Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μετά την Προεδρία Τράμπ

Το Αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις τάσεις και τα συναισθήματα που επικρατούν στην αμερικανική κοινωνία. Οι Αμερικανοί πολίτες είναι ανοικτοί στο να παίρνουν ρίσκα όσο αφορά το πολιτικό σκηνικό, γι’ αυτό και η πολιτική σκηνή στην Ουάσιγκτον έχει απότομες αλλαγές και διακυμάνσεις. Δεν είναι δυνατόν για τα πολιτικά κόμματα στις Ηνωμένες Πολιτείες να επιβάλλουν αυτό που στις δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε κομματική πειθαρχία. Στις ΗΠΑ, είναι πολύ εύκολο ένα πολιτικό πρόσωπο το οποίο για χρόνια δήλωνε Δημοκρατικός, να αλλάξει κομματική ταυτότητα και να εκλεγεί στη Βουλή, την Γερουσία, ακόμη και στην Προεδρία, ως Ρεπουμπλικάνος. Αυτό έχει συμβεί πολλές φορές και πιο πρόσφατα το 2016 με τον Ντόναλντ Τράμπ.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Αυτή η ανοικτή δημοκρατία, βέβαια, δίνει τη δυνατότητα σε λαϊκιστές να έχουν πιο ελεύθερο πεδίο και πιθανότητες, αλλά την ίδια στιγμή δίνει μεγαλύτερη δυνατότητα πειραματισμού και διαφορετικότητας, απ’ ότι είναι δυνατόν σε άλλα πολιτικά συστήματα. Πολύ απλά η Αμερική, πολιτικά, δεν είναι κάτι απλό και συνηθισμένο και σίγουρα είναι κάτι διαφορετικό και μοναδικό.

Σήμερα, με βάσεις τις δηλώσεις κομματικής ταυτότητας, η Αμερική είναι μοιρασμένη στη μέση με το 37% να δηλώνουν Δημοκρατικοί,  το 35% Ρεπουμπλικάνοι, και το 28% Ανεξάρτητοι. Βέβαια, η πλειοψηφία των Ανεξάρτητων, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση ψηφίζει ένα εκ των δυο κομμάτων και αυτή είναι που κρίνει το αποτέλεσμα. Οι περισσότεροι Αμερικανοί πολίτες, αποφεύγουν τις πολιτικές ειδήσεις και αυτό ενισχύει την κομματική ταυτότητα, γι’ αυτό και στο δια ταύτα το 47% ψηφίζει Ρεπουμπλικάνους και το 48% Δημοκρατικούς.

Ανεξάρτητα από αυτά τα δεδομένα οι επεισοδιακές προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου, ανέδειξαν κάποιες ενδιαφέρουσες τάσεις. Το 98% των Ρεπουμπλικάνων δήλωνε πολύ ευχαριστημένο από την προοπτική μιας επανεκλογής του Ντόναλντ Τράμπ, στην Προεδρία, ενώ την ίδια στιγμή το 96% των Δημοκρατικών, απεύχονταν μια τέτοια προοπτική. Η πανδημία, που ήταν ο καθοριστικός παράγοντας των εκλογών, με βάση τα στοιχεία, έδειξε ενδιαφέρουσες επίσης τάσεις. Το 92% των ψηφοφόρων του Μπάϊντεν, πίστευε ότι θα έκανε καλύτερη δουλειά, ενώ το 93% των ψηφοφόρων του Τράμπ έλεγε ότι αυτός θα έκανε καλύτερη δουλειά. Το 80% των ψηφοφόρων του Μπάϊντεν πίστευε ότι η Πανδημία ήταν πολύ πιο σημαντικό θέμα από την οικονομία, ενώ το 76% των ψηφοφόρων του Τράμπ, πίστευε το αντίθετο. Το 76% των Ρεπουμπλικάνων ήταν ενθουσιασμένοι με το πως λειτουργούσε η κυβέρνηση, ενώ την ίδια στιγμή το 74% των Δημοκρατικών ήταν έξαλλοι με το πως λειτουργούσε.

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω στοιχεία είναι ένας ξεκάθαρος διχασμός της κοινής γνώμης

Όσον αφορά το αποτέλεσμα είναι ξεκάθαρο ότι η παραδοσιακή ελίτ του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, μέσω κινήσεων όπως το γνωστό πλέον σε όλους Lincoln Project, κατάφερε να πείσει μια μικρή αλλά σημαντική μερίδα Ρεπουμπλικάνων να εγκαταλείψει τον Τράμπ, και αυτό αποτέλεσε αίτια των κρίσιμων πολιτειών Πενσυλβάνια, Μίσιγκαν, Αριζόνα, Ουισκόνσιν και Τζόρτζια, να χαθούν για τον πρώην Πρόεδρο και να δώσουν τη νίκη στον Μπάϊντεν.

Την ίδια στιγμή βέβαια, με εξαίρεση τις δυο θέσεις γερουσιαστών στην πολιτεία της Τζόρτζια, που έδωσαν το 50 – 50 στη Γερουσία και τον έλεγχο του σώματος στους Δημοκρατικούς, λόγω της ψήφου της Αντιπροέδρου Χάρις, τα αποτελέσματα δεν είναι και τόσο αισιόδοξα για τους Δημοκρατικούς, διότι και έχασαν αρκετές έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου η πλειοψηφία τους μειώθηκε δραστικά, αλλά απέτυχαν στο να ηττηθούν δυναμικοί υποστηρικτές του Τράμπ, στη Γερουσία, όπως ο γερουσιαστής Γκράμ, στη Νότια Καρολίνα, και ο γερουσιαστής Κρούζ, στο Τέξας.

Αυτό δείχνει ότι οι Δημοκρατικοί και η προεδρία Μπάϊντεν, αντιμετωπίζουν σοβαρή απειλή στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 για Βουλή και Γερουσία.

Μια άλλη σημαντική επισήμανση, είναι ότι παρά τα τραγικά γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου, στο Καπιτώλιο, και την ανόητη μετεκλογική συμπεριφορά του Τράμπ, οι θεσμοί της Αμερικανικής Δημοκρατίας και άντεξαν και λειτούργησαν, και το ίδιο είναι βέβαιο ότι θα συμβεί και μετά τον ανόητο ακτιβισμό των Δημοκρατικών, με τη δεύτερη παραπομπή από τη Βουλή, και δίκη Τράμπ στη Γερουσία, ενώ έχει αποχωρήσει από την Προεδρία.

Μια άλλη σημαντική παράμετρος που προέκυψε από την επεισοδιακή εκλογική αναμέτρηση του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ είναι ότι άνοιξε  επιτέλους, η συζήτηση για τη καθαρά αντιδημοκρατική συμπεριφορά και λειτουργία, των αποκαλούμενων κοινωνικών δικτύων, και των γιγάντων της τεχνολογίας, που όχι μόνο κατευθύνουν αλλά χειραγωγούν την κοινή γνώμη σε παγκόσμια κλίμακα.

Επίσης, οι Δημοκρατικοί πίστευαν ότι οι δημογραφικές τάσεις στις ΗΠΑ, θα εξαφάνιζαν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, διότι οι μη λευκοί ψηφοφόροι θα είναι πλέον πλειοψηφία. Παρόλα αυτά, τον Τράμπ τον στήριξε το 12% των ΑφροΑμερικανών, και το 32% των Ισπανόφωνων ψηφοφόρων. Το ίδιο πίστευαν και για την επιρροή της εξωτερικής πολιτικής στην εκλογική αναμέτρηση, όπου, για παράδειγμα, νόμιζαν ότι το αντι Κάστρο συναίσθημα στη Φλόριντα έχει εξασθενίσει. Πίστευαν ότι η αναθεώρηση της πολιτικής Ομπάμα από τον Τράμπ, έναντι του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κούβας, και η σκληρή στάση του έναντι του καθεστώτος Μαδούρο στη Βενεζουέλα δεν θα είχε επιρροή. Παρόλα αυτά, το 71% των ψηφοφόρων με καταγωγή από την Κούβα και τη Βενεζουέλα στήριξαν τον Τράμπ.

Το μέλλον του Ρεπουμπλικανικού κόμματος θα κριθεί, αποκλειστικά από την έκβαση της δίκης του Τράμπ στη Γερουσία. Όπως όλα δείχνουν, εκτός ενός μεγάλου απρόοπτου γεγονότος που θα αλλάξει τα δεδομένα, ο Τράμπ θα αθωωθεί και αυτό τον καθιστά μια ισχυρή δύναμη στις μελλοντικές εξελίξεις στο κόμμα. Με δεδομένη μάλιστα την μεγάλη δημοφιλία που απολαμβάνει στη βάση του Κόμματος, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά. Από το να είναι αυτός που θα καθορίσει την πορεία προς τις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 για το Κογκρέσο, και την πιθανή διεκδίκηση του χρίσματος και της προεδρίας ξανά του 2024.

Είναι δεδομένο, ότι εάν η ελίτ των Ρεπουμπλικάνων κάνει το λάθος να πιστέψει ότι θα εξαλείψει αυτό που λανθασμένα αποκαλείται Τραμπισμός, ανοίγοντας πόλεμο και προσπαθώντας να εξαφανίσει από το Κόμμα, τον πρώην Πρόεδρο, τότε ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι μια διάσπαση η οποία θα οδηγήσει σε κυριαρχία των Δημοκρατικών για αρκετά χρόνια.

Αρέσει δεν αρέσει σε κάποιους, εντός και εκτός των ΗΠΑ, οι πολιτικές που εκφράζει ο Τράμπ τόσο εσωτερικά στην Αμερική, όσο και σε κρίσιμους τομείς της εξωτερικής και διεθνούς οικονομικής πολιτικής, απηχούν τις θέσεις και τις απόψεις της πλειοψηφίας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Και στις αμερικανικές εκλογές, δεν ψηφίζει το Βερολίνο και το Παρίσι, αλλά οι Αμερικανοί Πολίτες. Και αυτές τις θέσεις τις ισχυροποιεί ακόμη πιο πολύ η τακτική που ακολουθεί ο Πρόεδρος Μπάϊντεν, ο οποίος υπογραφεί καταιγιστικά προεδρικά διατάγματα, προσπαθώντας άγαρμπα και άκομψα να ανατρέψει τις πολιτικές του Τράμπ.

Ακόμα και οι επικρατέστεροι διάδοχοι του Τράμπ, ως υποψήφιοι για την Προεδρία στις εκλογές του 2024, όπως ο Μάϊκ Πομπέο, η Νίκι Χάλει, οι Γερουσιαστές, Τέντ Κρούζ, Τόμ Κόττον, ο Τζός Χόλει, και ο πρώην Αντιπρόεδρος, Μάϊκ Πένς, δεν πρεσβεύουν διαφορετική πολιτική, απλά την παρουσιάζουν με πολύ πιο κομψό και πολιτικά ορθό τρόπο.

Το μέλλον του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, δεν είναι ο πρώην Πρόεδρος, Τζόρτζ Μπούς, ο γερουσιαστής Ρόμνεϊ, και ο ηγέτης των Ρεπουμπλικάνων στη Γερουσία, γερουσιαστής, Μίτς Μακόνελ.

Το μέλλον και η επιβίωση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, μετά την αθώωση Τράμπ στη δίκη που διεξάγεται στη Γερουσία, θα κριθεί από τη στάση που θα κρατήσουν οι Ρεπουμπλικάνοι στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία, τα επόμενα δυο χρόνια μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του 2022, για το Κογκρέσο.

Εάν παρεκκλίνουν, από τις πολιτικές του πρώην Προέδρου, που είναι εξαιρετικά δημοφιλείς στην συντριπτική πλειοψηφία της βάσης του κόμματος, τότε το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Τράμπ θα μετατραπεί στην κυρίαρχη φωνή αντιπολίτευσης και είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσει κόμμα ή να στηρίξει ανεξάρτητους υποψηφίους για Βουλή και Γερουσία το 2022, πλήττοντας θανάσιμα την πιθανότητα ανάκτησης της πλειοψηφίας σε Βουλή και Γερουσία.

Στην περίπτωση όμως, που στηρίξουν δημοφιλείς πολιτικές για τη μεγάλη πλειοψηφία της βάσης του Κόμματος, αλλά και μεγάλης μερίδας ανεξάρτητων ψηφοφόρων, όπως η προστασία των συμφερόντων της Αμερικής στο διεθνές εμπόριο, η σκληρή στάση έναντι της Κίνας, η συνέχιση της σκληρής στάσης έναντι του Ιράν, η συνέχιση της πλήρης στήριξης του Ισραήλ, η πίεση προς την Ευρώπη να αναλάβει το οικονομικό κόστος της ασφάλειάς της και γενικά η στήριξη της πολιτικής ότι βασικός γνώμονας της πολιτικής πρέπει να είναι πρώτα το συμφέρον της Αμερικής, τότε και μόνο τότε, ο Τράμπ θα περιθωριοποιηθεί, και απλά θα είναι μια χρήσιμη αλλά όχι κυρίαρχη και διασπαστική φωνή, στις τάξεις του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Στην περίπτωση που επιλεγεί μια πορεία συμβιβασμού με τις ακραίες πολιτικές που είναι σαφές ότι προωθεί η κυβέρνηση Μπάϊντεν στο εσωτερικό και ήδη στοιχίζουν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας απλών Αμερικανών πολιτών, αλλά και στο εξωτερικό όπου η Αμερική οδεύει στο να ξαναγίνει ο χρηματοδότης και προϊόν εκμετάλλευσης άλλων χωρών, τότε ο Τράμπ παραμένει ζωντανός και ισχυρός και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, θα οδεύσει προς την διάσπαση.

Αυτό λέει μια προσεκτική, νηφάλια, και χωρίς συναισθηματισμούς ανάλυση των στοιχείων μέχρι στιγμής. Αλλά όπως ανέφερα στην αρχή, η Αμερική δεν είναι κάτι απλό, είναι μια χώρα σε συνεχή κίνηση, μια δημοκρατία πολύ δραστήρια, πολύ ζωντανή, πολύ μοναδική, και σαν αποτέλεσμα όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά.

Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον