Ο σκύλος διασώστης Μπινζί, ηλικίας σήμερα 11 χρόνων, είναι γνωστός ως ήρωας που βοήθησε να σωθούν 13 άνθρωποι από τα ερείπια που άφησε πίσω του ο καταστροφικός σεισμός, που έπληξε την κομητεία Γουεντσουάν της επαρχίας Σιτσουάν, πριν από δέκα χρόνια. Παρότι η ηλικία των 11 χρόνων στα σκυλιά αντιστοιχεί στα 70 ανθρώπινα έτη, ο Μπινζί, το πανέμορφο μαυρόασπρο Αγγλικό Σπρίνγκερ Σπάνιελ, εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του.
Στις 12 Μαΐου 2008 διασώστες από όλο τον κόσμο συνέρρευσαν στην περιοχή μετά την καταστροφή που στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Ο Μπινζί ήταν ανάμεσα στους έξι σκύλους και στους 100 πυροσβέστες που έσπευσαν επιτόπου. Ήταν η πρώτη φορά που ο εκπαιδευτής του, ο Ουάνγκ, πήγε μαζί με τον Μπινζί, ηλικίας ενός έτους τότε, σε περιοχή που επλήγη από τον σεισμό. Όπως διηγείται σήμερα ο Ουάνγκ, όταν έφθασαν στην περιοχή αντίκρισαν την απόλυτη καταστροφή. Ο ίδιος ο Ουάνγκ φοβόταν όταν άκουσε μάλιστα ότι υπάρχει το ενδεχόμενο μετασεισμών. Αλλά και ο Μπινζί ήταν ανήσυχος και άρχισε να τρέχει πάνω – κάτω. Για να τον χαλαρώσει τον αγκάλιασε σφιχτά και έμειναν έτσι αρκετά λεπτά.
Στις 14 Μαΐου, τη δεύτερη ημέρα της αποστολής τους, ο Μπινζί έγινε ήρωας.
Μισή ώρα αφότου έφθασαν στην περιοχή που ήταν κάποτε το νηπιαγωγείο του Μπεϊτσουάν, ο Μπινζί πάλευσε να ξεφύγει από το λουρί και γαύγιζε σαν τρελός κοντά σε μία ρωγμή. Οι διασώστες τον ακολούθησαν, πήγαν κοντά στη ρωγμή και τότε άκουσαν μια αδύναμη παιδική φωνή να καλεί για βοήθεια. Όταν ο Μπινζί είδε τους διασώστες να ξεκινούν το έργο τους σταμάτησε αμέσως να γαυγίζει και έφυγε για να συνεχίσει, μυρίζοντας τα υπόλοιπα ερείπια. Οι διασώστες χρησιμοποίησαν ειδικές υδραυλικές ράβδους για να απομακρύνουν τα τσιμέντα και καθάρισαν ένα – ένα τα χαλίκια πριν τραβήξουν με μεγάλη προσοχή το κοριτσάκι από τα ερείπια. Η εξάχρονη μικρή ήταν καλά προστατευμένη από την δασκάλα της η οποία την κάλυψε με το σώμα της για να την σώσει. Δυστυχώς η ηρωική δασκάλα ήταν νεκρή. Σήμερα, η έφηβη πλέον Ρεν Σιγιού είναι μαθήτρια λυκείου. Ο Μπινζί εντόπισε συνολικά 13 ανθρώπους ζωντανούς στα ερείπια, ενώ η ομάδα διάσωσης από την πυροσβεστική υπηρεσία του Τσιανγκσού διέσωσε 39 ανθρώπους.
Κατά τη διάρκεια της 10ήμερης αποστολής τους, ο Ουάνγκ κι ο Μπινζί ξυπνούσαν με το πρώτο φως της ημέρας και επέστρεφαν τα μεσάνυχτα. Ο Μπινζί υποτίθεται ότι έπρεπε να κοιμάται έξω από τη σκηνή του Ουάνγκ. Την πρώτη νύχτα όμως ο τετράποδος διασώστης δεν μπορούσε να κοιμηθεί και γαύγιζε συνέχεια οπότε ο Ουάνγκ αναγκάσθηκε να τον πάρει μαζί του, και έτσι κάθε βράδυ κοιμόντουσαν μαζί στη σκηνή. Ο μεγάλος φόρτος εργασίας έπληξε την υγεία του Μπινζί. Ο σκύλος παρουσίασε καρδιοαναπνευστικά προβλήματα, διαταραχές στην όσφρηση, ενώ τα πίσω πόδια του τραυματίσθηκαν όταν έπεσε από μία πλαγιά.
«Είναι όμως καλό αγόρι», λέει ο Ουάνγκ και προσθέτει ότι τα τελευταία 10 χρόνια ο Μπινζί έχει συμμετάσχει σε περίπου 50 αποστολές διάσωσης σε διάφορες φυσικές καταστροφές. Ο Ουάνγκ, ο οποίος αγαπά υπερβολικά τον Μπινζί, λέει ότι το θαρραλέο σκυλί έχει πάθος για τη δουλειά και κάθε φορά που πάνε σε αποστολή είναι απίστευτα ενεργητικός.
Η εκπαίδευση των σκύλων διασωστών στην Κίνα γίνεται τέσσερις φορές την ημέρα ώστε να είναι έτοιμοι να πάνε σε αποστολή έπειτα από έξι μήνες εντατικής εκπαίδευσης. Η όσφρησή τους είναι ένα εκατ. φορές πιο δυνατή από εκείνη του ανθρώπου, ενώ η ακοή τους δεκάδες φορές πιο ισχυρή. Συνήθως τα σκυλιά αυτά ανήκουν σε συγκεκριμένες ράτσες όπως του Γερμανικού Ποιμενικού, του Βελγικού Μαλινουά και του Αγγλικού Σπρίνγκερ Σπάνιελ, με το τελευταίο να είναι ευκίνητο και μικρό, ικανό να μπορεί να χώνεται σε στενά και μικρά σημεία για αναζήτηση.
Ο Ουάνγκ περνά περίπου δώδεκα ώρες την ημέρα με τον Μπινζί. Γνωρίζονται τόσο καλά, ώστε όταν ο Ουάνγκ ετοιμάζεται να ρίξει την μπάλα, μπορεί να προβλέπει σε ποια κατεύθυνση θα την ρίξει. Κάποιες φορές είναι λίγο παιχνιδιάρης, καθώς κρατά την μπάλα στο στόμα και αρνείται να τη δώσει πίσω. Πέρυσι ο Ουάνγκ πήρε άλλον έναν σκύλο διασώστη, τον Σιαογουέι. Ο Μπινζί, λέει ο Ουάνγκ, ζηλεύει και όταν πάει να τον χαϊδέψει, εκείνος παραπονιέται.
Σύμφωνα με τον Ουάνγκ, τα σκυλιά διασώστες συνήθως μπορούν να «δουλέψουν» από 8 έως 10 χρόνια. Τα άλλα πέντε σκυλιά που συμμετείχαν στη διάσωση πριν από 10 χρόνια έχουν όλα πεθάνει. Ο Μπινζί εξακολουθεί να εργάζεται, εξαιτίας όμως της ηλικίας του σπάνια παίρνει μέρος στην εκπαίδευση. «Του προσφέρουμε μια καλή ζωή ώστε να απολαύσει τα υπόλοιπα χρόνια του», δηλώνει.
















Πηγή: iefimerida


















Snapshot από το τέρας που εκθρέψαμε
*Του Τρύφωνα Μουζακιώτη
Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, σε αντιδιαστολή με άλλης μορφής κοινωνικοπολιτικά μοντέλα, βασική αρχή είναι (ή τουλάχιστον πρέπει να είναι) ότι «ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα». Όχι μόνο δεν αγιάζει τα μέσα, αλλά τα μέσα που χρησιμοποιούμε ως πολίτες για να εκφράσουμε την αντίθεση μας ή τις ιδέες μας, είναι αυτά που εν τέλει «αγιάζουν» τον σκοπό που θέλουμε να επιτύχουμε.
Η θεμελιακή αυτή αντίληψη μπορεί να μοιάζει συγκλονιστικά κοινότυπη και αυτονόητη, από ό,τι φαίνεται όμως στη χώρα μας κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι. Ο λόγος που ως κοινωνία πολλές φορές αδυνατούμε να την ενστερνιστούμε, ίσως να έχει να κάνει με βαθύτερους ιστορικούς λόγους.
Ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ελλάδα, η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν κατακτήθηκε με αίμα όπως για παράδειγμα σε άλλες χώρες , παρά «εισήχθη» από το εξωτερικό ως ένα «προϊόν» προς άμεση κατανάλωση. Η εξήγηση αυτή ίσως να είναι εν μέρει αναχρονιστική, χωρίς να μπορεί να αποτυπώσει τη συνολική εικόνα, όμως νομίζω ότι αποτελεί περισσότερο μια αφορμή για περαιτέρω σκέψη.
