του Ιωσήφ Αβράμογλου*
Η Βελγίδα Lara Fabian είναι μία από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες της Ευρώπης. Δεν χωρά αμφιβολία. Αλλά η πρώτη της συναυλία στο TaekWon Do ήταν απογοητευτική για αρκετούς λόγους.
Κατ’ αρχήν η γυναίκα πατάει καλλιτεχνικά σε δύο βάρκες. Ενώ έχει αγαπηθεί και από το ελληνικό κοινό για τις Easy Listening ερμηνίες της (τύπου Celine Dion) στα περίφημα “Je T’ Aime” και “Je Suis Malade”, όλο το υπόλοιπο πρόγραμμα που παρουσίασε είναι βασισμένο σε μία ηλεκτροπόπ μουσική, τύπου σύγχρονης Alison Moyet, που δεν ταιριάζει στην Lara. Μπορεί να την δείχνει πιό προχώ αλλά δεν της ταιριάζει. Ας αφήσουμε το γεγονός ότι σε τέτοια είδη ηλεκτρονικής ποπ οι Βρετανοί δεν ανταγωνίζονται εύκολα.
Δεν ξέρω ποιός την επιρρέασε. Αν είναι ο μάνατζέρ της, με τον οποίο είχα μία μικρή επικοινωνία πριν από 2 μήνες ή τα μέλη του λιτού συγκροτήματος της, αλλά μιά τέτοια φωνή και μιά τέτοια ερμηνεύτρια χρειάζεται κατεπειγόντως εντελώς διαφορετικό ρεπερτόριο, άλλες ενορχηστρώσεις, κάποια ισχυρά κομμάτια, ίσως ακόμα και κάποιες διασκευές και γενικά μιά διαφορετική κατευθύνση, δεδομένου ότι πλέον πενηνταρίζει και δεν είναι πιά μπέμπα.
Διασκευές? Οποσδήποτε! Αλλωστε το “Je Suis Malade” στο οποίο την αποθέωσαν και στην Αθήνα και ήταν η κορυφαία στιγμή της συναυλίας της, είναι διασκευή στο τραγούδι που είχε γράψει και είχε κυκλοφορήσει ο κορυφαίος Γάλλος τραγουδιστής Serge Lama, το 1973. H Celine για παράδειγμα, έχει πει αρκετά τραγούδια άλλων. Φέρθηκε έξυπνα, δεν είχε ταμπού σε αυτό το θέμα. Αλλά εκείνη είχε έναν René Angélil δίπλα της. Εφόσον δεν υπάρχουν αξιόλογες νέες συνθέσεις, δυνατά νέα κομμάτια που θα είναι σημαντικά και θα κάνουν επιτυχία, αναγκαστικά μια τραγουδίστρια πρέπει να πει και διασκευές. Δεν μπορεί να παραμένει με πτωχό ρεπερτόριο. Στο 90% του προγράμματος ο κόσμος ήταν ξενερωμένος, δεν συμμετείχε και χειροκροτούσε διάσπαρτα και χλιαρά. Μεγάλη παράλειψη που δεν είπε το “Adagio” και το “Caruso”. Επίσης, ενώ το 2009 είχε βγάλει έναν μεγάλο δίσκο μόνο με διασκευές, με γενικό τίτλο “Every Woman In Me”, όπου μέσα έχει πει δύο τραγούδια της Joni Mitchell, το “Alfie” του Burt Bacharach, το “Bewitched, Bothered and Bewildered”, το “Crazy” της Patsy Cline, το “Close To You” των Carpenters, το “Wind Beneath My Wings” της Betty Midler, το “Mahogany” της Diana Ross, το “Why” της Annie Lennox κ.ά. Αν κάποια από αυτά δεν τα έχετε ακούσει από την Fabian, αξίζει να τα αναζητήσετε στο YouTube, διότι δίνει εξαιρετικές ερμηνείες. Δεν τραγούδησε λοιπόν τίποτα από όλα αυτά στην συναυλία της. Παράδοξο! Επίσης θα μπορούσε να πει ένα κομμάτι της Cher ή της Celine ή και της Barbra Streisand, που έχει την δυνατότητα να το κάνει. Κρίμα.

Πάμε τώρα στο συγκρότημα που την συνόδευε. Εγώ προσωπικά έχω δει λίγες συναυλίες χωρίς… μπάσο. Εκείνη των Tangerine Dream, που είχα διοργανώσει το 1983 στον Λυκαβηττό, ίσως του Mike Oldfield και άγνωστο αν υπάρχει άλλη. Η Lara Fabian είχε τρεις κημπορντίστες, εκ των οποίων ο ένας έπαιζε και λίγο μπάσο στο 10% μόνο των κομματιών, μία ηλεκτρονική ντραμς και ένα σετ κρουστά, καθώς και δύο άτομα στα φωνητικά. Ούτε κιθάρα, ούτε πιάνο, που το πιάνο είναι ένα όργανο που ταιριάζει απόλυτα στην φωνή της Fabian, ούτε πνευστά, ούτε τσέλο, ούτε τίποτα. Και τι πήγαμε να δούμε? Τα τσικό των Kraftwerk με τραγουδίστρια την Lara Fabian…? Απογοητευτικό! Η τραγουδίστρια αυτή πρέπει νάχει πίσω της όσο το δυνατόν περισσότερα όργανα, φυσικά όργανα, να αναδεικνύουν την ευαισθησία της φωνής και της ερμηνείας της.
Και τέλος, το μεγάλο φιάσκο ήταν, ότι ενώ υπήρχε από πίσω μιά μεγάλη οθόνη, που έδειχνε κάτι χαζά (έτοιμα, αγορασμένα) βιντεάκια, δεν υπήρχαν κάμερες (τουλάχιστον δύο χρειάζονταν, η μία με γερανό), ώστε να βλέπουμε στην οθόνη την τραγουδίστρια, τα μιμίκ που κάνει στο πρόσωπό της όταν ερμηνεύει και γενικότερα άλλες λεπτομέρειες του σώου (π.χ. κάποιο σόλο, αν και δεν υπήρξε…). Δηλαδή τα εισιτήρια δεν ήσαν και φθηνά, από 30-120 ευρώ, σε μια χωρητικότητα 8-10 χιλιάδων, δεν γίνεται να κάθεσαι τέρμα θεού και απλώς να βλέπεις στα… 80 χιλιοστά (που πιάνει το μάτι σου) μία ξανθιά να τραγουδάει εκεί πέρα όλο το βράδυ και με μαύρα ρούχα. Δεν λέει. Το light show ήταν παντελώς ανύπαρκτο. Ο ήχος μέτριος προς τον ανεκτό.
Γνωρίζοντας την Lara Fabian εδώ και χρόνια από τους δίσκους της και τα videos, θα ήταν μία καλλιτέχνις για την οποία θα ήθελα να διοργανώσω μία συναυλία. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι όταν θα ερχόταν η ώρα του track listing, διότι ποτέ δεν υπέγραφα συμβόλαιο χωρίς να ξέρω το track listing εκ των προτέρων (ακόμα και στα μεγάλα ιερά “τέρατα”), φοβάμαι ότι η συμφωνία μας δεν θα προχωρούσε με αυτή την λίστα τραγουδιών που μας παρουσίασε η Fabian στο Φάληρο. Της εύχομαι να βρει έναν σοβαρό παραγωγό, όπως τον David Foster, που είχε δείξει ενδιαφέρον για εκείνην και να της δώσει μία νέα διαφορετική κατεύθυνση, που να της ταιριάζει περισσότερο και γιατί όχι, ίσως και κάποιο νέο καλό τραγούδι, ώστε να αξιοποιήσει τις υπέροχες ερμηνευτικές της δυνατότητες.
Au revoir Fabian.
* Ο Ιωσήφ Αβράμογλου είναι γνωστός μουσικός παραγωγός και αναλυτής και κάνει εκπομπές στον ΘΕΜΑ RADIO 104.6
Φτωχαδάκια και Λεφτάδες
*Του Γιώργου Κυρίτση
Κουρνιαχτός ξεσηκώθηκε από την είδηση ότι ο Πάμπλο Ιγκλέσιας των Podemos και η σύντροφός του, Ιρένε Μοντέρο, αγόρασαν σπίτι αξίας 500.000 ευρώ (κόστους δηλαδή όσο ένα καλό τριάρι στο κέντρο της Μαδρίτης, για να έχουμε το μέτρο της σύγκρισης). Κι ο κουρνιαχτός αυτός δίνει το ερέθισμα για κάποιες σκέψεις πάνω σε αυτά τα ζητήματα που περιγράφονται ως θέματα «πολιτικής και ιδεολογικής ηθικής». Πολλώ μάλλον που οι Podemos είναι στη συνείδηση της κοινής γνώμης ταυτισμένοι με τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ το Λαϊκό Κόμμα είναι η αντίστοιχη Νέα Δημοκρατία της Ισπανίας.
