το θείο Σκρουτζ και στην προσπάθεια να λουφάρει. Ακόμα και οι περιφερειακοί χαρακτήρες έχουν καταφέρει να συνδεθούν στη συνείδηση των αναγνωστών με ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Δεν είναι τυχαίο ότι συνδέουμε το Θείο Σκρουτζ με την τσιγκουνιά, το Γκαστόνε με την τύχη, τον Κύρο Γρανάζη με την ευφυΐα: αυτό είναι έργο Μπαρκς.

Επίσης, μέσα από τις παπιοϊστορίες, ο Μπαρκς κατάφερε να ασχοληθεί με θεματολογία ασυνήθιστη για τα κόμικς, ακροθιγώς φυσικά, όσο δηλαδή του επέτρεπε το μέσο έκφρασής του. Έγραψε για το περιβάλλον και την αγάπη για τη γη, για τη φυσική ομορφιά και για την επίδραση της ανθρώπινης (παπίσιας) δραστηριότητας σε αυτά. Έγραψε για την τεχνολογία και την πιθανότητα αυτή να ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Έγραψε για την εκπαίδευση, για τα σχολεία, για το σκασιαρχείο (είπαμε, τα ανιψάκια είναι κανονικά παπιά, όχι τίποτε ποντίκια). Συχνά παρουσίαζε το Ντόναλντ ως υπόδειγμα οικογενειάρχη. Στήριξε πλήθος ιστοριών του στην Ιστορία ή τη Μυθολογία. Έγραψε ιστορίες, πολλές ιστορίες, για το κυνήγι του πλούτου, όχι χωρίς κάποια επιφυλακτικότητα απέναντί του. Για τον ανταγωνισμό -με ακόμα περισσότερη επιφυλακτικότητα και καυστική περιγραφή των άκρων στα οποία αυτός μπορεί να οδηγήσει. Και φιλοτεχνούσε μέσα από τις ιστορίες του μια τομογραφία της Αμερικάνικης κοινωνίας της εποχής του. Από μία οπτική, οι ιστορίες του Μπαρκς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ηθογραφικές (υπήρχαν βέβαια και θέματα που δεν άγγιζε, αλλά εδώ οι πονηρεμένοι μπορούν να διαγνώσουν την επιρροή της Ντίσνεϋ που πάντα φρόντιζε να κινείται “εντός γραμμής”).

Ταυτόχρονα, ο Μπαρκς παγίωσε το δικό του στυλ (στην απεικόνιση των πρωταγωνιστών, στην απεικόνιση του φόντο, στην εξέλιξη των ιστοριών), ώστε το κοινό να τον αναγνωρίζει παρ’ ότι δεν υπέγραφε τις ιστορίες του, παρά μόνο μερικές φορές με ένα εικονίδιο ενός σκύλου που γαυγίζει. Και, αφού δεν ήξερε το όνομά του, στους κύκλους των φίλων των παπιών απέκτησε το (φιλολογικό) παρατσούκλι “ο καλός παπιοκαλλιτέχνης” (The Good Duck Artist). Το όνομά του μαθεύτηκε μόνο μετά από δύο παραγωγικές δεκαετίες, στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 άρχισε να μειώνεται η παραγωγικότητά του. Συνέγραφε πιο αραιά και πάντως όχι περιοδικά τις ιστορίες του, κατά κανόνα μετά από συνεννόηση με τον εκδότη του για την επόμενη κυκλοφορία και επικεντρωνόταν ιδίως στις ελαιογραφίες, μέχρι που η Ντίσνεϋ ζήτησε αυτές να σταματήσουν, για εμπορικούς λόγους.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του επέστρεψε στο Όρεγκον, πιθανώς για να αποφύγει την πολυκοσμία της Καλιφόρνια. Ωστόσο, δεν απομονώθηκε εντελώς -εξακολουθούσε να τιμά τους φίλους των Κόμικς σε Συνέδρια Κόμικς.

Πέθανε τον Αύγουστο του 2000, σε ηλικία 99 ετών.

Τα παπιά ζούνε ακόμη.

Και δε γερνούν ούτε μέρα!