Στα χρόνια της κρίσης, τα κρούσματα και οι συμπεριφορές βίας εντάθηκαν τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά. Η ανοχή στην αντίθετη άποψη θεωρήθηκε ως πράξη υποχωρητικότητας, η προσπάθεια κατανόησης της άλλης πλευρά ως ύποπτη συνδιαλλαγή και ο σεβασμός των νόμων ως μια πράξη δουλικότητας.
Σίγουρα οι διαμορφωθείσες αυτές συμπεριφορές, δεν είναι απότοκο μόνο των τελευταίων ετών της κρίσης. Η κρίση μάλλον αποτέλεσε την αφορμή για να εκδηλωθούν με τρόπο που τις καθιστά πλέον καθημερινό φαινόμενο και θλιβερή πραγματικότητα, ξεγυμνώνοντάς μας πλήρως από τον ήδη «μισοφαγωμένο» μανδύα αστικής ευγένειας που ατσούμπαλα φορούσαμε.
Σε αυτή την κατεύθυνση συνέβαλλε όλα αυτά τα χρόνια, η συστηματική προσπάθεια των λαϊκιστικών και ακραίων πολιτικών δυνάμεων να ερεθίσουν έτι περαιτέρω τα πιο ανορθολογικά αντανακλαστικά του λαού και να ανασύρουν τα πιο χαμηλά και άγρια ένστικτα μεγάλης μερίδας της κοινωνίας.
Ο ασύστολος λαϊκισμός, η ακατάσχετη συνωμοσιολογία και η αναπαραγωγή μιας άκρως διχαστικής πολιτικής και ρητορικής του τύπου «ή εμείς ή αυτοί», «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», εξέθρεψαν αργά αλλά σταθερά το σημερινό «τέρας».
Θα πει κάποιος πως οι εκφράσεις αυτές και η μανιχαϊστική αντίληψη των πραγμάτων, είναι μέρος της ευρύτερης κουλτούρας της αριστεράς . Στην εποχή της «αθωότητας» κανείς δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στο άκουσμα τέτοιου είδους εκφράσεων..
Τα καλέσματα για «ανυπακοή» και για αμφισβήτηση των νόμων που παράγονται με τον νόμιμο, συνταγματικά προβλεπόμενο, τρόπο χάριν μιας δήθεν άλλης αυταπόδεικτης νομιμότητας (βλ. «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη») καλλιέργησαν μια κουλτούρα συγκρουσιακή και υπονόμευσαν βουβά αρκετές φορές τα θεμέλια της αστικής -φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Η πεποίθηση ότι το κράτος δεν έχει το μονοπώλιο της βίας και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δικαιολογείται η άσκηση της από κοινωνικές ομάδες εφόσον κρίνουν ότι αδικούνται καλλιεργήθηκε τόσο από τα άκρα δεξιά όσο και από τα άκρα αριστερά του πολιτικού φάσματος.
Η έντονη αντισυστημικότητα, η απαξίωση των νόμων που παράγονται με νόμιμο τρόπο, η αντίληψη ότι το δίκαιο παράγεται μέσα από συγκρουσιακού τύπου διαδικασίες στα πεζοδρόμια και το «χάϊδεμα» όσων ασκούν βία καλύπτοντας κάθε φορά τις πράξεις τους με έναν δήθεν ιδεολογικό μανδύα έριξαν νερό στο μύλο της βίας.
Ας προσπαθήσουμε όμως να δούμε την μεγάλη εικόνα. Η φωτογραφία του πεσμένου στο έδαφος Μπουτάρη σήμερα και του αιμόφυρτου κ. Χατζηδάκη χθες, είναι απλά ένα snapshot από την κοινωνία μας που έχει άμεση ανάγκη μάλλον να περάσει τον δικό της “Διαφωτισμό”, προκειμένου να καλύψει τα βασικά κενά που έχει λόγω απουσίας της από τον προηγούμενο. Η κρίση λοιπόν αποτελεί ένα απλό pixel στην συνολικότερη εικόνα του τέρατος που συνηθίσαμε και σίγουρα όχι το κάδρο.
Το ζήτημα όμως δεν είναι ότι συνηθίσαμε την εικόνα του τέρατος ως κοινωνία. Το ζήτημα είναι ότι το εκθρέψαμε και για να το αντιμετωπίσουμε πρέπει να το κοιτάξουμε πρώτα με θάρρος …. στον ίδιο μας τον καθρέφτη.
Ο Τρύφων Μουζακιώτης είναι Πολιτικός επιστήμονας