Σε ό, τι αφορά το ζήτημα της «πολιτικής ηθικής», η αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου από τον Ιγκλέσιας δεν συνιστά σκάνδαλο, καθώς δεν κατηγορείται ότι έκανε κάτι παράνομο ή ότι εκμεταλλεύτηκε τη θέση του προκειμένου να έχει κάποιου είδους ωφέλημα. Είναι κατανοητή η αγωνία του Λαϊκού Κόμματος, για το οποίο υπάρχουν ανοιχτές στη Δικαιοσύνη 127 υποθέσεις διαφθοράς (με τον ίδιο το Ραχόι, εν ενεργεία Πρωθυπουργό, να καταθέτει στον ανακριτή), να ψάξει κάποιου είδους παρανομία των Podemos για να το χρησιμοποιήσει συμψηφιστικά. Η αποδόμηση του ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς, άλλωστε, είναι προτεραιότητα για τη Δεξιά και τα κυρίαρχα ΜΜΕ και στην Ισπανία.
Κι επειδή τα πολιτικά και δημοσιογραφικά λαγωνικά δεν έχουν κατορθώσει να εμπλέξουν τους Podemos και την ηγεσία τους σε κάποια λαμογιά, καταφεύγουν στο ηθικό σκέλος του ζητήματος, στη βάση του πρωτόγονου αφορισμού «αριστεροί με δεξιές τσέπες». Αυτό λέει ότι ο αριστερός πρέπει να είναι φτωχός, αλλιώς είναι υποκριτής. Το επιχείρημα αυτό πατάει στον άλλο θεμελιώδη μύθο της λαϊκίστικης δεξιάς ρητορικής, ότι οι αριστεροί είναι κατά του πλούτου και υπέρ της φτώχειας. Ωστόσο, ισχύει το ακριβώς αντίθετο: η Αριστερά είναι κατά της φτώχειας και της κοινωνικής αδικίας που την αναπαράγει, άρα υπέρ των φτωχών. Η Δεξιά πάλι, όπως είχε πρόσφατα την ευκαιρία να μας διευκρινίσει ο εν Ελλάδι ηγέτης της, θεωρεί φυσική την κοινωνική ανισότητα, άρα είναι καταστατικά υπέρ των κοινωνικών ανισοτήτων. Κι επειδή δεν υπάρχουν πλούσιοι χωρίς να υπάρχουν φτωχοί, είναι τρόπον τινά ένα σύστημα μηδενικού αθροίσματος: όσο μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας κατευθύνεται στους φτωχούς τόσο μειώνεται η συμμετοχή των πλουσίων στην πίτα. Όχι για λόγους κοινωνικού φθόνου, αλλά για λόγους πρακτικούς.
Είναι αυτό ως λογική παρωχημένο ή ακραία ισοπεδωτικό; Την απάντηση δίνουν άνθρωποι που δύσκολα κανείς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει αριστερούς, όπως ο Πικετί ή ο Στίγκλιτς, που θεωρούν τη δραστική φορολόγηση του πλούτου ως όρο επιβίωσης του ίδιου του καπιταλισμού.
Συνεπώς, η διχοτομική γραμμή τίθεται όχι με βάση το εισόδημα αλλά με βάση τη στάση απέναντι στη φορολογία. Είναι προφανές ότι ειδικά οι πλούσιοι αριστεροί έχουν σαφώς το ηθικό πλεονέκτημα όταν επιβάλλουν υψηλότερη φορολογία στα δικά τους μεγάλα εισοδήματα. Πάντως, αν θέλει κάποιος να έχει έναν μετρήσιμο δείκτη πολιτικής διαφθοράς, ένας τυπικός τρόπος είναι η σύγκριση του πόθεν έσχες ενός πολιτικού όταν μπαίνει στην πολιτική και όταν βγαίνει από αυτήν.
*Ο Γιώργος Κυρίτσης είναι Βουλευτής Β΄Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