Τι συμβαίνει με το ΝΑΤΟ

Δεν έχει περάσει μεγάλο διάστημα από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, την πρώτη με την παρουσία του νέου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζό Μπάϊντεν, και τις τυμπανοκρουσίες που είχαμε γύρω από την επιστροφή της Αμερικής και την αναβίωση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Όλες αυτές οι μεγαλοστομίες μπορεί να ηχούν όμορφα και να δημιουργούν ένα κλίμα αισιοδοξίας, αλλά είναι έτσι η πραγματικότητα;

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Το ΝΑΤΟ από τη φύση του είναι μια στρατιωτική συμμαχία και για να λειτουργήσει, χρειάζεται τα μέλη του να έχουν ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και πάνω από όλα να έχουν την πολιτική βούληση να την χρησιμοποιήσουν όταν χρειάζεται και όπως αρμόζει σύμφωνα με τις αρχές της Συμμαχίας.

Στο ΝΑΤΟ, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι πέφτει βαριά η σκιά των Ηνωμένων Πολιτειών, ως η χώρα μέλος με τις ισχυρότερες και μεγαλύτερες σε αριθμό Ένοπλες Δυνάμεις. Εάν εξαιρέσει κανείς τη Μεγάλη Βρετανία και τον Καναδά, το μεγαλύτερο μέρος του ΝΑΤΟ, αποτελείται από Ευρωπαϊκές χώρες, και οι χώρες αυτές, τώρα που οι ΗΠΑ, έχουν μειώσει και συνεχίζουν να μειώνουν αισθητά την παρουσία τους, καλούνται να σηκώσουν το βάρος στην περίπτωση μιας μεγάλης κρίσης.

Χωρίς λοιπόν μια ουσιαστική ενίσχυση σε επίπεδο ισχύος και πολιτικής βούλησης από την πλευρά των Ευρωπαϊκών χωρών μελών, το ΝΑΤΟ είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να επιτελέσει αυτή την αποστολή.

Κάποιοι επικαλούνται ότι για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτούνται μεγάλα κονδύλια τα οποία δεν είναι διαθέσιμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό δεν είναι αλήθεια και αποδείχθηκε ξεκάθαρα, όταν ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ, πίεσε τους  Ευρωπαίους να αυξήσουν την οικονομική συμμετοχή τους στη Συμμαχία, στα προβλεπόμενα επίπεδα, με μεγάλη επιτυχία. Τα χρήματα υπάρχουν, αυτό που δεν υπάρχει είναι η πολιτική βούληση.

Μια ενίσχυση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ, θα σημάνει ότι η Ευρώπη είναι έτοιμη να αναλάβει σημαντικές ευθύνες μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό όπως είναι κάτι που δεν αρέσει στη Ρωσία και την Κίνα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κίνδυνος στη  πρόσβαση των Ευρωπαίων στους ενεργειακούς πόρους της Ρωσίας και στην αγορά της Κίνας, και τα λεφτά είναι πάρα πολλά για να το ρισκάρουν οι Ευρωπαίοι, που αποδεικνύουν συνεχώς ότι μπροστά στο χρήμα αξίες και αρχές πάνε περίπατο, βλέπε Τουρκία.

Η Ουάσιγκτον, παρά τα ωραία λόγια του Προέδρου Μπάϊντεν και παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει πλέον ο κακός και άκομψος Τράμπ, θα συνεχίσει να πιέζει προς αυτήν την κατεύθυνση, έτσι ώστε να απελευθερωθούν οι δυνάμεις της και να δώσει έμφαση στον Ινδικό και Ειρηνικό Ωκεανό.

Δυστυχώς, όποιος πιστεύει ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει σύντομα είναι βαθιά νυχτωμένος, και τρανή απόδειξη αποτελεί η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία και ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ανατολική Ουκρανία. Μάταια ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Ζελένσκι, πιέζει για μια δέσμευση εισόδου της χώρας του στο ΝΑΤΟ. Τα μέλη της Συμμαχίας είναι τόσο πολύ διαιρεμένα που τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει. Μπορεί η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής, να βλέπουν τη Μόσχα ως απειλή, αλλά οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης μετρούν πάνω από όλα το οικονομικό κόστος, και ειδικά η Γερμανία που σε καμία περίπτωση δεν θέλει να προκαλέσει την οργή της Ρωσίας.

Όσο αφορά την Κίνα, για τις ΗΠΑ αποτελεί πλέον στρατηγική απειλή, ενώ για την Ευρώπη αποτελεί μεγάλη οικονομική ευκαιρία. Και σε αυτό το θέμα κυρίαρχη είναι η θέση του Βερολίνου, το οποίο έχει επενδύσει τεράστια στις Ασιατικές αγορές, και σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφέρεται για μια ένταση με το Πεκίνο.

Σίγουρα δεν ζούμε σε συνθήκες Ψυχρού Πολέμου, που τα πάντα ήταν άσπρο και μαύρο. Σήμερα στην ψηφιακή εποχή και στην άκρατη παγκοσμιοποίηση, με τη δύναμη και επιρροή των ΗΠΑ, λόγω των συνθηκών που επικρατούν παγκοσμίως και του μεγάλου πολιτικού διχασμού στο εσωτερικό τους, να έχει μειωθεί αισθητά, οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να τηρήσουν ισορροπίες και να το παίξουν σε πολλά ταμπλό. Μόσχα και Πεκίνο, το βλέπουν αυτό και το εκμεταλλεύονται στο έπακρο.

Όπως δυστυχώς είχε συμβεί και επί κυβερνήσεως Ομπάμα, οι ΗΠΑ, και με την κυβέρνηση Μπάϊντεν, δείχνουν να παραχωρούν την ηγεσία της Ευρώπης στο Βερολίνο, και μάλιστα, σε αντίθεση με εκείνη την εποχή, χωρίς την παρουσία της Μεγάλης Βρετανίας, λόγω του Brexit, που κρατούσε κάποιες ισορροπίες. Αυτό καθιστά αυτόματα τη Ρωσία και πάλι παίκτη πρώτης γραμμής στο στρατηγικό παιχνίδι της Ευρώπη.

Και εδώ υπάρχει και κάτι που αγγίζει άμεσα την Ελλάδα. Κάτι το οποίο δεν ακούγεται και δεν συζητιέται με τη σοβαρότητα που αρμόζει στην περίσταση.

Όλο αυτό το σκηνικό που περιγράφεται παραπάνω, δίνει τεράστιο πλεονέκτημα στην Τουρκία, η οποία εκμεταλλεύεται τα μέγιστα αυτές τις συνθήκες και το γεγονός ότι ο μεγάλος προστάτης της το Βερολίνο, αποκτά για μια ακόμη φορά με την ανοχή της νέας κυβέρνησης στην Ουάσιγκτον κυρίαρχο ρόλο στην ηγεσία της Ευρώπης, όχι μόνο σε οικονομικό αλλά και σε στρατηγικό επίπεδο. Με δεδομένες μάλιστα τις στενές σχέσεις της Τουρκίας, με τη Μόσχα, το καθεστώς Ερντογάν, θα γίνεται όλο και πιο προκλητικό και όλο και πιο επικίνδυνο στις αδηφάγες διεκδικήσεις του.

Το ΝΑΤΟ, είναι μια βαθιά διχασμένη Συμμαχία, και όπως όλα δείχνουν θα συνεχίσει να είναι έτσι και στο μέλλον, κάτι το οποίο είναι μια εξαιρετικά δυσμενής εξέλιξη για τα Ελληνικά εθνικά συμφέροντα και τους κινδύνους που θα αντιμετωπίσει η χώρα μας στο άμεσο μέλλον.

 

Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, Μέλος του The International Institute for Strategic Studies, και επί σειρά ετών Ανταποκριτής στην Washington DC, διαπιστευμένος στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο.