Η Ευρωπαϊκή πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας ως προ-απαιτούμενο για μια ισχυρή Ευρώπη;

Ανάλυση: Πέτρος Γκάτζιος

Εισαγωγή

Λίγο πριν το τέλος του 2019, η Επιτροπή φον ντερ Λάιεν εισηγήθηκε[1] μια σειρά από φιλόδοξους στόχους για το μέλλον της Ευρώπης, μεταξύ άλλων να γίνει η Ευρώπη ισχυρότερη στον κόσμο μέσω μιας περισσότερο γεωπολιτικής προσέγγισης.

Ωστόσο, η τρέχουσα οικονομική και υγειονομική κρίση έδειξαν πόσο δύσκολο και περίπλοκο είναι αυτό το εγχείρημα, καταδεικνύοντας τις παγκόσμιες και περιφερειακές αλληλεξαρτήσεις, καθώς και την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης της διακυβέρνησης της ΕΕ.

Του Πέτρου Γκάτζιου*

Η στρατηγική ατζέντα[2] 2019-2024 που εγκρίθηκε από τα κράτη μέλη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 20/6/19 αποτελεί το μέσο καθοδήγησης. Η ατζέντα καλύπτει την προστασία των ελευθεριών των πολιτών, την ανάπτυξη μιας ισχυρής και ζωντανής οικονομικής βάσης, την οικοδόμηση μιας κλιματικά ουδέτερης, πράσινης, δίκαιης και κοινωνικής Ευρώπης, καθώς και την προώθηση των ευρωπαϊκών συμφερόντων και αξιών στην παγκόσμια σκηνή.

Στην επικείμενη «Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης[3]», η Ένωση πρέπει να προετοιμαστεί καλύτερα για το μέλλον- με άμεση συμμετοχή των πολιτών- και να συζητήσει για το ποια είναι η Ευρώπη και πώς προβάλλεται η ισχύς της στις γεωπολιτικές εξελίξεις συνολικά. Ένα από τα θέματα συζήτησης άλλωστε, θα είναι η θέση της στον κόσμο.

Στρατηγική αυτονομία

Για να το πετύχει αυτό, πρέπει καταρχάς να γίνει πιο στρατηγική και πιο αυτόνομη. Η προώθηση της στρατηγικής αυτονομίας σε θέματα ασφάλειας και άμυνας όμως, παραμένει αμφιλεγόμενη.

Οι επικριτές επισημαίνουν το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι δεν διαθέτουν τις ικανότητες να αναλάβουν περισσότερη ευθύνη για την ασφάλειά τους και πως η στρατηγική αυτονομία παραμένει ασαφής. Άλλοι ανησυχούν ότι η επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας μπορεί να αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ, επιμένοντας πως το τελευταίο παραμένει απαραίτητο για τη συλλογική άμυνα της Ευρώπης.

Ορισμένοι έχουν φτάσει στο σημείο να κάνουν λόγο για στρατό της ΕΕ, συμπληρωματικό προς το ΝΑΤΟ, ως πιθανή μακροπρόθεσμη εξέλιξη, αν και το τι θα συνεπαγόταν αυτό στην πραγματικότητα είναι ένα θέμα που παραμένει ανοικτό.

Στην ουσία, τα παραπάνω επιχειρήματα αντικατοπτρίζουν βαθύτερα προβλήματα- διαφορετικές αντιλήψεις για προτεραιότητες ασφάλειας και έλλειμμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Η ενίσχυση της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ όμως δεν είναι πολυτέλεια, είναι αναγκαιότητα, όπως σωστά επισημαίνει ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας κ. Μπορέλ[4]. Οι προκλήσεις είναι πολλές και μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο παρέχοντας μια συλλογική ευρωπαϊκή απάντηση.

Σε μία πρόταση, η ΕΕ πρέπει να αυξήσει περαιτέρω την επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα, την ανθεκτικότητά της καθώς και τις πολιτικές και στρατιωτικές τις δυνατότητες, και να συνεργάζεται τέλος ακόμη πιο στενά με τους εταίρους της.

Αυτό σημαίνει ουσιαστική συμμετοχή περισσότερων κρατών-μελών σε μείζονα ευρωπαϊκά αμυντικά έργα η οποία θα προσέδιδε σαφή προστιθέμενη αξία στις ευρωπαϊκές προσπάθειες που καταβάλλονται προς την ενισχυμένη συνεργασία, την ολοκλήρωση στον τομέα της άμυνας και τη διαλειτουργικότητα προς όφελος των αποστολών και επιχειρήσεων.

Επιπλέον, μια Ένωση που αποβλέπει σε «στρατηγική αυτονομία» και ευρωπαϊκή κυριαρχία, δεν προστατεύει απλά, αλλά πρέπει να εγγυάται και τα εξωτερικά της σύνορα. Προς αυτή την κατεύθυνση το άρθρο 42, παρ. 7 της ΣυνθΕΕ και το άρθρο 222 της ΣΛΕΕ αποτελούν ισχυρές παρακαταθήκες.

Για αυτό και στην μετα-covid-19 εποχή, η εδραίωση του ευρωπαϊκού πυλώνα στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας καθίσταται πιο αναγκαία. Και ο ρυθμός εδραίωσής του θα βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για τη στρατηγική αυτονομία[5].

 Η κατάσταση στην ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια σήμερα

Τα τελευταία χρόνια, στόχος είναι να δημιουργηθεί μια πιο ολοκληρωμένη και ανταγωνιστική ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και αγορά, και να βρεθούν εφικτές λύσεις στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας να μετριαστούν οι νέες απειλές εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας.

Σε αυτό το πλαίσιο, έχουν αρχίσει να τίθενται σε εφαρμογή φιλόδοξες πρωτοβουλίες στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, όπως η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία (PESCO)-μέχρι στιγμής 47 έργα, το σχέδιο δράσης για την ευρωπαϊκή άμυνα, συμπεριλαμβανομένου ενός νέου ταμείου άμυνας για τη χρηματοδότηση της έρευνας και της ανάπτυξης των στρατιωτικών ικανοτήτων της ΕΕ, την στενότερη και αποτελεσματικότερη συνεργασία με το ΝΑΤΟ, ένα σχέδιο για τη διευκόλυνση της στρατιωτικής κινητικότητας σε ολόκληρη την ΕΕ, και την  αναθεώρηση της χρηματοδότησης των στρατιωτικών και μη στρατιωτικών αποστολών και επιχειρήσεών της, ώστε να καταστούν πιο αποτελεσματικές[6].

 Αυτό που παρατηρείται από πολλούς αναλυτές σε θέματα άμυνας, είναι πως σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τα ζητήματα ασφάλειας και άμυνας εξετάζονται σε τακτική βάση και αυτό είναι κάτι πολύ θετικό.

Το βασικό ερώτημα που απασχολεί είναι πως μπορεί να λυθεί η βασική δυσλειτουργία για ανάπτυξη κοινής άμυνας στην ΕΕ.

Ο κατακερματισμός της αμυντικής βιομηχανίας δυστυχώς, θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα της ΕΕ να οικοδομήσει την επόμενη γενιά αμυντικών ικανοτήτων κρίσιμης σημασίας, λόγω του κατακερματισμού της ευρωπαϊκής αγοράς στον τομέα της άμυνας, της δαπανηρής αλληλοεπικάλυψης των στρατιωτικών δυνατοτήτων, της ανεπαρκούς βιομηχανικής συνεργασίας και της έλλειψης διαλειτουργικότητας.

Τα κράτη μέλη της ΕΕ όμως πρέπει να συνεργαστούν για την από κοινού ανάπτυξη και την απόκτηση αμυντικού εξοπλισμού και τεχνολογίας, αφού κάτι τέτοιο θα προσέδιδε προστιθέμενη αξία στις προσπάθειες που καταβάλλονται προς την ενισχυμένη συνεργασία, την ολοκλήρωση στον τομέα της άμυνας και τη διαλειτουργικότητα προς όφελος των αποστολών και επιχειρήσεων.

Μην ξεχνάμε άλλωστε, πως η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία αποτελεί μείζονα βιομηχανικό κλάδο, αφού χαρακτηρίζεται από οικονομικές και τεχνολογικές συνιστώσες που αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης[7].

 Υπάρχει κοινή αντίληψη απειλών στην ΕΕ;

Η άμυνα, δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι ένας τομέας που βρίσκεται στο επίκεντρο της εθνικής κυριαρχίας[8]. Για αυτό και υπάρχουν σαφείς στρατηγικές διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, τα οποία έχουν διαφορετικές αντιλήψεις περί απειλών για την ασφάλεια, όπως επίσης έχουν και διαφορετικά οράματα ως προς τον ρόλο της ΕΕ στον τομέα της άμυνας.

Δεν βλέπουν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη τα προβλήματα κάτω από την ίδια οπτική και συνεπώς δεν έχουν τις ίδιες στρατηγικές αντιλήψεις. Ακόμα και όταν γενικά συμφωνούν ότι αντιμετωπίζουν τους ίδιους κινδύνους, η αντίληψη αυτών των κινδύνων είναι διαφοροποιημένη. Στα ανατολικά, στα νότια, στα νοτιοανατολικά, η αντίληψη των απειλών και των κινδύνων δεν είναι η ίδια.

Από αυτή την άποψη, ο «Στρατηγικός Προσανατολισμός», που βρίσκεται στο στάδιο της ανάπτυξης, θα είναι πολύ σημαντικός, διότι αποσκοπεί ακριβώς στην εναρμόνιση της αντίληψης των απειλών και των κινδύνων. Ωστόσο, το πλαίσιο που πρέπει να οριστεί δεν μπορεί να είναι απλώς η έκφραση των προτιμήσεων των ισχυρότερων κρατών[9].

 Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (ΕΣ) 26/2/21 (Ασφάλεια και Άμυνα)

 Δύο μήνες πριν, τα μέλη του ΕΣ σημείωσαν τα σημαντικά μέτρα που έχουν ληφθεί για να ενισχυθούν οι πολιτικές, τα εργαλεία και τα μέσα ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ. Για το σκοπό αυτό δεσμεύτηκαν:

-να ενισχύσουν την πολιτική και στρατιωτική δέσμευση της ΕΕ, μεταξύ άλλων μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη,

-να παροτρύνουν τα κράτη μέλη να αξιοποιήσουν καλύτερα τη συντονισμένη ετήσια επανεξέταση στον τομέα της άμυνας (CARD) καθώς και τη μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία (PESCO),

-να ενισχύσουν την τεχνολογική και βιομηχανική βάση της Ευρώπης στον τομέα της άμυνας, μεταξύ άλλων μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας,

-να παράσχουν ασφαλή ευρωπαϊκή πρόσβαση στο διάστημα, στον κυβερνοχώρο και στην ανοικτή θάλασσα καθώς και βελτιωμένη στρατιωτική κινητικότητα σε ολόκληρη την Ένωση

Οι ηγέτες κάλεσαν την Επιτροπή να υποβάλει έως τον Οκτώβριο του 2021, τεχνολογικό χάρτη πορείας, με στόχο την ενίσχυση της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας και τη μείωση των στρατηγικών εξαρτήσεων σε κρίσιμες τεχνολογίες και αλυσίδες αξίας.

Η διαδικασία είναι συνεχόμενη και όπως φαίνεται έχει εισέλθει σε μια καθοριστική φάση, η έκβαση της οποίας θα επηρεάσει τον αποτελεσματικό βαθμό της «Στρατηγικής Αυτονομίας».

