Ενώ ουσιαστικά ολόκληρος ο πλανήτης βρίσκεται στη δίνη της πανδημίας του κορονοϊού SARS CoV-2, η δημόσια συζήτηση έχει σε μεγάλο βαθμό ήδη μετατοπιστεί στο ζήτημα των οικονομικών συνεπειών της. Με μια τεράστια παγκόσμια ύφεση να θεωρείται απόλυτα δεδομένη, η έκταση και κυρίως η διάρκεια των επιπτώσεων της αιφνίδιας επιβράδυνσης στην οικονομική δραστηριότητα αρχίζει να μονοπωλεί πια το ενδιαφέρον όχι μόνο μεγάλου μέρους των κυβερνητικών επιτελείων κάθε χώρας, αλλά και των απλών ανθρώπων που βλέπουν τις προοπτικές του εισοδήματός τους να φθίνουν διαρκώς.
του Γιάννη Χαραλαμπίδη
Δυσοίωνες προβλέψεις διατυπώνονται από επιστήμονες και μελετητές των οικονομικών φαινομένων, από διεθνείς οργανισμούς, από μέσα ενημέρωσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα της πανδημίας στην παγκόσμια οικονομία θα είναι δραματικό, συγκρίσιμο και πιθανότατα δεινότερο του αντίστοιχου των κρίσεων του 1929 και του 2008. Τι θα μείνει, όμως, από όλη αυτή την μετωπική σύγκρουση σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα; Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα, ούτε καν ενδεχομένως να πιθανολογήσει με πειστικότητα. Σε αντίθεση, ωστόσο, με πολλούς οικονομικούς αναλυτές που προεξοφλούν μια μακροχρόνια και γενικευμένη οικονομική καταστροφή, από την οποία λίγες σταθερές της παγκόσμιας ανάπτυξης θα διατηρηθούν, πιστεύουμε ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για τους οποίους αξίζει να διατηρεί κάποιος την αισιοδοξία του για την διαμόρφωση του μεσο-μακροπρόθεσμου σκηνικού. Λόγοι που αποτολμούμε να αντλήσουμε όχι από αμιγώς οικονομικά, αλλά από ιστορικά δεδομένα.
Στο πιο δόκιμο παράδειγμα, το 1945, ενώ ακουγόταν ακόμα ο απόηχος των πυροβόλων, η παγκόσμια οικονομία μοιραζόταν την εικόνα που είχαν οι περισσότερες μεγαλουπόλεις της Ευρώπης. Η τεράστια καταστροφή που είχε προκαλέσει επί έξι χρόνια ο πόλεμος, ερχόταν να προστεθεί σε μια τριακονταπενταετία ύφεσης, κρίσεων και προστατευτισμών κάθε είδους. Η παγκόσμια οικονομία, αν και οπωσδήποτε πολύ λιγότερο ολοκληρωμένη από σήμερα, είχε σημαντικά στοιχεία διακρατικών δομικών σχέσεων, που διαρρήχθηκαν βίαια, για παράδειγμα η Γερμανία ήταν ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ αντίστοιχα της Ιαπωνίας. Απαιτήθηκαν τεράστιες άμεσες και έμμεσες επενδύσεις την επόμενη δεκαετία, προκειμένου οι διαλυμένες οικονομίες της Ευρώπης και του Ειρηνικού να καταφέρουν να σταθούν στα πόδια τους και να μπουν γρήγορα σε τροχιά ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, αναπτύχθηκαν νέα διεθνή εργαλεία οικονομικής σταθεροποίησης, με πιο γνωστά την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η κολοσσιαία αυτή επιχείρηση ανοικοδόμησης πέτυχε απόλυτα, μέσα σε λίγα χρόνια οι ρυθμοί ανάπτυξης εκτινάχθηκαν, ιδίως στα παραγωγικά συστήματα που είχαν συνθλιβεί στις συμπληγάδες του πολέμου. Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 κι έπειτα ο κόσμος ήδη είχε μπει σε μια τροχιά διευρυνόμενης ευημερίας χωρίς προηγούμενο.
Η βασική ένσταση στα παραπάνω είναι ότι το 1945 υπήρχε μια οικονομική μηχανή που παρήγαγε την ισχύ για αυτή την αδιανόητη ως τότε παροχή υποστήριξης, οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αν προσέξουμε λίγο περισσότερο, θα δούμε ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Αφενός γιατί δεν υπήρξε ανάπτυξη και βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης μόνο στο κομμάτι του κόσμου που βρέθηκε κάτω από την γενναιόδωρη σκέπη των ΗΠΑ. Τόσο στο μεγάλο μπλοκ των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, όσο και περισσότερο σε χώρες που για διάφορους λόγους έμειναν στον ενδιάμεσο χώρο των δύο ψυχροπολεμικών κόσμων, υπήρξε απτή μακροοικονομική και παραγωγική μεγέθυνση και βελτίωση των βασικών βιοτικών δεικτών, ενώ μια σειρά αστάθμητοι και παραμετρικοί παράγοντες συνέβαλαν στην εντυπωσιακή ανάπτυξη μικρότερων χωρών, όπως η Ελλάδα. Έπειτα, στη συγκυρία που διερχόμαστε, το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν βρίσκονται ίσως σε θέση και φάση ανάλογη εκείνης του 1945, δεν σημαίνει ότι δεν έχουν δυνατότητα και συμφέρον μαζί με την ΕΕ και την Κίνα, μαζί ίσως και με περιφερειακές οικονομικές δυνάμεις, να σηκώσουν το βάρος της κεφαλαιακής και επενδυτικής στήριξης της παγκόσμιας οικονομίας.
Η κρίση της πανδημίας δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας τυπικής οικονομικής κρίσης. Μια δεινή κατάσταση πλήττει το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου μας στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ ταυτόχρονα επηρεάζει ουσιωδώς την οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή με τρόπους που βλέπουμε ότι βρίσκονται καθημερινά σε δυναμική διαμόρφωση. Είναι εν μέρει λάθος να αποτιμώνται οι οικονομικές της συνέπειες με όρους άλλων οικονομικών κρίσεων, χρειάζεται πιο σύνθετο ερμηνευτικο πλαίσιο και δεν είναι καθόλου τυχαίο που τις τελευταίες ημέρες βλέπουμε θεωρητικούς της Πολιτικής Οικονομίας να ανασύρουν στις αναλύσεις τους νοήματα από τα λεγόμενα “οικονομικά του πολέμου”, μια εργαλειοθήκη που πρωτοστοιχειοθετήθηκε στη διάρκεια του Α’ ΠΠ.
Συγκυρίες ολοκληρωτικής έντασης, που έχουν πλαίσιο αναφοράς την ανθρώπινη ζωή και δοκιμάζουν συνολικά τα όρια των κρατικών εφαρμογών και των κοινωνικών λειτουργιών, δημιουργούν με τη λήξη τους παλιρροϊκά κύματα με αστάθμητες συνέπειες. Το τέλος του Β’ ΠΠ οδήγησε σε μια έκρηξη δραστηριότητας, σε ένα κύκλο επίτασης των ζωτικών ρυθμών σε κάθε επίπεδο. Υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις η δοκιμασία που διέρχεται σήμερα η παγκόσμια κοινότητα να οδηγήσει σε ανάλογες ανασυντάξεις δυνάμεων. Ίσως, μάλιστα και να δώσει το έναυσμα για πιο ουσιαστικές δομικές μεταρρυθμίσεις στην παραγωγική διαδικασία και τη λειτουργία των αγορών, μεταρρυθμίσεις που η οικονομική κρίση του 2008 απέτυχε να παραγάγει. Σε κάθε περίπτωση, οι συνισταμένες που θα συνδιαμορφώσουν το αύριο της πανδημίας δεν είναι σήμερα προβλέψιμες. Σίγουρα, όμως, τόσο ο Άνταμ Σμιθ, όσο κι ο Τζον Μέυναρντ Κέυνς θα είχαν λόγους να μείνουν αισιόδοξοι


