Το περασμένο Σάββατο, Ψυχοσάββατο σύμφωνα με την εκκλησία, ήρθαν και μπήκαν στις καρδιές μας, αμέτρητες ψυχές. Φτερουγίζοντας γύρω μας, αθέατες, όπως όλες οι ψυχές, μάς οδήγησαν πίσω, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, εκείνη την αποφράδα 1η Μαΐου 1944. Διακόσιοι άνθρωποι, κατ’ άλλους περισσότεροι, κομμουνιστές στη συντριπτική τους πλειονότητα, εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς. Δεν ήταν το πιο πολύνεκρο έγκλημα του φασισμού στη χώρα μας, έμεινε ωστόσο για πάντα ως το πιο γνωστό.
Στην Καισαριανή άκουγαν τα μυδράλια, που σώριαζαν τους πατριώτες, άκουγαν τα τραγούδια τους- έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι, βουνά, ραχούλες- τον Εθνικό Υμνο, τις φωνές τους «Ζήτω η Ελλάδα», «Ζήτω η Ελευθερία». Κι έπειτα, έβλεπαν το αίμα να στάζει στους δρόμους καθώς τους μετέφεραν τα καμιόνια, σκοτωμένους.
Και τότε η Καισαριανή, που ολόκληρη τη μέρα σπάραζε «δαγκώνοντας» τη φωνή της, άρχισε μέσα στο μούχρωμα να ανεβαίνει προς τον αιματοβαμμένο τόπο εκτελέσεων, κρατώντας μικρά δαδιά στα χέρια. Οι μικρές φλογίτσες οδηγούσαν και ταυτόχρονα αποχαιρετούσαν τους νεκρούς, ενώ οι ζωντανοί έψελναν: «Επέσατε θύματα, αδέρφια, εσείς / Σε άνιση Πάλη κι Αγώνα / Ζωή, λευτεριά και τιμή του Λαού / Γυρεύοντας, βρήκατε μνήμα».
Δέκα μέρες από την πρωτομαγιά, έγιναν κι άλλες εκτελέσεις στο Σκοπευτήριο. Επειδή, όμως, το αίμα των 200 ήταν ακόμα «ζωντανό» και σκέπαζε τα πάντα, τους πήγαν πίσω από τον τοίχο.
Ο Νίκος Καββαδίας είναι απολύτως ακριβής όταν γράφει: «Στον τοίχο της Καισαριανής μάς πήγαν από πίσω/ κι ίσα ένα αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν τον σωρό». Το ποίημα είναι για τον επίσης εκτελεσμένο από τους φασίστες Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και η αναφορά στην Καισαριανή γίνεται για την 10η Μαΐου. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν μέχρι και την τελευταία μέρα της κατοχής. Τα ναζιστικά κτήνη ήταν κτήνη- δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα παραπάνω.
Κι ο σύντροφος των 200 ποιητής, ο Γιάννης Ρίτσος, θα έγραφε λίγο μετά:
«Κι ύστερα πάλι η ομοβροντία τα χαράματα
διώχνοντας απ’ τα κυπαρίσσια τα σπουργίτια·
τα φορτηγά αυτοκίνητα γιομάτα αγωνιστές,
περνώντας για τον τόπο της εκτέλεσης,
κόβοντας με τις ρόδες τους στα δυο τον ήλιο.
Μας κλείσαν σύντροφε το στόμα.
Δεν προφτάσαμε να πούμε το τραγούδι μας.
Έμεινε πάλι η πολλή σκόνη τ’ απογεύματα,
η σκόνη που αφήνουν πίσω τους τα μαύρα φουστάνια των μανάδων
καθώς γυρνάνε απ’ του Αβέρωφ ή απ’ του Χατζηκώστα
ή απ’ τα τμήματα των μεταγωγών,
οι μαύρες μανάδες με τα μαύρα φουστάνια
με την καρδιά τους τυλιγμένη στο μαντίλι τους
σαν ένα ξεροκόμματο ψωμί που δεν μπορεί να το μασήσει μήτε ο θάνατος.»
Κι ύστερα, απόγονοι κι επίγονοι, ζήσαμε με τη μνήμη τους να μας έχει σημαδέψει, μα, καθώς περνούσαν τα χρόνια, να κρύβεται όλο και πιο βαθιά στο μυαλό μας. Αλλά η Ιστορία θα ξαναβγεί μπροστά, από κάποιο σπουδαίο ή και τυχαίο γεγονός.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά, εμφανίστηκαν προς δημοπρασία στο διαδίκτυο τεκμήρια που δεν είχαμε. Δώδεκα φωτογραφίες, με τα καμιόνια, με τους ίδιους, με τους Γερμανούς. Ανοιξε ξανά η συλλογική πληγή και η μνήμη αιμορράγησε και πάλι.
Αν μια φωτογραφία ισούται με χίλιες λέξεις, οι φωτογραφίες αυτές, μοναδικές από εκείνη την μαύρη ημέρα, ισούνται με τόμους ολόκληρους. Είναι η μεγάλη αποκάλυψη για το πώς βάδιζαν αγέρωχοι προς τον θάνατο εκείνοι οι ήρωες. Μερικοί φορώντας τα «καλά» τους σακάκια, όλοι φροντισμένοι, ξυρισμένοι αν βλέπουμε σωστά, και με το στόμα μισάνοιχτο- πάει να πει, τραγουδούσαν.
Δεν είναι ότι δεν φοβούνταν τον θάνατο. Είναι ότι τον περιφρονούσαν, όπως περιφρονούσαν και τους δημίους τους. Με την καρδιά τους ζεστή από τα «πιστεύω» τους, με το όνειρο μιας ελεύθερης, καλύτερης Ελλάδας να φωτίζει τα μάτια τους. Ησυχοι, σοβαροί, με μια αδιόρατη θλίψη επειδή θα λείπουν από το μέλλον που το φαντάζονται λαμπρό, σίγουροι ότι έχουν κάνει το καθήκον τους. Ως άνθρωποι, ως κομμουνιστές, ως πατριώτες.
Οι φωτογραφίες, όπως μάθαμε όλοι, είχαν τραβηχτεί από κάποιον ναζί στρατιωτικό, στο πλαίσιο διαταγής του Γκαίμπελς να αποτυπώνουν τα πάντα, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την προπαγάνδα του Γ Ράιχ. Δεν δείχνουν σκοτωμούς, ούτε καν σκοτωμένους. Είναι σαν τις αρχαίες τραγωδίες, όπου ο θάνατος δεν εύρισκε ποτέ κανέναν επί σκηνής. Δεν παύουν όμως, να είναι συγκλονιστικές. Να σφραγίζουν πια τη μνήμη μας με την θαυμαστή θυσία των αγωνιστών.
Αριστα έπραξε λοιπόν η Λίνα Μενδώνη και πήρε επάνω της το ζήτημα. Και μέσα σε έξι μέρες από τότε που μαθεύτηκε η ύπαρξη των ντοκουμέντων αυτών, κίνησε τα νήματα έτσι ώστε και το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων να συζητήσει το ζήτημα και αντιπροσωπεία να συναντήσει τον συλλέκτη στο Βέλγιο και προσύμφωνο αγοράς να υπογραφεί. Ετσι φαίνονται οι αποτελεσματικοί υπουργοί, που και ξέρουν και κάνουν σωστά τη δουλειά τους.
Μελανό σημείο, τα – πολλά δυστυχώς – σχόλια από ανθρώπους που δεν αισθάνθηκαν αυτή την ιερή συγκίνηση που νιώσαμε εμείς. Εβγαλαν στην επιφάνεια όλο τον κακό, κομματικό, ίσως και ακροδεξιό, διχαστικό εαυτό τους και προσπάθησαν να μας πείσουν, περίπου, ότι… καλά έπαθαν. Διότι οι 200, που παραδόθηκαν στους Γερμανούς από μια δικτατορική ελληνική κυβέρνηση, δολοφονήθηκαν επειδή αντάρτες σκότωσαν στους Μολάους έναν Γερμανό διοικητή και κανα-δυο συνοδούς του.
Οι κατακτητές, εφαρμόζοντας την φασιστικής νοοτροπίας συλλογική ευθύνη, ανακοίνωσαν ότι σκοτώνουν 200 για τρία ναζιστικά καθάρματα. Και αυτό το βρίσκουν εντάξει όσοι μιλάνε για ευθύνη των ανταρτών που με την πράξη τους επέφεραν αντίποινα. Και δεν τους νοιάζει που άλλοι 100 σκοτώθηκαν στους Μολάους από «εθελοντές»- ομοϊδεάτες τους;
Ένα πράγμα μπορεί να κάνει μονάχα κανείς: να τους φωνάξει «σιωπή» κι έπειτα να κλίνει το γόνυ μπροστά στους πατριώτες αυτούς που ξαφνικά απέκτησαν πρόσωπο, πλουτίζοντας την Ιστορία, αλλά και έδωσαν μια «μορφή» στον αγώνα εκείνων των χρόνων. «Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο/ κι αυτόν τον ουρανό δεν μπορούν να μας τα πάρουν» έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος και πάλι.
Εκείνοι, είναι αθάνατοι. Κι όσοι τούς αμφισβητούν, ηθικά πεθαμένοι.


