Γράφει η Αργυρώ Kουτσού Την πρώτη φορά που άναψα τσιγάρο μπροστά στον πατέρα μου ήμουν γύρω στα 25. Όχι πως δεν το ήξερε. Ξεκίνησα να καπνίζω γύρω στα 20, κάπνιζα στο δωμάτιο μου, έμπαινε καμιά φορά μέσα και κοιταζόμαστε με νόημα, αλλά τσιγάρο μπροστά του μου πήρε λίγα χρόνια να ανάψω. Εκείνη τη φορά, λοιπόν, μου είπε κάτι που κράτησα καλά και το κρατώ ακόμα: «Ξεκίνησες σοβαρά το κάπνισμα, κόρη, ε; Θα σου πω κάτι, κι αν θες το κρατάς.
Τα τσιγάρα σου δεν θα επιτρέψεις ποτέ να σου τα αγοράσει άλλος. Να πληρώνεις το πάθος σου μόνη σου, για να έχεις πλήρη συνείδηση του κόστους του κάθε φορά που το επιλέγεις.» Δεν εννοούσε τις 86 δραχμές, τότε, των τσιγάρων, ο μπαμπάς μου. Κι εγώ το κατάλαβα καλά το μάθημα εκείνο. Και το χώρεσα και το κράτησα και το είχα πάντα στο νου μου. Και απενεχοποίησα κάμποσα πάθη μου, έτσι, κι έλεγα στον εαυτό μου πως αφού έχω να πληρώνω τον λογαριασμό τους, βουρ πάαινε και πίσω μην κοιτάς. Και γλίτωσα και κάμποσα, γιατί έκανα στο νου μου τις προσθέσεις εκείνου και του άλλου, κι έβλεπα το νούμερο στο άθροισμα, και δεν έβγαινα να το πληρώσω, κι έκανα πίσω και σωνόμουν. Έτσι την κοστολόγησα και τη σεζόν στις κουζίνες των νησιών. Μετά κείνη την πρώτη, της Παροικιάς, που κόστισε περισσότερο από όλες, έκατσα κάτω και λογαριάστηκα με τον εαυτό μου, είδα το νούμερο στο τέλος του χαρτιού και είπα βουρ πάιανε και πίσω μην κοιτάς. Να σου ξεκαθαρίσω εδώ πως το νούμερο δεν έχει ποτέ σημασία. Όπως σημασία δεν είχαν οι 86 δραχμές του Κάμελ άφιλτρου που είχα ξεκινήσει να καπνίζω. Σημασία έχει το πρόσημο να είναι θετικό.
Με πλήρη συνείδηση, λοιπόν, πληρώνω τούτο το πάθος μου. Ξέρω πως κοστίζει. Κοστίζει σε καλοκαίρια, κοστίζει στα πόδια μου, κοστίζει στη μέση μου, κοστίζει στα χέρια μου, κοστίζει σε ρυτίδες, κοστίζει σε ασυνέπεια προς κάμποσες μεριές. Ξεχνώ να τηλεφωνήσω σε ανθρώπους. Ξεχνώ να κάνω το κείμενο μου. Ξεχνώ να φροντίσω το φαγητό μου. Ξεχνώ να παίξω με τον Πιπέρη. Όμως δίνει πίσω. Πόσα μα πόσα μου δίνει πίσω. Το καλύτερο από όλα είναι η μπριγκάντα μου. Αυτή η ομάδα που ξεκινά κοιτώντας αλλού ο καθένας και καταλήγει να έχει κοινό βλέμμα προς έναν τόπο. Κείνον του καλύτερου δυνατού. Κάπως τα καταφέρνω κάθε φορά και το φτιάχνω έτσι το σχέδιο. Γιατί μπορεί να μην το ξέρεις, όμως η κουζίνα μπορεί να είναι πεδίο μάχης. Όχι μόνο λόγω της αδρεναλίνης, της ζέστης, της έντασης. Λόγω των κοκοριών και των δύο στρατοπέδων. Ναι, έχει στρατόπεδα. Το σέρβις και τα μαγέρια. Μπορεί να είναι αντίπαλα. Μπορεί να είναι συμμαχικά. Δυνητικά μπορεί. Όχι πιθανολογικά. Σε κάθε περίπτωση, δύο παραμένουν. Και στο ξεκίνημα της φουλ σεζόν, της πολλής δουλειάς, φαίνεται ξεκάθαρα η πρόθεση τους. Μαζί ή απέναντι. Μετά, το κάθε στρατόπεδο μπορεί να είναι σαν μια γροθιά. Ενωμένο. Ή μπορεί να είναι πέντε χωριστά δάκτυλα, με το κάθε ένα να τραβά τη δική του κατεύθυνση. Εκεί είναι που η μάχη κερδίζεται, να ξέρεις. Κι αν θες να το νοιώσεις, σωματοποίησε το κι εσύ. Κάνε το χέρι σου μπουνιά. Νοιώσε τη δύναμη που αυτό έχει. Τώρα κάνε τα δάχτυλα σου να κινηθούν σε άλλες κατευθύνσεις το κάθε ένα. Και να μείνουν εκεί. Νοιώσε την ένταση που αυτό φέρνει στην παλάμη σου, στον καρπο σου. Γιατί για να αντιληφθείς αυτό που σου λέω, μόνο στο σώμα σου ακούμπησε το, όχι στο κεφάλι σου. Γιατί το σώμα πρωταγωνιστεί εδώ. Σε κάθε στρατόπεδο. Σε κάθε στρατιώτη. Είναι το σώμα που πρώτο μπαίνει στην μάχη. Το σώμα που δεν ξεκουράζεται αρκετά. Που ξεπερνά τις αντοχές του. Που αψηφά την καρδιά και τον νου στην εντολή τους να κάνει κράτει. Στις κουζίνες που έχω βρεθεί ως τώρα, έχω ζήσει όλους τους συνδυασμούς. Τα δυο στρατόπεδα σε μεγάλο πόλεμο. Τα δυο στρατόπεδα σε μεγάλη συμμαχία. Τα δυο στρατόπεδα σε μερικό πόλεμο και μερική συμμαχία. Το κάθε στρατόπεδο σε πόλεμο μεταξύ του. Έχω ανακαλύψει, μετά από παράπονο πελάτη για γλύκα στο φαγητό του, πως η πρωινή μαγείρισσα – το μαγαζί άνοιγε στις 8 το πρωί για πρωινά και σνακς και πήγαινε μέχρι τα ξημερώματα – είχε σμίξει ζάχαρη στο αλάτι μου. Έτσι. Από γινάτι Ιζνογκούντ. Για να βγει το πιάτο μου ζαβό και να τα ακούσω. Γιατί θεωρούσε πως εκείνη έπρεπε να βρίσκεται στη θέση μου κι εγώ στη δική της. Έχω εκτελέσει πιάτο λάθος, γιατί σερβιτόρος επίτηδες δεν έγραψε την ιδιαιτερότητα του πελάτη στην παραγγελία με μοναδικό σκοπό του να το ξανακάνω. Έχω εκτελέσει πιάτο που με χρειάζεται απίκο για δεκαεφτά λεπτά σε 17 παραγγελίες μέσα στον Αύγουστο που μένω όρθια χωρίς μισό λεπτό διάλειμμα για έξι ώρες συνεχόμενες γιατί έχω νευριάσει τον σερβιτόρο και το έχει προτείνει επίτηδες για να με λιώσει. Έχω λιώσει στον ιδρώτα αρχές Αυγούστου χωρίς διάλειμμα λεπτό από τις δυόμιση το μεσημέρι ασταμάτητα κολλημένη μπροστά στα γκάζια ως τις δέκα το βράδυ κι έχω νιώσει πάγο στον λαιμό μου γιατί ο σερβιτόρος έχει περάσει μέσα από τον πάγκο να με δροσίσει αφού μου έχει αφήσει ένα Τοm Collins στον πάγκο μου γιατί θυμήθηκε πως μου αρέσει και ήθελε να με περιποιηθεί και η βοηθός μου έρχεται και λέει «Θα κάτσω εγώ εδώ να κοιτάω τα τηγάνια, πάρτο και πήγαινε για ένα τσιγάρο ΤΩΡΑ». Έχω φτάσει στο μαγαζί ξέροντας τι με περιμένει απο μαγείρεμα και προετοιμασία μέσα στην κάψα της σεζόν, έχω βγει απο το αυτοκίνητο, και προχωρώ προς το μαγαζί και μυρίζω κάτι λιμπιστικό που δεν αναγνωρίζω. Έχει πάει το πρωί η βοηθός μου νωρίτερα για να έχει χρόνο να ανοίξει φύλλο και να μου κάνει στριφτές τυρόπιτες με λιαστή ντομάτα και φέτα, που ξέρει πως μου αρέσουν.
Έχει πάει ο εστιάτορας μου κι έχει κοψει καρπούζι και μας έχει ταϊσει όλους στο στόμα για δροσιά. Και το βράδυ εκεί που γράφουμε ψώνια, έχει παραγγείλει σουβλάκια και βρωμιές για όλους μας για να κάτσουμε να πιούμε μπύρες τσουγκρίζοντας στην υγειά μας. ‘Εχουμε γεμάτη σάλα στις 10:30 το βράδυ, είναι δέκα Αυγούστου, ο κόσμος έρχεται και φεύγει γιατί δεν έχει τραπέζι να κάτσει, κι επιστρέφει στις 11:30 και στις 12:00 κι ο εστιάτορας μου μου λέει «Δεν παίρνω άλλους» κι εγώ επιμένω, «Κάθισε τους, θέλω να μαγειρέψω κι άλλο» κι έχω σβήσει τα γκάζια στη μιάμιση κι έχει πάει δυόμιση όταν κατευθύνομαι στο αυτοκίνητο μου κι έχω κοντοσταθεί ένα μέτρο πριν γιατί ενώ δίνει ο εγκέφαλος την εντολή στο πόδι να κάνει το βήμα, εκείνο έχει μουδιάσει ακινητοποιημένο και δεν μπορεί να το κάνει. Κι έχω σκάσει στα γέλια μόνη μου και σκέφτομαι «Αν με έβλεπε τώρα κανείς θα γέλαγε με το πείσμα μου» κι έχω σηκώσει το βλέμμα και στην ελιά, δίπλα στην οποία έχω παρκάρει, στέκεται μία λευκή τυτώ, και κοιταζόμαστε στα μάτια και τόση συγκίνηση που με πιάνει με την συνάντηση αυτή, τόση χαρά και τύχη κι ευτυχία που νοιώθει η καρδιά μου, που στέλνει ζουμί στα πόδια μου και παίρνω βήμα ανάλαφρο και γόνατα κοπέλας στην στιγμή.
Αυτά παίρνω πίσω. Την ομάδα. Την φύση. Τη θάλασσα. Το γέμισμα της τροφού μέσα μου. Το πληρώνω το πάθος μου. Το πληρώνω ακριβά. Μα εδώ, στη μέση της σεζόν, κάθομαι, όπως κάθε χρόνο και λογαριάζομαι με τον εαυτό μου, και το πρόσημο είναι ακόμη θετικό. Και αυτό χρειάζομαι. Και αυτό μου φτάνει.


















Σοφία Βούλτεψη: Απέναντί μας έχουμε μια παρέα που εκτελεί συμβόλαια
Τα πιο βαριά συμβόλαια εκτελούνται σε βάρος της πατρίδας
Φυσικά και πρέπει να τους κυνηγάμε όταν μας συκοφαντούν και προσπαθούν να διαλύσουν τις οικογένειές μας. Το χρωστάμε σε όλους εκείνους τους «ανώνυμους» που υφίστανται κάθε λογής διωγμούς.
Γράφει η Σοφία Βούλτεψη*
Στους δημοσίους υπαλλήλους που βλέπουν την αναξιοκρατία στην επιλογή στελεχών για θέσεις ευθύνης και παρακολουθούν τα μαγειρέματα στις υπηρεσίες τους, αγναντεύοντας με απογοήτευση τα ράφια με τα πτυχία και τα προσόντα τους.
Στους συνταξιούχους που φυτοζωούν βλέποντας τα εισοδήματά τους να πετσοκόβονται ή περιμένοντας μάταια να πάρουν έστω και μια πενιχρή σύνταξη.
Στους ελεύθερους επαγγελματίες που γονατίζουν κάτω από τη βαριά φορολογία και κλείνουν τα βιβλία τους, επιλέγοντας με βαριά καρδιά την ιδιότητα του άεργου.
Σε όλους εκείνους που βρίσκουν πόρτες κλειδαμπαρωμένες, επειδή οι τράπεζες είναι κλειστές γι’ αυτούς, επειδή πάνω από τρία χρόνια τώρα ζούμε με capital control, επειδή ο εισαγόμενος πληθωρισμός και το εμπορικό έλλειμμα έχουν αγγίξει θηριώδη επίπεδα.
Στη μεσαία τάξη που έχει διαλυθεί, στους φτωχούς που έγιναν φτωχότεροι και περιμένουν την ελεημοσύνη Τσίπρα-Καμμένου, σ’ αυτούς που περιμένουν στη σειρά να τους πάρουν τα σπίτια τα ξένα funds, σ’ εκείνους που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις γιατί κάτι πρέπει να ταΐσουν τις οικογένειές τους.
Και πάνω απ’ όλα, στα θύματα της φονικής πυρκαγιάς της 23ης Ιουλίου, στις οικογένειες που ξεκληρίστηκαν, στους ηλικιωμένους που κάηκαν ζωντανοί ή πνίγηκαν γιατί δεν τους κράτησαν οι δυνάμεις τους, στα παιδάκια που πηδούσαν από τους γκρεμούς, στα θύματα της Μάνδρας…
Είναι μακρύς ο κατάλογος αυτών που έχουν υποστεί κάθε λογής διωγμούς από αυτήν την ανάλγητη κυβέρνηση του ψέματος, της διαστροφής, της προπαγάνδας και της ανικανότητας.
Και βέβαια πρέπει να κυνηγάμε τα θρασίμια με όλα τα νόμιμα μέσα – κι’ ας μετέρχονται εκείνοι τις πιο βρώμικες μεθόδους.
Όχι για μας, αλλά για όλους αυτούς που δεν μπορούν να αντιδράσουν.
Εμείς το ξέρουμε πια ότι απέναντί μας δεν έχουμε μια κανονική κυβέρνηση, αλλά μια παρέα που εκτελεί συμβόλαια.
Οι κανονικές κυβερνήσεις, οι κυβερνήσεις που μετέχουν του κοινοβουλευτικού συστήματος, επηρεάζονται όταν συμβαίνει ένα έκτακτο και συγκλονιστικό γεγονός.
Στην αστική κοινοβουλευτική Δημοκρατία, κάποιος παραιτείται (αμέσως, εννοώ), κάποιοι παραδέχονται τα λάθη τους, κάποιοι σκύβουν το κεφάλι.
Στην αστική κοινοβουλευτική Δημοκρατία, τα κόμματα και οι κυβερνήσεις αλλάζουν πορεία, κάνουν διορθωτικές κινήσεις (πραγματικές και όχι προπαγάνδα), κάνουν κανονικό ανασχηματισμό (και όχι μουσικές καρέκλες), διώχνουν αυτούς που οργανώνουν συσκέψεις και συνεντεύξεις Τύπου προσβλητικές για τη νοημοσύνη των ζωντανών και τη μνήμη των νεκρών.
Είναι προφανές ότι δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιο.
Στην πολιτική τα γεγονότα έχουν τη σημασία τους, πιέζουν, οδηγούν σε αλλαγή πορείας, σε αναγκάζουν να επικεντρώνεις στο πρόβλημα και να παραμερίζεις τα υπόλοιπα.
Αλλά μια παρέα (για να μην χρησιμοποιήσω κάποια πιο βαριά έκφραση), γνωρίζει ότι πρέπει να φέρει σε πέρας τη διατεταγμένη υπηρεσία της.
Έχει συμβόλαια να εκτελέσει.
Γι’ αυτό ακριβώς μέσα στο βαρύ πένθος, την ώρα που η θάλασσα ξέβραζε ακόμη σορούς, την ώρα που οι εγκαυματίες πέθαιναν στα νοσοκομεία, εκτελέστηκαν (σα να μην συνέβαινε τίποτε και χωρίς καμιά αναστολή) πέντε συμβόλαια:
Προφανώς είχαν τελειώσει (για την ώρα, βέβαια) τα συμβόλαια και είπαν να πιάσουν το «συμβόλαιο Σαμαράς». Χτυπώντας τον γιο του Κώστα.
Τον καιρό που ήμουν κυβερνητική εκπρόσωπος, μια «εφημερίδα» είχε γράψει ότι είχα διορίσει στο υπουργείο τον άνδρα μου, την κόρη μου και την… κουμπάρα μου! Και το ίδιο βράδυ, ένα κανάλι επιτέθηκε κατά μέτωπον για να διαλύσει εμένα και την οικογένειά μου.
«Λένε ψέματα, έτσι;», με είχε ρωτήσει ο Σαμαράς.
«Φυσικά. Δολοφονία χαρακτήρος», του είχα απαντήσει, ενημερώνοντάς τον ότι κατέθεσα αγωγή. (Τα πήραν όλα πίσω και ζήτησαν συγγνώμη όταν ήλθε η ώρα της δίκης, αλλά μετά από καιρό και στο μεταξύ το καρφί έβγαινε, αλλά η τρύπα έμενε).
Θυμάμαι τα παιδιά μου καθισμένα στα πλακάκια μπροστά στο γραφείο μου να παρακολουθούν με απόγνωση την εκπομπή και με απορία εμένα που συνέχιζα τη δουλειά μου ατάραχη.
«Είστε νέοι, δεν έχετε νιώσει στο πετσί σας τι θα πει πολιτική δίωξη», τους είχαμε τότε πει με τον άνδρα μου. «Θα ακολουθήσουν κι’ άλλα, να είστε δυνατοί».
Είμαι σίγουρη πως αν ο Κώστας, η Μαρία, η Λένα, ο Γιάννης ρίξουν μια ματιά στα συμβόλαια εις βάρος της χώρας που έχουν ήδη εκτελεστεί, θα καταλάβουν, κι’ ας είναι ακόμη νέοι και άδολοι, πως τα συμβόλαια σε βάρος τους δεν είναι τόσο βαριά, όσο αυτά που εκτελούνται σε βάρος της πατρίδας τους.
Και αυτά θα βαρύνουν ακόμη περισσότερο τους ώμους τους…
Αλλά και θα τους δυναμώσουν…
Υ.Γ. Αν κάποιος είναι αντιγραφέας, αυτός είναι ο ίδιος ο κ. Τσίπρας που πριν τρεις μέρες παρουσίασε, λέει, το «νέο εθνικό σχέδιο για την Πολιτική Προστασία», αντιγράφοντας από την ήδη ισχύουσα νομοθεσία και παρουσιάζοντας ως καινούργιες ρυθμίσεις αυτές που ήδη υπάρχουν – από τον ιδρυτικό νόμο της Πολιτικής Προστασίας, από τον «Ξενοκράτη», από τους νόμους του 2006, του 2007, του 2014.
*Η Σοφία Βούλτεψη είναι Βουλευτής Β΄ Αθηνών, πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητική εκπρόσωπος, δημοσιογράφος