*Του Κώστα Κωτούλα
Ο Georges Perec ήταν ένα τέκνο της Ευρώπης του Πολέμου. Ήταν επίσης τέκνο ζευγαριού Πολωνοεβραίων μεταναστών στο Παρίσι, από τους δε γονείς του ο μεν πατέρας του σκοτώθηκε υπηρετώντας το Γαλλικό στρατό, η δε μητέρα του χάθηκε στο Ολοκαύτωμα, πιθανότατα στο Άουσβιτς.
Στο Άουσβιτς θα κάνει ο ίδιος μια εκπληκτική αναφορά αργότερα, στο έργο του Espèces d’espaces (στην Ελλάδα κυκλοφορεί ως «Χωρείες Χώρων»), στο Κεφάλαιο «το μη κατοικήσιμο», ενότητα «ο καλλωπισμός». Εκεί παραθέτει το από 6.11.1943 υπ’ Αριθ. Πρωτ. 39533/43/Kam/J έγγραφο του Προϊσταμένου της Κεντρικής Διευθύνσεως του κτιρίου των Waffen SS και της αστυνομίας του Άουσβιτς, με θέμα «Διακόσμηση των κρεματορίων Ι και ΙΙ του στρατοπέδου».
Ο Perec λοιπόν, γνωρίζοντας την απώλεια και του διωγμούς από τα παιδικά του χρόνια, έχοντας σπουδάσει ιστορία και κοινωνιολογία στη Σορβόννη, έχοντας υπηρετήσει ως αλεξιπτωτιστής στο Γαλλικό στρατό, έχοντας δουλέψει ως βιβλιοθηκάριος και ως αρχειοθέτης, δόμησε, συστηματοποίησε, οργάνωσε, ταξινόμησε τις παραστάσεις, τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και το αποτύπωμα που αυτά άφηναν στις σκέψεις και τον τρόπο σκέψης του, ώστε να εξελιχθεί σε αυτό στο οποίο αργότερα εξελίχθηκε: στον πιο καινοτόμο χειριστή της φόρμας στη (λογοτεχνική) γενιά του.
Το μάτι πρώτα-πρώτα θα κυλούσε πάνω σε μια γκρίζα μοκέτα σε ένα μακρύ διάδρομο, ψηλό και στενό
Το 1965, σε ηλικία 29 ετών, ο Perec κυκλοφορεί το πρώτο του έργο, το “Les Choses – Une histoire des années soixante” (η απόδοση του τίτλου στα Ελληνικά ως «τα Πράγματα» αφήνει απ’ έξω τον υπότιτλο «μια ιστορία των σίξτις», ίσως γιατί μέχρι το τέλος των έιτις, οπότε και έγινε η ελληνική μετάφραση, είχε αποδειχθεί ότι η ιστορία περνάει μέσα και από άλλες δεκαετίες), όπου περιγράφει ένα κομμάτι από τη ζωή και από τα πράγματα ενός ζευγαριού που μετακομίζει στη Σφαξ της Τυνησίας, για να ανακαλύψει ότι τα (εξαντλητικά λεπτομερώς περιγραφόμενα στο βιβλίο) πράγματά του είναι τόσο στενά συνδεδεμένα με την καθημερινή ζωή του, ώστε να είναι δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ τους. Το βιβλίο, που πιθανότατα περιέχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία, αφού ο Perec με τη σύζυγό του είχαν και αυτοί μετακομίσει στη Σφαξ για ένα χρόνο λίγο προν τη συγγραφή του μυθιστορήματος.
