Άρχισε η σύγκρουση των Τιτάνων και είναι αδυσώπητη – Γράφει ο Δημήτρης Απόκης

ΑΠΕ

Η επικαιρότητα στα περισσότερα μέσα μαζικής ενημέρωσης της χώρας μας μονοπωλείται από τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ενεργειακή κρίση και τις αρνητικές οικονομικές συνέπειες που προκαλεί και θα προκαλέσει και βέβαια την λεπτομερή καταγραφή σε καθημερινή βάση του παραληρηματικού αφηγήματος του Ταγίπ Ερντογάν, διότι δυστυχώς καταγραφή γίνεται και όχι σοβαρή ανάλυση. Την ίδια στιγμή η σύγκρουση του αιώνα που θα καθορίσει το νέο διεθνές σύστημα και χωρίς καμία αμφιβολία θα επηρεάσει τις ζωές όλων μας έχει ξεκινήσει και διεξάγεται στον κρίσιμο τομέα της τεχνολογίας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη *

Μπορεί να ακουστεί παράξενο, αλλά όταν στο μέλλον θα ανατρέχει κανείς στην ιστορία των ημερών μας εκείνο που θα κυριαρχεί δεν είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία, τα μπάχαλο στη Μεγάλη Βρετανία, ο διχασμός στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αλλά οι αποφάσεις της Ουάσιγκτον και ειδικά αυτές που έλαβε η κυβέρνηση Μπάιντεν στις αρχές του μήνα.

Πρόκειται για πραγματικά σεισμική αλλαγή πολιτικής απέναντι στην Κίνα, αφού ξεκάθαρα πλέον στόχος των ΗΠΑ είναι να επιβραδύνουν την ανάπτυξη μιας αντίπαλης χώρας.

Συνεχίζοντας στην ουσία αυτό που είχε ξεκινήσει επί προεδρίας Τράμπ, με τη στόχευση τεχνολογικών κολοσσών όπως η Huawei Technologies Co., η κυβέρνηση Μπάιντεν ανακοίνωσε μια σειρά περιορισμών στην εξαγωγή ορισμένων τύπων τσιπ και μια αυστηροποίηση των κανόνων για την πώληση εξοπλισμού κατασκευής ημιαγωγών σε οποιαδήποτε κινεζική εταιρεία.

Η ρίζα του ρήγματος Ουάσιγκτον – Πεκίνου στον τομέα της τεχνολογίας εντοπίζεται σε ένα σχέδιο που παρουσίασε η Κίνα πριν από επτά χρόνια, και είναι γνωστό ως Made in China 2025. Είναι ένα τεράστιο σχέδιο για τις κινεζικές επιχειρήσεις, έτσι ώστε να γίνουν παγκοσμίως ανταγωνιστικές σε 10 βιομηχανίες, και να κυριαρχήσουν σε παγκόσμια κλίμακα μέσα σε αυτόν τον αιώνα.

Ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ υπογράμμισε αυτή τη φιλοδοξία του στο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος αυτόν τον μήνα, όπου ζήτησε να διπλασιαστούν οι προσπάθειες για να «κερδηθεί η μάχη σε βασικές τεχνολογίες». Η Κίνα έχει γίνει πράγματι μια αυξανόμενη απειλή για τις ΗΠΑ σε τεχνολογικούς τομείς, προκαλώντας την πρόσφατη αντίδραση της κυβέρνησης Μπάιντεν.

Οι νέες πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον έχουν τρεις βασικούς στόχους. Απαγορεύουν την κινεζική πρόσβαση σε «βασικά μηχανήματα, εξαρτήματα και μηχανικούς συντήρησης» για την κατασκευή τσιπ πέρα από ένα επίπεδο πολυπλοκότητας που χρονολογείται από το 2014. Εμποδίζουν τις κινεζικές εταιρείες να αγοράζουν εργαλεία λογισμικού που απαιτούνται για το σχεδιασμό τσιπ και να κατασκευάζουν τσιπ σε «χυτήρια τρίτων που χρησιμοποιούν τεχνολογία αμερικανικής προέλευσης». Όλοι οι Κινέζοι πελάτες, όχι μόνο ο στρατός, αποκλείονται από τα προηγμένα τσιπ που χρησιμοποιούνται στις πιο περίπλοκες επιχειρήσεις, όπως η μηχανική μάθηση και η υπερυπολογιστική.

Η εξέλιξη αυτού του αδυσώπητου πλέον τεχνολογικού πολέμου είναι αβέβαιη. Η εν λόγω βιομηχανία έχει αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια δεκαετιών ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι αμερικανικές εταιρείες πρωτοστάτησαν σε νέα σχέδια, η Taiwan Semiconductor Manufacturing Co. Τα υλοποιούσε και η ολλανδική εταιρεία ASML Holding NV κυριάρχησε στον εξοπλισμό κατασκευής τσιπ. Οι ιαπωνικές εταιρείες παρείχαν ζωτικής σημασίας εξειδικευμένες χημικές ουσίες, ενώ η Κίνα έκανε τη συσκευασία, τη συναρμολόγηση και τις δοκιμές.

Σοβαροί αναλυτές με βαθιά γνώση του κλάδου, τονίζουν ότι η ανάπτυξη της παραγωγής τσιπ αιχμής θα είναι μια τεράστια πρόκληση για την Κίνα και ότι η προσπάθεια των ΗΠΑ να αποκόψουν τους Κινέζους αγοραστές θα αποδειχθεί τελικά εξαιρετικά επιζήμια για τις δυτικές εταιρείες.

Ρεαλιστικές αναλύσεις, επικαλούμενες τη σύγχρονη βιομηχανική ιστορία δείχνουν ότι η Κίνα θα επικρατήσει όσον αφορά τον ανταγωνισμό. Επισημαίνουν για παράδειγμα, ότι οι κινεζικές εταιρείες είναι πλέον παγκόσμιοι πρωταθλητές των σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας, έχοντας πάρει την τεχνολογία που χρειάζονταν μετά την αρχική κατασκευή από ξένες εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών Siemens AG και Alstom SA. Όπως λένε, τα μέτρα που έλαβε η Ουάσιγκτον, θα επιταχύνουν την αυτάρκεια της Κίνας σε πολλές διαφορετικές τεχνολογίες μακροπρόθεσμα.

Είναι πιθανό, οι τελευταίες κινήσεις των ΗΠΑ να είναι τελικά μια προσπάθεια διατήρησης μιας αγοράς για τις δυτικές εταιρείες, χρόνια ή δεκαετίες πριν οι Κινέζοι ανταγωνιστές αξιοποιήσουν τη μεγαλύτερη εγχώρια αγορά στον κόσμο για να παραμερίσουν τους αντιπάλους.

Σε τελική ανάλυση, οι επιτρέποντας στις αγορές να ακολουθήσουν την πορεία τους, κατέληξαν χωρίς τον δικό τους προμηθευτή 5G, καθώς η Huawei ανταγωνίζεται με αξιώσεις τις Σκανδιναβικές εταιρίες, Ericsson AB και Nokia Oyj.

Σε αυτό τον αδυσώπητο πόλεμο οι ΗΠΑ είναι αναγκασμένες να πυροδοτήσουν την καινοτομία στην εγχώρια αγορά. Αυτός είναι και ο στόχος του λεγόμενου, CHIPS and Science Act, αλλά όπως τονίζουν οι ειδικοί σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετό και θα απαιτηθούν ακόμη πάρα πολλά για να επικρατήσουν οι ΗΠΑ έναντι της Κίνας.

Ο αδυσώπητος πόλεμος άρχισε και δυστυχώς έχει να κάνει με έναν τομέα που είναι απόλυτα απαραίτητος πλέον, για οτιδήποτε βρίσκεται γύρω μας, στην καθημερινότητά μας.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, ειδικός σε θέματα Αμερικανικής Πολιτικής. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και του The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον, μέλος του The International Institute for Strategic Studies του Λονδίνου, και υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο Αμερικανικό Πεντάγωνο. 

Διαβάστε επίσης