Κάπηλος

260

Κατά καιρούς εντοπίζονται σε λίστες δημοπρασίας προϊόντα που αποτελούν αντικείμενα αρχαιοκαπηλίας. Βρήκαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να σας μιλήσουμε για κάπηλους και καπηλείες, αρχαιοκάπηλους και αρχαιοκαπηλίες.

Γράφει η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα

Εδώ αναφερόμαστε σε λέξεις και έτσι δε θα μπούμε στην ουσία του προβλήματος που ενίοτε απασχολεί την επικαιρότητα. Εξάλλου, η εξιχνίαση τέτοιων υποθέσεων αφορά την αστυνομία, την αρχαιολογία και ειδικούς κλάδους που θα αποφανθούν για το θέμα. Δεν καπηλευόμαστε, δεν εκμεταλλευόμαστε ιδιοτελώς, δηλαδή, το χώρο που μας δίνεται για να μιλήσουμε για άλλα πράγματα, αφού δική μας δουλειά είναι να καπηλολεξιλογήσουμε (δικής μας επινόησης λέξη).

Ο κάπηλος αρχικά ήταν ο έμπορος, ο οινοπώλης, ο ταβερνιάρης. Στη συνέχεια, ταυτίστηκε με τον μικροπωλητή, μικρέμπορο, που πουλούσε τα προϊόντα του στο λιανεμπόριο. Για να αντέξει, πεταγόταν στο καπηλεῖον, (το μικρομάγαζο, που είχε και κρασί) αγόραζε τα χρειαζούμενα και έβγαινε πάλι στην αγορά.

Οι κάπηλοι απετέλεσαν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, μετά το δεύτερο ή μεγάλο ελληνικό αποικισμό, όταν οι Έλληνες εξαπλώθηκαν στα πέρατα της γης, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Ο κάπηλος έρχεται σε αντιδιαστολή με τον έμπορο, γιατί ο έμπορος είναι πλανόδιος, πάει από εδώ κι από κει (ἐν πόρῳ ὤν = διέσχιζε τη θάλασσα χρησιμοποιώντας πόρον, πλοίο ή πέρασμα). Οι κάπηλοι, όμως, με τη σειρά τους έκλεβαν στο ζύγι, στα ρέστα, στην ποιότητα, εκμεταλλεύονταν με λίγα λόγια τους πελάτες τους. Απέκτησε συνεπώς ο κάπηλος αρνητικό περιεχόμενο, έγινε ο εκμεταλλευτής.

Με τη σημασία του δόλιου εκμεταλλευτή συναντάμε τη λέξη ήδη από την αρχαιότητα. Ο κατ’ επανάληψιν κάπηλος είναι παλιγκάπηλος κατά το Δημοσθένη. 

Αντίστοιχα το ρήμα καπηλεύομαι αποκτά την έννοια του εκμεταλλεύομαι στην ελληνιστική εποχή. Στη Β’ προς Κορινθίους Επιστολή, προσπαθώντας ο Παύλος να νουθετήσει τους Κορινθίους Ιουδαΐζοντες, που ήταν προσκολλημένοι στο Μωσαϊκό νόμο και αμφισβητούσαν την αυθεντία του, θα γράψει σε έντονο ύφος: οὐ γὰρ ἐσμὲν ὡς οἱ πολλοὶ καπηλεύοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. (…γιατί δεν είμαστε όπως οι πολλοί, που εκμεταλλεύονται το λόγο του Θεού – Κ.Δ. Β’ Κορινθ. 2, 17).

Από τον κάπηλο και το καπηλεύομαι έχουμε την καπήλευση και τον καπηλευτή. Από τον παλιό κάπηλο μας έμεινε το καπηλειό και ο κάπελας που υπονοούν την οινοποσία μιας άλλης εποχής. Το καπηλειό κι ο κάπελας παραπέμπουν σε καιρούς με ταβερνάκια, φέρνουν στο νου την υπόγεια την ταβέρνα, τους καπνούς και τις βρισιές από το ποίημα «Οι Μοιραίοι», του Κώστα Βάρναλη.

Ας έλθουμε ξανά στους κάπηλους της επικαιρότητας. Αυτοί εκτός από αρχαιοκάπηλοι, κάποτε κάποτε γίνονται πατριδοκάπηλοι, εκτοξεύοντας δήθεν εθνικιστικές κορώνες. Μερικές φορές βλέπουμε τους θεοκάπηλους ή θεομπαίχτες να εμφανίζονται υπέρμαχοι του Θεού και της θρησκείας, για να κάνουν τους καλούς, λες κι ο Θεός θέλει υπερασπιστές. Πρόσφατα γνωρίσαμε τους προσφυγοκάπηλους, που εκμεταλλεύονται τον πόνο τον προσφύγων, για να κάνουν πολιτική. Απ’ την άλλη, έχουν περιοριστεί οι βιβλιοκάπηλοι, όσοι ανατυπώνουν παράνομα το περιεχόμενο ενός βιβλίου, χωρίς να αποδώσουν τα πνευματικά δικαιώματα. Η λέξη, βέβαια, βιβλιοκάπηλος στα ελληνιστικά χρόνια είχε να κάνει με αυτόν που εμπορευόταν βιβλία με άσεμνο περιεχόμενο. 

Για την ετυμολογία της προτείνονται διάφορες ερμηνείες, μια από τις οποίες είναι ότι αποτελεί δάνειο από κάποια μεσαιωνική γλώσσα. Αν δεχθούμε αυτή την εκδοχή, τότε συγγενεύει με το γερμανικό kaufen (=αγοράζω).

Αντώνυμα του λήμματος: ειλικρινής, τίμιος, γνήσιος και άλλα ωραία!

Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας