Η αποτυχία των ευρωσκεπτικιστών να σχηματίσουν κυβέρνηση στην Ιταλία μετά το βέτο, που άσκησε ο αρχηγός του κράτους για τον υπουργό Οικονομίας ο οποίος τάσσεται κατά του ευρώ, ωθεί τη χώρα προς μια πολιτική κρίση, η μοναδική έξοδος από την οποία φαίνεται να είναι οι πρόωρες εκλογές.
Μια κυβέρνηση Κοταρέλι
Το πρώτο βήμα σε κάθε περίπτωση θα είναι η γέννηση μιας κυβέρνησης τεχνοκρατών υπό τον Κάρλο Κοταρέλι.
Αυτό το πρώην στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ενσάρκωσης της δημοσιονομικής λιτότητας, κλήθηκε αργά το πρωί σήμερα από τον πρόεδρο Σέρτζιο Ματαρέλα.
Δεδομένου ότι δεν οφείλει να διαπραγματευθεί με τα πολιτικά κόμματα, ο Κοταρέλι αναμένεται να σχηματίσει γρήγορα την κυβέρνησή του, να ορκισθεί ως πρωθυπουργός και στη συνέχεια να ζητήσει την ψήφο εμπιστοσύνης του κοινοβουλίου.
Το κοινοβούλιο
Είναι πολύ απίθανο ο Κοταρέλι να λάβει την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου, στο οποίο κυριαρχούν οι βουλευτές του αντισυστημικού Κινήματος 5 Αστέρων (M5S) και της ακροδεξιάς Λέγκας, οι οποίοι απορρίπτουν κατηγορηματικά όσα αυτός αντιπροσωπεύει.
Χωρίς ψήφο εμπιστοσύνης, στην κυβέρνηση θα ανατεθεί μόνο η διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων εν αναμονή νέων εκλογών, η ημερομηνία των οποίων θα καθορισθεί από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας σε συμφωνία με τους κύριους πολιτικούς αξιωματούχους και τους προέδρους των δύο σωμάτων του κοινοβουλίου.
Σύμφωνα με τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης, οι νέες εκλογές μπορεί να πραγματοποιηθούν στην αρχή Σεπτεμβρίου ή μέσα στο φθινόπωρο.
Η ισορροπία δυνάμεων
Στις βουλευτικές εκλογές της 4ης Μαρτίου, ο συνασπισμός δεξιάς/ακροδεξιάς κέρδισε 37% των ψήφων –με τη Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι (17%) να προηγείται της δεξιάς Φόρτσα Ιτάλια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι (14%)– και το Κίνημα 5 Αστέρων (M5S) περισσότερο από 32%, ενώ το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα (PD) έπεσε στο 19%.
Οι δημοσκοπήσεις τοποθετούν πλέον τη Λέγκα γύρω στο 22% των προθέσεων ψήφου ενώ οι άλλοι σχηματισμοί παραμένουν στα επίπεδά τους του Μαρτίου.
Όμως δεν είναι βέβαιο πως ο συνασπισμός της δεξιάς θα επιβιώσει της τρέχουσας κρίσης. Ο Μπερλουσκόνι είχε δώσει το πράσινο φως του στις συνεννοήσεις μεταξύ M5S και Λέγκας, όμως δεν του άρεσε καθόλου το κοινό πρόγραμμά τους. Καθώς υποστηρίζει την ευρωπαϊκή κατεύθυνση της Ιταλίας, τάχθηκε χθες Κυριακή πίσω από τον Ματαρέλα.
Τα μέσα ενημέρωσης δεν αποκλείουν στο εξής μια συμμαχία ή μια συμφωνία Λέγκας / M5S. Η εφημερίδα La Stampa, για παράδειγμα, κάνει λόγο για ένα ενδεχόμενο «σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ των δύο για τις επόμενες εκλογές».
«Θα δούμε, θα κρίνουμε από τα προγράμματα», δήλωσε σήμερα για το θέμα αυτό ο Σαλβίνι, διευκρινίζοντας πως το κοινό πρόγραμμα που διαμορφώθηκε μεταξύ των δύο κομμάτων «έθεσε καλές βάσεις για να δουλέψουμε μαζί».
Με τον τρόπο αυτό ασκεί πίεση στον Μπερλουσκόνι, για τον οποίο το M5S είναι μαύρο πρόβατο, ενώ του απηύθυνε και ένα τελεσίγραφο για τις επόμενες ημέρες: «Αν ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Κοταρέλι, η συμμαχία διαλύεται», προειδοποίησε ο Σαλβίνι.
Με ποιόν νόμο;
Το αδιέξοδο, που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η Ιταλία, είναι καρπός, μεταξύ άλλων, του εκλογικού νόμου, ο οποίος εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αναλογική αντιπροσώπευση, πράγμα που δημιουργεί ζητήματα σ’ ένα πολιτικό τοπίο χωρισμένο σε τρία στρατόπεδα –τη δεξιά, τους αντισυστημικούς και την κεντροαριστερά.
«Αν επιστρέψουμε τώρα στις κάλπες με τον ίδιο εκλογικό νόμο, θα αντιμετωπίσουμε και πάλι τις ίδιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σήμερα», πρόειδοποίησε χθες Κυριακή η πρόεδρος της Γερουσίας Μαρία Ελιζαμπέτα Αλμπέρτι Καζελάτι.
Και με έναν νεό νόμο; Ο Σαλβίνι δεν το αποκλείει, ενισχυμένος από τις προνομιούχες πλέον σχέσεις του με τον Λουίτζι Ντι Μάιο, τον επικεφαλής του M5S.
«Η μόνη βεβαιότητα που έχουμε τώρα είναι ότι υπάρχει μια πλειοψηφία στο κοινοβουλιο που μπορεί να προτείνει και να εγκρίνει νόμους. Και το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε είναι να αρχίσουμε τη συζήτηση για τον εκλογικό νόμο», υποσχέθηκε σήμερα.
Ανάλυση: Στην μέγγενη Τράμπ το άδειο κοστούμι της Κίνας
Ειδικού Συνεργάτη
Η στρατηγική της επιβολής δευτερευόντων οικονομικών κυρώσεων που εφαρμόζει η κυβέρνηση Τράμπ στην εξωτερική της πολιτική, πέρα από την περίπτωση του Ιράν και την Ευρώπη, αποτελεί θανάσιμη απειλή για τον μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου και μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, την Κίνα. Και για όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις η Κίνα, ήδη βρίσκονταν σε δύσκολη θέση.
Πριν από λίγες ημέρες ο έμπειρος σε σκληρές εμπορικές διαπραγματεύσεις, Εμπορικός Εκπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ρόμπερτ Λαϊχάϊζερ, ηγήθηκε υψηλόβαθμής αμερικανικής αντιπροσωπείας η οποία βρέθηκε στο Πεκίνο, για να παρουσιάσει τις απαιτήσεις της κυβέρνησης Τράμπ, σε θέματα εμπορίου. Ο κ. Λαϊχάϊζερ, δεν είναι μια τυχαία περίπτωση αφού πρόκειται για το πρόσωπο που συνέγραψε το νομικό πλαίσιο γιαυτό που όλοι μας γνωρίζουμε ως Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, και κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Ρέηγκαν, ήταν αυτός που γονάτισε την Ιαπωνία σε μια σειρά οικονομικά και εμπορικά θέματα.
Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, συνοδεύονταν από μια σφικτή ομάδα ανώτερων αξιωματούχων, όπως ο Υπουργός Οικονομικών, Στήβ Μινιούτσιν, ο Υπουργός Εμπορίου, Γουίλμπουρ Ρός, ο Οικονομικός Σύμβουλος του Προέδρου Τράμπ, Λάρυ Κούντλοου, και ο Πρέσβης των ΗΠΑ στην Κίνα, Τέρι Μπράντστάντ. Από όλη αυτή την ομάδα, οι Κινέζοι, τον μόνο που θεωρούν φιλικό πρόσωπο, είναι ο Αμερικανός Πρέσβης.
Δεν επρόκειτο για διαπραγμάτευση, αλλά για παρουσίαση μιας λίστας απαιτήσεων από την πλευρά της Ουάσιγκτον.
· Η Κίνα θα παύσει όλες τις κλοπές τεχνολογίας / κυβερνοχώρου καθώς και θα παύσει όλες τις πολιτικές που στοχεύουν να αναγκάσουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις να μοιραστούν τεχνολογίες με την Κίνα.·
Η Κίνα θα δεχτεί αμερικανικές τριμηνιαίες επιθεωρήσεις για όλες τις εμπορικές πολιτικές και θα δεσμευτεί προκαταβολικά για συνεργασία με τα αμερικανικά ευρήματα.·
Η Κίνα θα υποβάλει καταλόγους εμπορευμάτων που αποστέλλονται σε τρίτες χώρες, έτσι ώστε να μην μπορεί να παρακάμψει τους αμερικανικούς περιορισμούς εισαγωγής.·
Η Κίνα θα εγκαταλείψει όλες τις υποθέσεις που έχει καταθέσει εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών στον WTO, όσον αφορά οποιοδήποτε από τα παραπάνω ζητήματα και θα συμφωνήσει προκαταβολικά να μην ξεκινήσει νέες.
Η παραπάνω λίστα απαιτήσεων είναι πρωτοφανής για τα δεδομένα του μεταπολεμικού συστήματος διεθνούς εμπορίου, όσο αφορά το πόσο λεπτομερής και σε βάθος προχωρά, το πώς εισβάλλει στον πυρήνα της νομιμότητας της κυβέρνησης της Κίνας, πώς το Πεκίνο ελπίζει να αναπτύξει τον κινεζικό οικονομικό και πολιτικό χώρο, πώς η Κίνα ελπίζει να προβάλει την οικονομική δύναμη σε διεθνές επίπεδο και, πάνω απ ‘όλα, την προθεσμία της 1ης Ιουλίου, που έθεσε η αμερικανική αντιπροσωπεία για την αποδοχή τους.Σύμφωνα με τα δεδομένα που επικρατούσαν μέχρι σήμερα, όλα αυτά τα αιτήματα θα απορρίπτονταν πριν καν τεθούν. Αντ ‘αυτού, οι Κινέζοι έστειλαν τη δική τους αντιπροσωπεία στις Ηνωμένες Πολιτείες για συνομιλίες πριν από λίγες ημέρες για να δουν πόσο περιθώριο διαπραγμάτευσης μπορεί να υπάρχει με την κυβέρνηση Τράμπ. Στις 18 Μαΐου οι Κινέζοι ανακάλυψαν ότι η κυβέρνηση Τράμπ, δεν έκανε πλάκα αλλά το εννοούσε. Όπως συμβαίνει στην Ευρώπη, τα τοπικά μέσα μαζικής ενημέρωσης στην Κίνα είναι πολύ επιθετικά με το πόσο παράλογοι είναι οι Αμερικανοί. Όπως και στην Ευρώπη, οι πραγματικοί υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων είναι πολύ πιο προσεκτικοί. Ο πρόεδρος Σι είναι αναπάντεχα σιωπηρός. Αυτός και το Πολιτικό Γραφείο μπορεί να έχουν εθνικιστικές προσδοκίες, αλλά συνειδητοποιούν πλήρως την πραγματικότητα του παγκόσμιου εύρους ισχύος.
Η πάσχουσα από έλλειψης στρατηγικής γραφειοκρατία των Βρυξελλών, δεν είναι σε θέση να το αντιληφθεί αυτό. Το ίδιο και τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Η Μέρκελ το κατανοεί, το ίδιο και Κινέζος Πρόεδρος, Σι. Ήδη ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών, Μινιούτσιν, έχει απειλήσει την Κίνα, με κόψιμο από το σύστημα Swift. Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα που έχει προκύψει από αυτό το σκληρό παιχνίδι μέχρι σήμερα, είναι ότι στις 20 Μαΐου οι δύο πλευρές συμφώνησαν να σταματήσουν να απειλούν η μια την άλλη δημόσια για επιβολή δασμών. Είναι σαφές ότι η Κίνα, έχει πλέον χωνέψει ότι ο Πρόεδρος Τράμπ και η κυβέρνηση του μιλάνε σοβαρά, και δεν υπάρχει κανένα νόημα να πιπιλάνε την απειλή του εμπορικού πολέμου, διότι είναι μια μάχη όπου ξέρουν ότι θα χάσουν.Για να καταφέρει η Κίνα να αποφύγει μια ολοκληρωτική καταστροφή του οικονομικού και πολιτικού της συστήματος, από τις δράσεις των ΗΠΑ, θα πρέπει να προσκομίσει κάτι πολύ μεγάλο στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Και θα πρέπει να είναι στην ίδια κλίμακα των απαιτήσεων που έχει καταθέσει η αμερικανική πλευρά. Είναι βέβαιο ότι τι Πεκίνο αναζητά στρατηγικού επιπέδου θέματα για να προσφέρει ως αντάλλαγμα στην κυβέρνηση Τράμπ, έτσι ώστε η Ουάσιγκτον, να συνεχίσει να είναι γαλαντόμος απέναντι στην Κίνα. Η Βόρεια Κορέα είναι ψηλά στη λίστα. Και η συνεργασία με τις ΗΠΑ στο θέμα του Ιράν, ίσως και τη Ρωσία, είναι επίσης σοβαρές υποψηφιότητες.