Επίλογος

Η διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής άμυνας και ασφάλειας τα τελευταία χρόνια θα πρέπει να ερμηνευθεί πρωτίστως  ως απόρροια των  κοσμογονικών αλλαγών στο διεθνές σύστημα και του νέου γεωπολιτικού ρόλου που η ΕΕ θα κληθεί αργά ή γρήγορα να αναλάβει.

Σε αυτό το ασταθές παγκόσμιο στρατηγικό πλαίσιο, η Ευρώπη πρέπει να υπερασπιστεί την ασφάλειά της, να αντιμετωπίσει προκλήσεις πέρα ​​από τα σύνορά της και να συνεργαστεί με εταίρους για τη διατήρηση της σταθερότητας και μιας διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας στο πεδίο της άμυνας και της ασφάλειας παρέχει το πλαίσιο. Δυστυχώς, η εφαρμογή των εργαλείων που προβλέπονται δεν έχουν τύχει την πρέπουσα προσοχή.

Παρόλα αυτά, ΝΑΤΟ και ΕΕ συμμετέχουν και οι δύο σε έναν συνεχή κύκλο προσαρμογής, για να μπορούν να ανταποκριθούν καλύτερα στους συνεχώς μεταβαλλόμενους κινδύνους και απειλές. Από πλευράς ΝΑΤΟ έχουμε τη «διαδικασία ΝΑΤΟ 2030[10]» και από ΕΕ την υιοθέτηση ενός «Στρατηγικού Προσανατολισμού» μέχρι την άνοιξη του 2022.

Μία βασική διάσταση σε αυτήν τη συζήτηση είναι η βέλτιστη κατανομή καθηκόντων μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΕ, έτσι ώστε αυτό που κάνουν μαζί και με συντονισμένο τρόπο, να είναι μεγαλύτερο από αυτό που κάνουν ξεχωριστά ή με άτακτο τρόπο.

Στο δια ταύτα, η όποια ενίσχυση της ανθεκτικότητας και του παγκόσμιου ρόλου της ΕΕ που αναζητείται, συμβαδίζει με την ενοποίηση των πολιτικών ασφαλείας μας για την καλύτερη αντιμετώπιση των απειλών και την εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών, της αύξησης των επενδύσεων στον τομέα της άμυνας και της ενίσχυσης των στρατιωτικών και μη στρατιωτικών δυνατοτήτων και της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Αυτό σημαίνει αύξηση της συλλογικής ικανότητας της Ένωσης να προστατεύει τα συμφέροντά της για την ασφάλεια και την άμυνα, έχοντας τα κατάλληλα μέσα και τη βούληση να τα χρησιμοποιήσει[11].

 

Πηγές-Σημειώσεις 

 

[1] https://ec.europa.eu/info/sites/default/files/political-guidelines-next-commission_el.pdf

[2] https://www.consilium.europa.eu/en/eu-strategic-agenda-2019-2024/

[3] https://ec.europa.eu/info/strategy/priorities-2019-2024/new-push-european-democracy/conference-future-europe_el

[4] https://eeas.europa.eu/headquarters/headquarters-homepage/89865/why-european-strategic-autonomy-matters_en

[5] https://www.consilium.europa.eu/media/44521/st08910-en20.pdf

[6] https://www.consilium.europa.eu/el/policies/defence-security/defence-security-timeline/

[7] https://www.europarl.europa.eu/factsheets/el/sheet/65/%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1

[8] https://www.eca.europa.eu/Lists/ECADocuments/REW19_09/REW_EU-defence_EL.pdf , σ.4.

[9] https://eeas.europa.eu/headquarters/headquarters-homepage/89865/why-european-strategic-autonomy-matters_en

[10] https://www.nato.int/nato2030/

[11] https://eeas.europa.eu/headquarters/headquarters-homepage/93928/moving-forward-european-defence_en

*O Πέτρος Γκάτζιος είναι Πολιτικός Επιστήμονας, Διεθνολόγος