Η Πελόσι απειλεί να βάλει φωτιά στον πλανήτη – Γράφει ο Δημήτρης Απόκης

Pixabay

Η Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών, Νάνσι Πελόσι, ξεκίνησε το ταξίδι της, περιοδεία, στην Ασία, και από το πρόγραμμα το οποίο ανακοινώθηκε αυτό δεν περιλαμβάνει την πολυδιαφημισμένη επίσκεψη στην Ταϊβάν, για την οποία άστραψε και βρόντηξε το Πεκίνο και έχασε τον ύπνο του ο Αμερικανός Πρόεδρος, Τζο Μπάιντεν και η κυβέρνησή του.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη *

Ανευθυνότητα για ψηφοθηρία…

Παρόλα αυτά η ανακούφιση του Λευκού Οίκου και οι ανάσες που πήρε η διεθνής κοινότητα που μόνο μια σύγκρουση υπερδυνάμεων, που θα κάνει τον πόλεμο στην Ουκρανία να μοιάζει με παιδική χαρά δεν θέλει καν να φανταστεί, μπορεί να αποδεχθούν κενές περιεχομένου εάν επαληθευτούν οι πληροφορίες ότι τελικά η Πελόσι θα πάει στην Ταϊβάν. Για μια ακόμα φορά η ανευθυνότητα των Δημοκρατικών απειλεί να βάλει πραγματική φωτιά στον πλανήτη, αφού όπως όλα δείχνουν η μόνη έννοια της Προέδρου της Αμερικανικής Βουλής είναι η διατήρηση της πλειοψηφίας στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Η πιθανότητα σύγκρουσης των ΗΠΑ με την Κίνα, είναι πλέον δυνητικά πιθανή.

Το σκηνικό…

Ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, στην τηλεφωνική επικοινωνία της περασμένης Πέμπτης, προειδοποίησε τον πρόεδρο, Τζο Μπάιντεν ότι «η αποφασιστική διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κίνας είναι η σταθερή βούληση των περισσότερων από 1,4 δισεκατομμυρίων Κινέζων… Όσοι παίζουν με τη φωτιά θα χαθούν από αυτήν», σημείωσε σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος, όσο το ενδεχόμενο του ταξιδιού της Πελόσι παρέμενε ανοικτό είχε δηλώσει, ότι «το Πεντάγωνο πιστεύει ότι δεν είναι καλή ιδέα αυτή τη στιγμή».

Στρατηγική Μπάιντεν…

Εδώ λοιπόν είναι που πρέπει να απορεί κανείς με τη στρατηγική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Μπάιντεν. Γιατί το Πεντάγωνο, ενώ το ταξίδι της Πελόσι ήταν γνωστό εδώ και μήνες, χρειάστηκε να φτάσει ο κόμπος στο χτένι, για να καταλάβει ότι ένα ταξίδι της Προέδρου της Βουλής στην Ταϊβάν «δεν ήταν καλή ιδέα». Δεν είναι σαν οι σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας να πήραν μια στροφή προς το χειρότερο μόλις πριν από μία εβδομάδα. Η Ταϊβάν υπήρξε το βασικό σημείο ανάφλεξης του Β’ Ψυχρού Πολέμου, από τότε που η σχέση Ουάσιγκτον – Πεκίνου εντάθηκε αποφασιστικά πριν από τέσσερα χρόνια.

Στρατηγική Πεκίνου…

Η υπαγωγή της Ταϊβάν υπό τον έλεγχο του Πεκίνου αποτελεί τον συνεπή στόχο του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος εδώ και δεκαετίες. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Zhao Lijian είναι ένας σημαντικός εκφραστής της νέας διπλωματίας του «λύκου πολεμιστή». Αλλά δεν υπήρχε τίποτα καινοφανές στην προειδοποίησή του ότι η επίσκεψη της Πελόσι θα αποτελούσε απειλή για την κινεζική κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα και ότι η Κίνα θα έπρεπε να απαντήσει με «ισχυρά και αποφασιστικά μέτρα».

Ιστορικά δεδομένα…

Ευρισκόμενος ως νεαρός ανταποκριτής στην Ουάσιγκτον, τον Ιούνιο του 1995, θυμάμαι ότι ο τότε Πρόεδρος της Ταϊβάν, Λι Τενγκ Χούι έλαβε βίζα για να εκφωνήσει μια ομιλία στο alma mater του, το Πανεπιστήμιο Cornell, σχετικά με την «Εμπειρία εκδημοκρατισμού της Ταϊβάν». Εκείνη τη εποχή, ο Αμερικανός Πρόεδρος, Μπιλ Κλίντον δεν ήθελε φασαρίες με την Κίνα. Η κυβέρνηση Κλίντον είχε αρνηθεί στον Λι Τενγκ Χούι βίζα μία φορά στο παρελθόν. Αυτή τη φορά, το Κογκρέσο επέβαλε το ζήτημα, εγκρίνοντας ένα ψήφισμα υπέρ της επίσκεψης του Λι με 396 ψήφους υπέρ έναντι 0.

Καθώς η ομιλία ήταν λιγότερο από ένα χρόνο πριν από τις πρώτες ελεύθερες εκλογές στην ιστορία της Ταϊβάν, πολλοί άνθρωποι περίμεναν από τον Λι να χρησιμοποιήσει την ευκαιρία για να κηρύξει την επίσημη ανεξαρτησία του νησιού. Η θέση του Λι ήταν σκόπιμα ασαφής, αν και οι περισσότεροι παρατηρητές πίστευαν ότι υποστήριζε ιδιωτικά την ανεξαρτησία.

Τα αντίποινα του Πεκίνου στην απόφαση των ΗΠΑ να χορηγήσουν βίζα στον Λι ήταν τόσο διπλωματικά όσο και στρατιωτικά. Ο Κινέζος πρέσβης στην Ουάσιγκτον αποσύρθηκε και ένας Αμερικανός φωτορεπόρτερ στο Πεκίνο συνελήφθη. Στις 21 Ιουλίου, ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός άρχισε να εκτοξεύει δύο πυραύλους την ημέρα σε μια ζώνη πρόσκρουσης 100 μίλια βόρεια της Ταϊβάν. Η Ουάσιγκτον απάντησε διατάσσοντας μια σειρά ναυτικών επιχειρήσεων στα Στενά της Ταϊβάν, με αποκορύφωμα τον Δεκέμβριο τη διέλευση από το στενό από την ομάδα μάχης του αεροπλανοφόρου Νίμιτς.

Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία των ταϊβανέζικων εκλογών της 23ης Μαρτίου 1996, το Πεκίνο ανακοίνωσε νέες πυραυλικές δοκιμές και ναυτικές ασκήσεις, συμπεριλαμβανομένης μιας αμφίβιας απόβασης σε ένα νησί που επιλέχθηκε «λόγω της ομοιότητας της τοπογραφίας με εκείνη της Ταϊβάν». Η Κίνα εκτόξευσε βαλλιστικούς πυραύλους M-9 που αποβιβάστηκαν όχι μακριά από τα ταϊβανέζικα λιμάνια και διεξήγαγε ασκήσεις με πραγματικά πυρά κοντά στο ταϊβανέζικο νησί Penghu. Το ότι οι πύραυλοι ήταν ικανοί να μεταφέρουν πυρηνικές κεφαλές αντιμετωπίστηκε με βαθιά ανησυχία στην Ουάσιγκτον.

Τότε η ομάδα εθνικής ασφάλειας του Προέδρου Κλίντον δεν έκανε πίσω. Στις 7 Μαρτίου – στην τραπεζαρία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ με θέα στον ποταμό Ποτόμακ, ο Υπουργός Άμυνας, Ουίλιαμ Πέρι, προειδοποίησε τον κινέζο Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας, ότι θα υπάρξουν «σοβαρές συνέπειες» εάν τα κινεζικά όπλα χτυπήσουν την Ταϊβάν. Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών, Γουόρεν Κρίστοφερ και ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Άντονι Λέικ, οι οποίοι ήταν επίσης παρόντες, επανέλαβαν αυτή την τοποθέτηση.

Στις 11 Μαρτίου το αεροπλανοφόρο Νίμιτς, ανακατευθυνόμενο από τον Περσικό Κόλπο, έπλευσε ξανά μέσω των Στενών της Ταϊβάν. Το Πεκίνο υποχώρησε. Ο Λι κέρδισε τις εκλογές και οι εντάσεις υποχώρησαν.

Σήμερα…

Μόνο που η σημερινή συγκυρία δεν είναι ίδια και ο Μπάιντεν, δεν είναι ο μαέστρος, Μπιλ Κλίντον, με Υπουργούς Εξωτερικών των Γουόρεν Κρίστοφερ και Άμυνας τον, Ουίλιαμ Πέρι. Και κυρίως, η σημερινή Κίνα δεν είναι η Κίνα του 1995.

Και εδώ μπαίνει το δεύτερο ερώτημα. Γιατί, όταν έχουν ήδη τα χέρια τους γεμάτα με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ομάδα εθνικής ασφάλειας του Προέδρου Μπάιντεν θα ήθελε μια επανάληψη αυτής της εμπειρίας του 1996;

Ίσως γιατί θέλει να δείξει ότι ακολουθεί μια πολύ πιο σκληρή στάση απέναντι στο Πεκίνο από αυτή της κυβέρνησης Τράμπ. Τον Μάιο, ο Υπουργός Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, επέκρινε «τον αυξανόμενο εξαναγκασμό του Πεκίνο, και την προσπάθεια να διακόψει τις σχέσεις της Ταϊβάν με χώρες σε όλο τον κόσμο και να την εμποδίσει να συμμετάσχει σε διεθνείς οργανισμούς» και την «ολοένα και πιο προκλητική ρητορική και δραστηριότητά της, όπως η πτήση αεροσκαφών PLA κοντά στην Ταϊβάν σε σχεδόν καθημερινή βάση». Επίσης, τον Ιούνιο, ο Υπουργός Άμυνας, Λόιντ Όστιν προειδοποίησε την Κίνα ενάντια στην «προκλητική και αποσταθεροποιητική» δραστηριότητα κοντά στην Ταϊβάν, μετά από συνομιλίες στη Σιγκαπούρη με τον Κινέζο ομόλογό του.

Προφανώς, ο υπολογισμός στον Λευκό Οίκο παραμένει, όπως και στις εκλογές του 2020, ότι το να είσαι σκληρός με την Κίνα φέρνει ψήφους. Ωστόσο, είναι δύσκολο να δει κανείς τη λογική σε αυτό τον υπολογισμό, εάν το αποτέλεσμα ήταν μια νέα διεθνής κρίση, με όλες τις πιθανές οικονομικές συνέπειές της.

Τα δεδομένα…

Όπως ανέφερα πιο πάνω τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Πρώτον, η ηγεσία της Κίνας έχει μια πολύ διαφορετική θεώρηση. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ δεν είναι ο Τζιάνγκ Ζεμίν. Ο Σι επιστρέφει σε ένα στυλ λατρείας της προσωπικότητας που δεν έχει παρατηρηθεί από την εποχή του Μάο Τσε Τουνγκ και σε μια ιδεολογική αυστηρότητα πολύ διαφορετική από τον οικονομικό πραγματισμό της περιόδου μετά το 1989.

Δεύτερον, ενώ ο Τζιάνγκ είχε αυξανόμενους πόνους να αντιμετωπίσει, η σημερινή κινεζική οικονομία έχει έντονους πόνους επιβράδυνσης. Η ανάπτυξη ήταν αρνητική το β’ τρίμηνο. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει, ότι η ανάπτυξη φέτος θα είναι μόλις 3,3% .

Το μυστήριο των Στενών της Ταϊβάν βαθαίνει. Πρέπει να είναι προφανές σε κάποιον στην Ουάσιγκτον ότι μια τόσο σοβαρή οικονομική κρίση αυξάνει αντί να μειώνει το κίνητρο για σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Πόσο αδαής ιστορικά πρέπει να είναι κάποιος για να μην βλέπει την επείγουσα ανάγκη του Σι για μια νέα πηγή νομιμότητας για το ΚΚΚ, τώρα που η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί πλέον να την παρέχει.

Η τρίτη διαφορά μεταξύ της εποχής Κλίντον και της εποχής Μπάιντεν είναι η στρατιωτική ισορροπία. Η Κίνα έχει προβεί σε 27 αδιάλειπτα χρόνια αυξημένων στρατιωτικών δαπανών από την τελευταία κρίση των Στενών της Ταϊβάν, ανεβάζοντας τις συνολικές στρατιωτικές δαπάνες στα 293 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι. Το 1996, οι Κινέζοι δεν είχαν τρόπο να βυθίσουν αμερικανικά αεροπλανοφόρα. Σήμερα έχουν πυραύλους που μπορούν να κάνουν ακριβώς αυτό. Το 1996 το πυρηνικό τους οπλοστάσιο, ήταν μια μπλόφα. Σήμερα δεν είναι.

Η επικείμενη δημογραφική παρακμή και η επιβράδυνση της οικονομίας απειλούν επίσης τη μακροπρόθεσμη πορεία της Κίνας, θέτοντας ίσως τον πρόεδρο Σι ενώπιον του διλήμματος, «τώρα ή ποτέ».

Όπως πολύ σωστά επεσήμανε σε σχετικό άρθρο του πρόσφατα ο κορυφαίος ιστορικός της εποχής μας, Νιλ Φέργκιουσον, «δεν είναι οι ισχυρές, σίγουρες δυνάμεις, που ξεκινούν πολέμους».

Η τέταρτη διαφορά σε σχέση με το 1996 είναι ότι η Ουάσιγκτον έχει δείξει τα χαρτιά της. Η Κίνα, έχει παρακολουθήσει με προσοχή τα γεγονότα στην Ουκρανία.

Ο Σι δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει τον Πούτιν από το να εισβάλει στην Ουκρανία και να προσπαθήσει να ανατρέψει την κυβέρνησή της. Εκτός από την ηρωική ηγεσία και τη θαρραλέα άμυνα των Ουκρανών, ο κύριος λόγος που απέτυχε η εισβολή του Πούτιν είναι ότι οι δυτικές κυβερνήσεις επέβαλαν ένα ευρύ φάσμα κυρώσεων στη Ρωσία και, ίσως το πιο σημαντικό, έστειλαν μεγάλες ποσότητες όπλων στην Ουκρανία.

Ωστόσο, ακόμη και με την υποστήριξη της Δύσης, οι Ουκρανοί δεν μπόρεσαν να εκδιώξουν τον ρωσικό στρατό από το Ντονμπάς και το έδαφος ανατολικά της Χερσώνας στο νότο. Το ένα πέμπτο της Ουκρανίας βρίσκεται σε ρωσικά χέρια και αυτό δύσκολα θα αλλάξει.

Ο Σι αντιλαμβάνεται ότι μια κινεζική εισβολή στην Ταϊβάν θα ήταν ένα πιο ριψοκίνδυνο εγχείρημα από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Από την άλλη, γνωρίζει ότι η Ταϊβάν είναι πολύ λιγότερο ικανή από την Ουκρανία, όσον αφορά την αυτοάμυνα. Γνωρίζει ότι ο εφοδιασμός της Ταϊβάν με όπλα θα ήταν πολύ πιο δύσκολος για τη Δύση από τον εφοδιασμό της Ουκρανίας. Γνωρίζει ότι το οικονομικό κόστος της επιβολής κυρώσεων στην Κίνα θα ήταν υψηλότερο για τη Δύση από την επιβολή τους στη Ρωσία. Και γνωρίζει ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος για την Ταϊβάν θα ήταν ακόμη πιο δυσβάστακτος για την παγκόσμια οικονομία από έναν παρατεταμένο πόλεμο για την Ουκρανία.

Το εγχειρίδιο και η ανάγνωση του Πεκίνου…

Ο πόλεμος στην Ουκρανία μας πήγε από πολλές απόψεις πίσω περισσότερο από έναν αιώνα, στο είδος της σύγκρουσης που είδαμε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπάρχουν βάναυσες μάχες φθοράς στις οποίες το πυροβολικό είναι το κρίσιμο όπλο. Και υπάρχει οικονομικός πόλεμος στον οποίο η ιδιωτική ιδιοκτησία των εχθρικών πολιτών και τα αποθέματα των κεντρικών τραπεζών είναι δίκαιο παιχνίδι.

Μπορεί να μην το συζητά κανείς ανοικτά, αλλά στα πλαίσια των κυρώσεων της Δύσης, η δήμευση ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων έχει ουσιαστικά δυσφημίσει την αγγλοαμερικανική αξίωση για την προάσπιση του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Επίσης το πάγωμα των αποθεμάτων της Ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας θα μπορούσε τελικά να υπονομεύσει το καθεστώς αποθεματικού νομίσματος του δολαρίου. Το Πεκίνο, έχει κρατήσει προσεκτικές και λεπτομερείς σημειώσεις από αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους μήνες.

Μπάιντεν vs Τράμπ…

Το μεγάλο και κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση έχει μια σοβαρή και ρεαλιστική στρατηγική απέναντι στην Κίνα; Η διαχείριση της Κρίσης στην Ουκρανία, δυστυχώς, μόνο κάτι τέτοιο δεν δείχνει. Η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης που ο προκάτοχός της δεν θα διακινδύνευε ποτέ. Η κυβέρνηση Τράμπ έκανε πολλά που αναστάτωσαν το Πεκίνο, κυρίως επιβάλλοντας δασμούς που η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν φαίνεται να μπορεί να άρει.

Εκείνο όμως που έκανε διαφορετικά και με επιτυχία και στην περίπτωση του Πούτιν αλλά και του Σι, είναι ότι ο Τράμπ ήταν απρόβλεπτος και το ήξεραν και οι δύο. Κανείς από τους δυο δεν ήθελε να ρισκάρει μαζί του. Ο Μπάιντεν, είναι και προβλέψιμος και αδύναμος και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο.

Πρόσφατα, ο πρώην Αμερικανός Πρόεδρος, συνομιλώντας με φίλο του παίκτη του γκολφ, σχολιάζοντας την πιθανότητα σύγκρουσης με την Κίνα, φέρεται να είπε, «η Ταϊβάν θα είναι η επόμενη. Δεν θα έχετε τσιπ υπολογιστή. Θα τους τινάξουν από το πρόσωπο της γης».

Η πιθανή εγκληματική ανευθυνότητα της Πελόσι, φέρνει αυτό το ενδεχόμενο πολύ κοντά.

Ας ελπίσουμε να κάνει λάθος.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, ειδικός σε θέματα Αμερικανικής Πολιτικής. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και του The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον, μέλος του The International Institute for Strategic Studies του Λονδίνου, και υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο Αμερικανικό Πεντάγωνο. 

Διαβάστε επίσης