Oulipo
Το 1967, ο Perec μπαίνει στο Oulipo, το Ouvroir de littérature potentielle (στα Ελληνικά μπορεί να αποδοθεί ως Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας), στο οποίο, μαζί με άλλους διαπρεπείς συγγραφείς της γενιάς του, κατά την πλειονότητά τους Γαλλόφωνους, πειραματιζόντουσαν με τη μορφή που μπορεί να λάβει ο λογοτεχνικός γραπτός λόγος. Ιδρυτές του Oulipo ήταν ο Raymond Queneau και ο François Le Lionnais. Σύντομα ο Perec αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο επιφανή μέλη του. Στο «εργαστήρι» αναζητούσαν νέες δομές και μοτίβα στη φόρμα της λογοτεχνίας. Ανάμεσα σε αυτά το lipogram, η συγγραφή μυθιστορήματος χωρίς τη χρήση κάποιου συγκεκριμένου γράμματος, τα παλίνδρομα ή καρκινικές γραφές, τα τετράγωνα (ή το δι-τετράγωνο), η πολυγραφία του ίππου και άλλα.
Εεε;;;
Χαρακτηριστικότερο και εμβληματικότερο λιπόγραμμα είναι το έργο του Perec “La Disparition”, στις τριακόσιες σελίδες του οποίου δε χρησιμοποιείται ούτε μία φορά το γράμμα e, με μόνη εξαίρεση το όνομα του συγγραφέα. Οι μεταφράσεις του συχνά είναι κι αυτές λιπογράμματα, με παράλειψη του e στα Αγγλικά, ή του a στα Ισπανικά. Το έργο είναι ένα νουάρ μυθιστόρημα ή μια παρωδία ενός νουάρ μυθιστορήματος, με αυτοαναφορικές υπομνήσεις του βασικού του περιορισμού, τη μη χρήση του απαγορευμένου συμβόλου.
Σε απάντηση του παραπάνω έργου του, ο Perec κυκλοφόρησε το 1972 και το “Les revenentes”, ένα μονοφωνηεντικό έργο, στο οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά το φωνήεν e.
Ποιος διαβάζει τα manuals;
Το 1978 ο Perec δημοσίευσε το “La Vie mode d’emploi” (Ελληνικά «Ζωή, Οδηγίες Χρήσεως»), ένα εκπληκτικής σύλληψης παιχνίδι με τη συγγραφή, τα συναισθήματα και τα νεύρα των αναγνωστών του βιβλίο. Σε αυτό, περιγράφονται ιστορίες σχετικές με τα διαμερίσματα ή τους (σημερινούς ή παλιούς) ενοίκους της πολυκατοικίας στο νούμερο 11 της Rue Simon-Crubellier στο Παρίσι.
Η όψη του κτιρίου, εφόσον με πολλή προσοχή αφαιρεθεί ο τοίχος της πρόσοψης, μαζί με τις σοφίτες και τα υπόγεια αποτελεί έναν πίνακα 10Χ10 (10 όροφοι, 10 δωμάτια σε κάθε όροφο). Σε αυτό, ο συγγραφέας κινείται σύμφωνα με την κίνηση του σκακιστικού ίππου, επισκεπτόμενος μόνο μία φορά κάθε τετράγωνο-δωμάτιο και διηγούμενος μία ιστορία σχετικά. Συνολικά ο Perec επισκέπτεται 99 δωμάτια, γιατί στο τέλος της 99ης ιστορίας…
Ο Perec για να γράψει την ιστορία του διαμόρφωσε 42 λίστες των 10 στοιχείων (χρώματα, υφάσματα, διακοσμητικά, έπιπλα, εργαλεία κλπ) η καθεμία. Στη συνέχεια, κατέταξε τα στοιχεία του σε 21 δι-τετράγωνα 10Χ10: σα να λέμε 21 διπλά σουντόκου, σε κάθε τετράγωνο των οποίων πρέπει να μπει ένα νούμερο και ένα γράμμα. Με τον τρόπο αυτό, μπόρεσε να κατανείμει τα στοιχεία των λιστών του στα 100 (ακριβέστερα 99, αφού το εκατοστό δεν το επισκέπτεται) δωμάτια του κτιρίου. Με διαφορετικό συνδυασμό των παραπάνω λιστών διαμόρφωσε τα στοιχεία που θα περιείχε η ιστορία για το κάθε δωμάτιο.
Το ευρετήριο των κυρίων ονομάτων που χρησιμοποιούνται στο μυθιστόρημα, μαζί με το χρονολογικό πίνακα και το «Αλφαβητικό Υπόμνημα μερικών από τις ιστορίες αυτού του βιβλίου», μαζί με τη απαρίθμηση των 179 θεμάτων ενός δυνητικού πίνακα που έχει μείνει μόνο στο μυαλό του ζωγράφου, την καταγραφή είκοσι τεσσάρων πορτραίτων ή την παράθεση πλήρους καταλόγου προϊόντων μιας βιομηχανίας επιτείνουν την πολυπλοκότητα και την ομορφιά του βιβλίου και αυξάνουν το μέτρο της απαιτούμενης από τον αναγνώστη πειθαρχίας, προκειμένου να το διαβάσει. Γιατί φυσικά και χρειάζεται πειθαρχία για να διαβάσει κανείς χωρίς ζαβολιές το ακόλουθο:
ΣΕΤ ΤΑΠΕΤΣΑΡΙΑΣ ΤΟΙΧΟΥ. Περιλαμβάνει: 1 πτυσσόμενο δίμετρο, 1 ψαλίδι, 1 ρολό, 1 σφυρί, 1 μεταλλικό κανόνα 2 m., 1 κατσαβίδι ηλεκτρολόγου, 1 κοπίδι, 1 μαχαίρι, 1 βούρτσα, 1 αλφάδι, 1 πένσα, 1 ξυστήρι, 1 λεπίδι. Πλαστική εργαλειοθήκη μηκ. 45 cm., πλάτ. 30 cm., ύψ. 8 cm. Βάρος 2,5 kg. Πλήρης εγγύηση 1 έτους.
που συνεχίζεται με αυτόν τον τρόπο για τέσσερεις σελίδες.
Το σημείωμα του Έλληνα μεταφραστή στο τέλος του βιβλίου μπορεί να λειτουργήσει ως κλειδί για την ανάγνωση του βιβλίου, μπορεί να αναπέμψει τον αναγνώστη σε κάποια σημεία του βιβλίου ή μπορεί να τον μπερδέψει ακόμα περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση, αξίζει τον κόπο να σταθούμε στην εξαιρετική μετάφραση στα Ελληνικά από τον Αχιλλέα Κυριακίδη, ο οποίος έθεσε στον εαυτό του αυτοπεριορισμούς του τύπου του Oulipo σε κάποια από τα στοιχεία του βιβλίου. Όμως για τον συγκεκριμένο μεταφραστή, η υπογραφή του οποίου είναι -IMHO- μόνη της εγγύηση για την αγορά ενός βιβλίου, θα μιλήσουμε περισσότερο με αφορμή άλλον συγγραφέα.
Σημειώνεται, χωρίς να δίδονται περισσότερες λεπτομέρειες, ότι η ογδόη εσπερινή της εικοστής τρίτης Ιουλίου (του 1975, αλλά αυτό είναι έλασσον) παίζει κάποιο μάλλον σημαντικό ρόλο στο όλο κείμενο. Γι’ αυτό και επελέγη η πιο κοντινή σε αυτήν την ημερομηνία Παρασκευή για να παρουσιάσουμε από εδώ τον Perec.
Καταγραφές και παίγνια
Άλλα έργα του Perec στα οποία αξίζει να σταθούμε ή -πάντως- στάθηκαν οι Έλληνες μεταφραστές του είναι
το “Cantatrix Sopranica L.” (στα Ελληνικά «Cantatrix Sopranica L και άλλα επιστημονικά συγγράματα»), με παίγνια πάνω σε υποθετικές επιστημονικές δημοσιεύσεις,
οι Χωρείες Χώρων που αναφέραμε παραπάνω, στις οποίες ο Perec καταγράφει ταξινομεί τους χώρους και καταλήγει στην ανάγκη διακόσμησης ακόμα και του μη κατοικήσιμου,
το “Penser/Classer” (στα Ελληνικά «Σκέψη / Ταξινόμηση») που είναι ακριβώς ό,τι υπόσχεται ο τίτλος: ταξινόμηση σκέψεων, εικόνων, ιδεών,
η Γενική Γραμμή Γ.Γ., στην οποία συγκεντρώνονται κείμενα του Perec για ένα λογοτεχνικό περιοδικό με τον ίδιο τίτλο το οποίο όμως ποτέ δεν εκδόθηκε,
το “Un cabinet d’amateur” (στα Ελληνικά «Ιδιωτική Πινακοθήκη»),στο οποίο παρουσιάζεται παιγνιωδώς η ιστορία και οι πίνακες μιας πινακοθήκης και ενός συλλέκτη και ενός πίνακα με πίνακες
το “Quel petit vélo à guidon chromé au fond de la cour?” (Ελληνικά «ποιο παπάκι με νικέλινο τιμόνι στο προαύλιο;»), το οποίο, πέραν του εξωφρενικού τίτλου, παρουσιάζει και το πώς μπορεί μια παρέα αφοσιωμένων φίλων να βοηθήσει έναν νεαρό κληρωτό να αποφύγει τη μετακίνηση στο μέτωπο της Αλγερίας (το έργο ισχυρίζεται ότι τιμήθηκε από διάφορες στρατιωτικές ακαδημίες, ωστόσο έχω την υποψία ότι άλλες τόσες το έχουν κατατάξει στα ανεπιθύμητα -στον περίφημο φάκελο 451F),
και το “L’Augmentation” (στα Ελληνικά «η Αύξηση»), ένα ακόμη βιβλίο μέσα από το οποίο ο Perec επιχειρεί να δώσει οδηγίες στους αναγνώστες του. Αυτή τη φορά αποκαλύπτει «όλα όσα πρέπει να ξέρετε προκειμένου, ανεξάρτητα από τις συνθήκες που επικρατούν σε ό,τι αφορά στην υγεία σας, την ψυχολογία σας, τα οικονομικά σας, το κλίμα ή άλλα, να έχετε τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας όταν ζητάτε από τον τμηματάρχη σας αναπροσαρμογή του μισθού σας». Το έργο παρουσιάστηκε ως θεατρικό με πρόσωπα (1) την πρόταση, (2) την εναλλακτική πρόταση, (3) τη θετική περίπτωση, (4) την αρνητική περίπτωση, (5) την επιλογή, (6) το συμπέρασμα και την ιλαρά.
Δε θα εκπλαγεί ο αναγνώστης όταν διαπιστώσει ότι αύξηση δε δίδεται, γι’ αυτό και αναφέρεται, προς περιορισμό του άγχους και γιατί πρέπει πάντα ν’ απλοποιούμε τα πράγματα. Αν υπήρχε η παραμικρή υπόνοια ότι υπάρχουν αυξήσεις, είναι αυτονόητο ότι δε θα κάναμε spoiler.
Ο Perec πέθανε το 1982.
Προς τιμήν του ονομάστηκε ένας αστεροειδής που ανακαλύφθηκε το χρόνο του θανάτου του, ένας δρόμος που πιθανώς προϋπήρχε αυτού, εκδόθηκε ένα γραμματόσημο 20 χρόνια μετά το θάνατό του και έγινε και ένα google doodle στα 80α γενέθλιά του. Επίσης σου απενεμήθησαν διάφορα βραβεία όσο ζούσε.
Όλα αυτά δε στάθηκαν ικανά να κάνουν το έργο του πιο προσιτό ή πιο συμβατικό.
Πάλι καλά!
Κύπρος, 20 Ιουλίου 1974. Θυμάμαι!
“ Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας ,
είναι δύσκολο να πιστέψω πως μας τους έφερε
η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας .
Ανασήκωσε την πλάτη κι απόσεισε τους
Πενταδάκτυλε μου .”
Γράφει η Μαρία Ε. Δημητρίου
Και κάπως έτσι μπήκαν στη ζωή μας καινούργιες λέξεις . Εισβολή , αγνοούμενοι , εγκλωβισμένοι, πρόσφυγες. Τόσες πολλές έννοιες και κανείς για να μας τις εξηγήσει, ότι καταλαβαίναμε από μόνοι μας.
Οι μεγάλοι είχαν άλλες έγνοιες . Είχαν φύγει για τον πόλεμο όσοι ήταν σε ηλικία επιστράτευσης (ακόμα μια καινούργια λέξη) και άλλοι βρίσκονταν μέσα στα δάση να σβήνουν τις φωτιές που είχαν βάλει οι τούρκοι.
Εκείνο το καλοκαίρι μεγαλώσαμε απότομα με βίαιο τρόπο. Δεν χρειαζόμασταν πια παραμύθια, τον δράκο τον είχαμε μπροστά μας τον ζούσαμε, έστω και από μακριά .
Εκείνη την εποχή βρισκόμαστε λόγω της δουλειάς του πατέρα μου στην Παναγιά στην επαρχία Πάφου, το χωριό του Μακαρίου. Ζήσαμε τα γεγονότα από μια άλλη οπτική . Εγώ ήμουν κάπως σαν παρατηρητής . Καταγραφέας γεγονότων , ένα παιδί που δεν μπορούσε να επεξεργαστεί συναισθηματικά μια τέτοια κατάσταση. Θυμάμαι γεγονότα αλλά κανένα συναίσθημα .
Δε θα ξεχάσω τη στιγμή που ανακοινώθηκε από το ΡΙΚ η είδηση του θανάτου του Μακαρίου. Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον πατέρα μου να κλαίει και ήταν σαν αυτά τα δάκρυα να ήταν τα δάκρυα όλης της Κύπρου για το κακό που ήξεραν πως θα έρθει.
Εκείνη την ίδια μέρα όταν έγινε το πραξικόπημα και ανακοινώθηκε από το ραδιόφωνο , μαζεύτηκαν κάτω από το σπίτι μας που βρισκόταν στο κέντρο δίπλα από την εκκλησία όλες οι γυναίκες που τα παιδιά τους βρίσκονταν στην Προεδρική Φρουρά. Κάθισαν κάτω στο πεζοδρόμιο και μοιρολογούσαν τα παιδιά τους. Ήταν σίγουρες ότι αφού ο Μακάριος ήταν νεκρός , νεκρά ήταν και κείνα.
Θυμάμαι ακόμα και τη στιγμή που ακούσαμε τη φωνή του πάλι από το ραδιόφωνο να μας λέει ότι είναι ζωντανός και οχι νεκρός όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποι της θα ήθελαν. Στο μεταξύ οι πραξικοπηματικές δυνάμεις είχαν καταλάβει σχεδόν όλες τις πόλεις του νησιού. Μια πληροφορία που ακούστηκε αργότερα ήταν ότι είχαν σκοπό με τανκς να ισοπεδώσουν το χωριό για να μην υπάρχει τίποτα που να θυμίζει το Μακάριο, αλλά έγινε στο μεταξύ η τουρκική εισβολή και δεν πρόλαβαν . Αρκετές φορές αργότερα σκέφτηκα πως θα ήταν η ζωή ή αν θα υπήρχε ζωή αν αυτό το σενάριο ολοκληρωνόταν με επιτυχία…
Θυμάμαι τη μέρα που ήρθαν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν και μας κατέβασε η μητέρα μου κάτω στο ισόγειο στις αποθήκες, είπε σε μένα και στον αδελφό μου να κλείσουμε τ’ αυτιά μας και εκείνη κρατούσε το μωρό στην αγκαλιά και του έκλεινε τα αυτάκια του . Για κείνην δε νοιάστηκε αν θα πάθαινε καμιά ζημιά από το θόρυβο των βομβαρδιστικών ή από καμιά βόμβα που θα έσκαζε πάρα δίπλα, αλλά θα μου πείτε έτσι είναι οι μάνες . Ο πατέρας μου ήταν στο μέτωπο με τις μεγάλες φωτιές και μεις μόνοι μας σε ένα ξένο μέρος .
Δίπλα μας είχαμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένους ο παππούς φορούσε την παραδοσιακή βράκα . “ Μη φοβάστε μας έλεγε, έχω στο σπίτι όπλο αν έρθουν οι τούρκοι θα τους σκοτώσω.” Και γω τον πίστευα εκείνον το παππού με τη βράκα τον έβλεπα σαν υπεράνθρωπο αφού είχε και όπλο.
Τα βράδια κοιμόμασταν με τα ρούχα και δεν ανάβαμε φώτα είμασταν πάντα έτοιμοι να φύγουμε. Ακόμα ηχεί στα αυτιά μου η φωνή του ντελάλη που γυρνούσε και φώναζε “ φύγετε , φύγετε έρχονται οι τούρκοι…” Να φύγουμε , να πηγαίναμε που, αν έφταναν μέχρι εκεί οι τούρκοι δεν είχαμε που να πάμε …
Θυμάμαι μια μέρα, στο μεσοδιάστημα της πρώτης και της δεύτερης εισβολής όταν κυρήχθηκε εκεχειρία (ακόμα μια άγνωστη λέξη που μάθαμε βιωματικά) , ήμαστε σε ένα φιλικό σπίτι . Οι μεγάλοι συζητούσαν, προσπαθούσαν να μάθουν όποια πληροφορία μπορούσαν από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση .Και γω από δίπλα να στήνω αυτί . Κάποιος έλεγε για τους αμερικάνους που βοηθούσαν τους τούρκους . “Ναι απαντούσε κάποιος άλλος, αλλά εμείς έχουμε τους Ρώσσους θα έρθουν με τα αεροπλάνα να μας βοηθήσουν” έτσι νόμιζαν γιατί τότε ο Μακάριος είχε καλή σχέση με την τότε Σοβιετική Ένωση και γω πεταγόμουν στη μέση , δεν ήμουν ούτε εφτά χρονών “και ποιοι είναι πιο δυνατοί;” ζητούσα να μάθω.
“ Οι ρώσσοι βέβαια” μου απαντούσαν και εγώ ανακουφισμένη κοιτούσα ψηλά στον ουρανό . Περίμενα για αρκετό καιρό τα αεροπλάνα που θα έρχονταν να μας βοηθήσουν. Τελικά δεν ήρθε κανείς …
Όταν άνοιξαν τα σχολεία το Σεπτέμβη είχαμε στην τάξη καινούργια παιδιά, προσφυγόπουλα..Ένα κορίτσι με το πιο πλατύ χαμόγελο που είχα δει ποτέ, είχε χάσει τον πατέρα του . Ενός άλλου παιδιού ο αδελφός είχε σκοτωθεί στο πραξικόπημα. Ήταν στην Προεδρική Φρουρά . Είχαμε πάει και στην κηδεία . Δεν άνοιξαν το φέρετρο. Ένας όλμος είπανε του είχε φάει το μισό κεφάλι , ήταν και η αρραβωνιαστικιά του ντυμένη στα μαύρα . Μέσα στην επόμενη χρονιά πήγαμε αρκετές φορές να συλλυπηθούμε τη μάνα . Τότε κάναμε συλλογή με τους αγαπημένους μας τραγουδιστές Πουλόπουλος ,Βοσκόπουλος , Νταλάρας ήταν οι πιο δημοφιλείς . Ο συμμαθητής μου είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία σε μένα και μου έδινε τα καλύτερα εξώφυλλα, μια φορά εκεί που η μητέρα μου παρηγορούσε τη χαροκάμενη μάνα πετάχτηκε ο συμμαθητής μου στη μέση “κυρία Δέσποινα θα μου τη φυλάξεις τη Μαρία όταν μεγαλώσω να την παντρευτώ;” είπε στη μητέρα μου “ Θα την προσέχω !” Η μάνα του χαμογέλασε ,ένα πικρό χαμόγελο ..ότι και να έγινε εκείνο το καλοκαίρι η ζωή συνεχιζόταν. Έπρεπε να συνεχιστεί…
Με αντίσκηνα που στήθηκαν για να στεγάσουν χιλιάδες ανθρώπους που έχασαν τα σπίτια τους , με τις ουρές στο Ληδρα Πάλλας να περιμένουν για την ανταλλαγή των αιχμαλώντων μέχρι που ήρθε και το τελευταίο λεωφορείο και έμειναν οι υπόλοιποι με τις φωτογραφίες στο χέρι να περιμένουν αυτούς που δε θα έρχονταν ποτέ…
Γι αυτό τώρα που δεν είμαι πια παιδί , αρνούμαι να πιστέψω ότι ήξεραν και προχώρησαν. Ότι άνθρωποι με στρατιωτική εκπαίδευση παρέβλεψαν την τουρκική απειλή που έψαχνε χρόνια αφορμή για να εισβάλει στην Κύπρο και την έδωσαν, ανατρέποντας τη νόμιμη κυβέρνηση. Ήξεραν ότι με βάση τις συνθήκες Λονδίνου -Ζυρίχης η Τουρκία είχε έρεισμα να επέμβει στο νησί αν δημιουργείτο πολιτική ανωμαλία. Δεν κρίνω αν ο Μακάριος ήταν σωστός ή λάθος αν έπρεπε να μοιραστεί την εξουσία με τον Γρίβα. Που εγω σας λέω πως έπρεπε γιατί και εκείνος ήταν πρωτεργάτης στον αγώνα με την ΕΟΚΑ. Αν και ο Γρίβας είχε μερίδιο στην εξουσία δε θα δημιουργούσε την ΕΟΚΑ Β με τις γνωστές παρακρατικές ενέργειες και τα υπόλοιπα μέλη μετά το θάνατο του δε θα έπαιζαν το παιχνίδι της Αθηναϊκής Χούντας… Το αποτέλεσμα όμως μετράει , ένα νησί καταδικάστηκε από τις φιλοδοξίες αυτών που το κυβερνούσαν και από αυτών που ήθελαν να το κυβερνήσουν… Ένα νησί χωρίστηκε σε Μακαριακούς και Γριβικούς ενώ θα μπορούσαν να βρουν μια λύση, και μη μου πει κανείς ότι δεν μπορούσαν …Πάνω από όλα ο εγωισμός και πάντα ο εγωισμός που καταστρέφει τις ζωές των άλλων …και σήκωσε ο αδελφός όπλο στον αδελφό του ενώ η Τουρκία ετοιμαζόταν για εισβολή. Ήξεραν και αυτό είναι που το κάνει χειρότερο.
19 Ιουλίου ένα βράδυ πριν από την εισβολή και οι άνθρωποι συνέχιζαν να κάνουν όνειρα ανακατεμένα με το φόβο που προκάλεσε το πραξικόπημα. Κάποιοι υποψιάζονταν μα οι περισσότεροι την έβλεπαν σαν μια μέρα που θα ξημέρωνε όπως τις άλλες. Τι όνειρα είδαμε εκείνο το βράδυ , δε θυμάμαι ήμουν μικρό παιδί και ύστερα δεν είχαμε χρόνο να μιλάμε για το πριν ..ήταν αυτό το μετά που άλλαξε τις ζωές μας. Να γύριζε ο χρόνος πίσω να δίναν το στερνό φιλί αυτοί που χωρίστηκαν βίαια μια για πάντα να γινόταν μια μικρή παράκαμψη στο χρόνο να μην ερχόταν ποτέ εκείνη η μέρα, είθε…