«Η Σχολή Σταυράκου είναι σαν το Στρατό. Όλοι κάναμε τη θητεία μας σ’ αυτή, σαν μαθητές ή σαν δάσκαλοι» έλεγε ο Γιάννης Τσαρούχης, που είχε διδάξει σε αυτήν, όταν είχε ιδρυθεί το Τμήμα Σκηνογραφίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι μαθητές της, την αποκαλούν «Μεγάλη του Γένους Σχολή». Το κτήριο που την φιλοξενούσε επί χρόνια, στην Ιουλιανού 26, θα επισκευαστεί. Στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων συζητήθηκε η μελέτη αποκατάστασης – επισκευής και αλλαγής χρήσης από κατοικία σε κτήριο γραφείων, φερόμενης ιδιοκτησίας του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) με μισθωτή το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Το κτήριο επί της οδού Ιουλιανού 26 έχει χαρακτηριστεί από το υπουργείο Πολιτισμού ως μνημείο με τον περιβάλλοντα χώρο στα όρια της ιδιοκτησίας του, μαζί με άλλα 4 κτήρια του αρχιτέκτονα Βασ. Τσαγρή, «διότι αποτελούν αξιόλογα δείγματα αρχιτεκτονικής, με πλούσια διακοσμητικά στοιχεία, καθιερωμένα με την ονομασία ‘στυλ Τσαγρή’, σημαντικά για τη μελέτη της ιστορίας της αρχιτεκτονικής μέσα στο οικιστικό πλέγμα της πόλης των Αθηνών». Διατηρητέο το έχει κηρύξει και το ΥΠΕΝ.
Δυστυχώς, αν και πολύτιμο αρχιτεκτονικά, το κτίσμα παραδόθηκε στην φθορά και σε καταστροφές που συνέβησαν προϊόντος του χρόνου. Τώρα όμως θα σωθεί και μάλιστα με ιδιαίτερο σεβασμό ως προς την έξοχη αρχιτεκτονική του
Ο Λυκούργος Σταυράκος, που ήρθε νεαρός από τη Μάνη με όνειρο να σπουδάσει σκηνοθεσία, υπήρξε θεμελιωτής της κινηματογραφικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, και ένας από τους μεγαλύτερους πρωτοπόρους της εποχής του. Όχι μόνο δημιούργησε την κινηματογραφική εκπαίδευση στη χώρα μας -στην οποία πρόσθεσε και την τηλεοπτική το 1968, αμέσως μόλις η Τηλεόραση έκανε την εμφάνισή της στη χώρα μας αλλά κατόρθωσε να την εδραιώσει, να την καθιερώσει και την επιβάλει χωρίς την ενίσχυση του Κράτους και των εποπτευόντων Υπουργείων. Η σχολή ιδρύθηκε το 1948.
Ο ίδιος ο Λυκούργος Σταυράκος ταυτίστηκε τόσο πολύ με την Σχολή του, ώστε το όνομά του να παραμένει συνώνυμο με την κινηματογραφική εκπαίδευση από το 1948 μέχρι σήμερα. Η Σχολή Κινηματογράφου Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου αποτέλεσε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της νεότερης ιστορίας της χώρας μας. Έγινε κάτι σαν παράδοση και θρύλος, ενώ χαρακτηρίστηκε ως «Η Μεγάλη του Γένους Σχολή».
Από την καθηγητική έδρα της, πέρασαν όλα τα σπουδαία ονόματα του Κινηματογράφου, του Θεάτρου και των Οπτικοακουστικών Μέσων, όπως ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο Γιώργος Σκαλενάκης, ο Παντελής Βούλγαρης, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο Μικές Δαμαλάς, ο Γιώργος Κάρτερ, ο Ροβήρος Μανθούλης, ο Παύλος Μάτεσης, ο Ίων Νταιφάς, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο Μάριος Αγγελόπουλος, ο Γιώργος Ανεμογιάννης, οι Γιώργος και Ελένη Βακαλό, ο Μίνως Βολανάκης, ο Ντίνος Δημόπουλος, η Δέσπω Διαμαντίδου, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο Τάσος Ζωγράφος, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Κατράκης, ο Κάρολος Κουν, ο Αργύρης Κουνάδης, ο Θάνος Κωτσόπουλος, ο Σπύρος Μελάς, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Άγγελος Προκοπίου, ο Γιάννης Σιδέρης, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Μάνος Χατζηδάκις, o Tίτος Βανδής κ.α.
Από τα θρανία της Σχολής πέρασαν και όλοι σχεδόν οι Έλληνες Σκηνοθέτες, Τεχνικοί και Σκηνογράφοι που σήμερα κατέχουν μια εξέχουσα θέση στον Ελληνικό Κινηματογράφο, την Τηλεόραση και το Θέατρο. Η Σχολή έστησε το οικοδόμημα του Εθνικού Ελληνικού Κινηματογράφου και υπήρξε το λίκνο επιφανών μελλοντικών επαγγελματιών.
Το κτήριο επί της οδού Ιουλιανού 26, αποτελεί μία πενταώροφη εκλεκτικιστική αστική κατοικία, που οικοδομήθηκε το 1926, από την οικογένεια Μεταξά με σχέδια του Αρχιτέκτονα Βασίλη Τσαγρή, παρουσιάζοντας επιρροές από το Art Nouneau και τη Βιεννέζικη Σχολή. Στην αρχική φάση κατασκευής του το κτήριο αποτελούνταν από υπόγειο, ισόγειο και τρεις ορόφους, με χρήση κατοικίας.
Σε δεύτερη φάση, η οποία τοποθετείται χρονικά την περίοδο 1935-1945, πραγματοποιήθηκε η προσθήκη του 4ου ορόφου. Η μεταγενέστερη κατασκευή της τεκμηριώνεται λόγω της έντονης διαφοροποίησης των όψεων και του υλικού δόμησης (ασβεστόλιθος με οπές τύπου kalksandstein). Οι όψεις του δεν ακολουθούν τις χαράξεις και τους άξονες των υποκείμενων ορόφων, ενώ απουσιάζει και ο μορφοπλαστικός διάκοσμος. Την περίοδο κατασκευής της προσθήκης πραγματοποιήθηκαν και εσωτερικές διαρρυθμίσεις, κυρίως στον 3ο όροφο που χωρίστηκε σε δυο αυτοτελή διαμερίσματα.
Μέχρι το 1976 το κτήριο στους ορόφους είχε χρήση αμιγώς κατοικίας και κατάστημα κομμωτηρίου στο ισόγειο. Το χρονικό διάστημα 1976-1999 μέρος του υπογείου, το ισόγειο και ο 3ος όροφος χρησιμοποιήθηκαν ως διδακτικές αίθουσες από την κινηματογραφική σχολή Λυκούργου Σταυράκου, ενώ ο 1ος και 2ος όροφος συνέχισαν να αξιοποιούνται ως κατοικίες διατηρώντας τη μορφή τους. Για τις ανάγκες λειτουργίας της σχολής πραγματοποιήθηκαν εσωτερικές διαρρυθμίσεις (καθαιρέσεις τοιχοποιιών, επιδιορθώσεις και προσθήκες δαπέδων).
Το 1999 η Σχολή Σταυράκου μεταφέρει τις εγκαταστάσεις της σε γειτονικό κτήριο με αποτέλεσμα το ισόγειο και ο 3ος όροφος να εγκαταλειφθούν έως και το 2004, όπου το σύνολο του κτηρίου με εξαίρεση τον 2ο όροφο μισθώνεται στη σχολή ΙΕΚ ΔΕΛΤΑ, η οποία το χρησιμοποιεί έως το 2015. Κατά την ανωτέρω περίοδο πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες αλλοιώσεις, όπως προσθήκες δαπέδων, καθαιρέσεις τοιχοποιιών, προσθήκες χωρισμάτων με γυψοσανίδες και ψευδοροφές.
Από το 2015 έως και σήμερα το κτήριο παραμένει εγκαταλελειμμένο, ενώ έχει υποστεί βανδαλισμούς και φθορές, όπως graffiti, πυρκαγιά το 2018 κτλ., όπως αναφέρθηκε στην εισήγηση για το ΚΣΝΜ.
Το κτήριο στην αρχική φάση κατασκευής του, με χρήση αμιγώς οικιστική, αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και τρεις ορόφους. Η συζήτηση για τις μελέτες έγινε με στόχο την επισκευή – αποκατάσταση του εγκαταλελειμμένου σήμερα κτηρίου και την επανένταξή του στη ζωή της πόλης με την αλλαγή χρήσης του σε κτήριο γραφείων.
Η αρμόδια διεύθυνση του υπουργείου Πολιτισμού, συμφώνησε με τις μελέτες, με παρατηρήσεις που ενσωματώθηκαν στη γνωμοδότηση. Όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με την υποβληθείσα αρχιτεκτονική μελέτη, όσον αφορά στο κέλυφος, οι επεμβάσεις αποσκοπούν στη διατήρηση, συντήρηση και αποκατάσταση της αρχικής μορφής του κτηρίου, με αποτέλεσμα την εξυγίανση των όψεων και την αισθητική αναβάθμιση της εικόνας του, διατηρώντας ταυτόχρονα τα αξιόλογα μορφολογικά και διακοσμητικά του στοιχεία.
Οι προτεινόμενες εσωτερικές διαρρυθμίσεις είναι περιορισμένες (ελάχιστες καθαιρέσεις και πολύ μικρής κλίμακας προσθήκη νέων) και αφορούν μόνο στις απολύτως απαραίτητες για την δημιουργία χώρων WC και χώρων γραφείων.
Τέλος, η προτεινόμενη αναμόρφωση της απόληξης του κλιμακοστασίου στο δώμα του κτηρίου (μεταγενέστερη προσθήκη), κρίνεται ως επιτυχής καθώς εντάσσεται ομαλά στο σύνολο του κτηρίου, δεν ανταγωνίζεται και δεν βλάπτει αισθητικά και οπτικά τις αξιόλογες όψεις αλλά και το μνημείο στο σύνολό του.
Αγγελική Κώττη



