Όσο λιγότερα, τόσο καλύτερα

*της Michelle Goldberg 

To 2017, μετά το σοκ του Brexit και την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, ο Κρίστοφερ Μπέιλ, ένας καθηγητής κοινωνιολογίας και δημόσιας πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Duke, αποφάσισε να μελετήσει τι θα συνέβαινε αν οι άνθρωποι αναγκάζονταν να βγουν από τα «αντηχεία» των social media.

Ο Μπέιλ είναι διευθυντής του Polarization Lab, μιας ομάδας κοινωνικών επιστημόνων και στατιστικολόγων που μελετούν πώς η τεχνολογία ενισχύει τις πολιτικές διαφορές. Το πείραμα που έκαναν ήταν απλό. Στρατολόγησαν 1.220 χρήστες του Twitter που δήλωσαν είτε Δημοκρατικοί είτε Ρεπουμπλικανοί και τους πρόσφεραν 11 δολάρια για να παρακολουθήσουν έναν συγκεκριμένο λογαριασμό του Twitter για έναν μήνα. Αν και οι συμμετέχοντες δεν το γνώριζαν, οι Δημοκρατικοί συνδέθηκαν με bot accounts (λογαριασμούς που λειτουργούν αυτόματα μέσω ενός υπολογιστικού αλγορίθμου) που αναπαρήγαν μηνύματα διακεκριμένων Ρεπουμπλικανών πολιτικών και οι Ρεπουμπλικανοί, αντιστοίχως, λάμβαναν μηνύματα Δημοκρατικών πολιτικών.

Την εποχή εκείνη, υπήρχε ανησυχία για το πώς ένα όλο και πιο προσωποποιημένο Internet παγιδεύει τους ανθρώπους σε δεξαμενές πληροφοριών που ενισχύουν τις απόψεις τους. Η ομάδα του Μπέιλ θέλησε λοιπόν να δει αν οι συμμετέχοντες θα μετρίαζαν τις βεβαιότητές τους στην περίπτωση που έρχονταν σε επαφή με πληροφορίες που κανονικά δεν διαβάζουν.

Συνέβη το αντίθετο. «Κανείς δεν έγινε πιο μετριοπαθής», λέει ο Μπέιλ. «Οι Ρεπουμπλικανοί μάλιστα έγιναν πολύ πιο συντηρητικοί ακολουθώντας το Δημοκρατικό bot, ενώ οι Δημοκρατικοί έγιναν λίγο πιο φιλελεύθεροι».

Οι πλατφόρμες των social media υποστήριζαν ανέκαθεν ότι η διασύνδεση των ανθρώπων μεταξύ τους θα έκανε τον κόσμο πιο ανοιχτό και ανθρώπινο. Αυτό συμβαίνει άλλωστε στην κανονική ζωή: όταν συναντάς διάφορα είδη ανθρώπων, οι ορίζοντές σου διευρύνονται. Δεν θα έπρεπε να συμβεί το ίδιο και στον διαδικτυακό κόσμο;

Φαίνεται όμως πως δεν υπάρχει κάτι εγγενώς καλό στη σύνδεση με άλλους ανθρώπους, ιδιαίτερα σε διαδικτυακή μορφή. Στο Internet, η επαφή με ανθρώπους που δεν μας μοιάζουν μας κάνει συχνά να τους μισούμε, και αυτό το μίσος διαμορφώνει την πολιτική μας. Η κοινωνική διάβρωση που προκαλούν το Facebook και άλλες πλατφόρμες δεν είναι κάποια παρενέργεια της κακής διαχείρισης. Είναι ένα εγγενές χαρακτηριστικό τους.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους το Facebook και οι άλλες πλατφόρμες που ακολούθησαν εμπλέκονται στην κρίση της δημοκρατίας, στις εκρήξεις βίας και στον ψυχρό εμφύλιο πόλεμο στην Αμερική. Πρόκειται για μηχανισμούς που διασπείρουν παραπληροφόρηση και πυροδοτούν θεωρίες συνωμοσίας. Όπως δείχνουν τα Facebook Papers, o Μαρκ Ζάκερμπεργκ έχει λάβει πολλές ανήθικες αποφάσεις. Ακόμη κι αν ήταν όμως ένας καλός και ανιδιοτελής άνθρωπος, και πάλι το Facebook θα ήταν πιθανότατα κοινωνικά καταστροφικό.

Σε μια χώρα τόσο μεγάλη όσο η Αμερική, μια καλοήθης αμέλεια για τις περίεργες συνήθειες άλλων ανθρώπων συμβάλλει περισσότερο στην κοινή ειρήνη από τη διαρκή σύγκρουση ευαισθησιών. Το 2017, ο Ντεμπ Ρόι, διευθυντής του Κέντρου Εποικοδομητικής Επικοινωνίας του ΜΙΤ, είχε άτυπες συναντήσεις σε μικρές κοινότητες όπου μίλησε με ανθρώπους για τα social media. Εκεί άκουσε για πρώτη φορά ότι πολλοί σταμάτησαν να μιλούν στους γείτονές τους ή σε άλλους κατοίκους όταν είδαν τι έγραφαν στο Διαδίκτυο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εμπόδιζαν έτσι συζητήσεις που υπό άλλες συνθήκες θα γίνονταν αυθόρμητα.

Ο Ρόι πιστεύει ότι υπάρχει χώρος για υγιή social media. Ένα παράδειγμα είναι το Front Porch Forum, μια μετριοπαθής πλατφόρμα για τους κατοίκους του Βερμόντ. Είναι χαρακτηριστικό όμως ότι το παράδειγμά του είναι κάτι μικρό και σχετικά πρωτόγονο. Θα υπάρχουν τρόποι επικοινωνίας μέσω του Internet που δεν υποκινούν το μίσος, όχι όμως με τις πλατφόρμες που κυριαρχούν στις μέρες μας. Ισως να ήμασταν σε θέση να ανεχόμαστε καλύτερα ο ένας τον άλλο αν ακούγαμε λιγότερα για τους άλλους.

* Η Μισέλ Γκόλντμπεργκ είναι αρθρογράφος των New York Times και συγγραφέας

Πηγή: New York Times