«Να ξεκινήσω από τα θετικά”, είπε ο κ. Στουρνάρας κατά την υποβολή της έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος στον Πρόεδρο της Βουλής και συνέχισε: “Θεωρούμε ότι η συμφωνία της 21ης Ιουνίου έχει θετική συμβολή σε δύο κατευθύνσεις. Πρώτον εξασφαλίζει ότι θα συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις και η δημοσιονομική σταθερότητα με το πλαίσιο ενισχυμένης εποπτείας που έχει συμφωνηθεί και εμείς το θεωρούμε θετικό και γιατί μπαίνουμε σε μία ενδεχομένως κρίσιμη περίοδο που προβλέπει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα άρα είναι χρήσιμο να μην αποκλίνουμε.
Το δεύτερο θετικό είναι ότι η συμφωνία έρχεται μετά τη συμφωνία του 2012 και ελαφρύνει ακόμα περισσότερο το χρέος με τη πρόβλεψη να μετατεθούν κατά δέκα χρόνια τα τοκοχρεολύσια του 1/3 του δημοσίου χρέους είναι σημαντικό και εξασφαλίζει βιωσιμότητα τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα.
Και μακροπρόθεσμα λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη αφενός τη δέσμευση του πολιτικού συστήματος της χώρας να συνεχίσει στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων και της δημοσιονομικής σταθερότητας αλλά και τη δέσμευση του Γιούρογκρουπ για περαιτέρω μέτρα το 2032 για περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους αν θεωρηθεί σκόπιμο.
Η έκθεση δίνει μια αισιόδοξη προοπτική αλλά τονίζει ότι από τις τρεις επισφάλειες, η σημαντικότερη είναι τα πολύ μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και συνεχή, τα οποία προβλέπονται μέχρι το 2060, καμία χώρα στον κόσμο και πολύ περισσότερο η δική μας, δεν είχε τόσο μεγάλα πρωτογενή πλεόνασμα για τόσο μεγάλο διάστημα … με εξαίρεση τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες.
Υπενθυμίζει μάλιστα ότι αυτά τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα είναι δυστυχώς το τίμημα που θα πληρώνουν δύο γενιές στο μέλλον, μέχρι το 2060, από λάθη στην οικονομική πολιτική που έγιναν στο απώτερο αλλά και στο εγγύτερο παρελθόν. Λάθη που έγιναν σε ένα σχετικά μικρό διάστημα και πληρώνουν δύο γενιές.
Η έκθεση μένει στην αισιόδοξη προοπτική, που προκύπτει, είτε μας αρέσει είτε όχι, στα οκτώ προηγούμενα χρόνια, πέντε κόμματα, συνέβαλλαν με μέτρα σταθεροποίησης για να κρατηθεί η χώρα στην Ευρωζώνη. Αυτή η άρρηκτη πολιτική συναίνεση είναι κάτι που αξιολογείται θετικά. Ναι μεν η έκθεση τονίζει ότι στα 8 χρόνια των προγραμμάτων και παρά τις οπισθοδρομήσεις διορθώθηκαν τα μεγάλα ελλείμματα οι ανισορροπίες, αλλά και τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ελήφθησαν μέτρα για το τραπεζικό σύστημα και είναι πιο υγιές από ό,τι στο παρελθόν.
Τονίζει όμως ότι παραμένει μακρύς δρόμος. Το χρέος είναι μεν βιώσιμο αλλά παραμένει πολύ μεγάλο και πηγή επισφαλειών, υπάρχει πρόβλημα με την εξυπηρέτηση δανείων και εμποδίζει τις τράπεζες να δώσουν τα δάνεια, η ανεργία είναι επίσης ακόμα υψηλή, παρά τη μείωσή της και για εμάς αυτή είναι η μεγαλύτερη πηγή φτώχειας».
«Τονίζω, όμως, ότι η προοπτική που δίνει η έκθεση είναι αισιόδοξη» κατέληξε ο κ. Στουρνάρας.
Τα βασικά σημεία της Έκθεσης, σύμφωνα με το δελτίο τύπου της ΤτΕ:
Ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος και μελλοντικές προκλήσεις
Η παρούσα Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική υποβάλλεται σε μια περίοδο που ολοκληρώθηκε με επιτυχία η τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση του προγράμματος. Στις 20 Αυγούστου 2018 ολοκληρώνεται τυπικά το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής.
Η βιώσιμη επιστροφή του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων θα είναι η ύστατη και καθοριστική ένδειξη ότι η οικονομία έχει υπερβεί την κρίση. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αναπτυξιακές προοπτικές υπονομεύονται και δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα. Η πρόσφατη πολιτική κρίση στην Ιταλία και η συνακόλουθη αύξηση των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων κατέδειξε ότι η ελληνική οικονομία είναι ακόμη ευάλωτη, καθώς μια απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού μπορεί να εκτροχιάσει τόσο την αναπτυξιακή πορεία της χώρας όσο και τις δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Συνεπώς, για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των αγορών, πρέπει να συνεχιστεί η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, ιδιαίτερα όσον αφορά τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και την αναβάθμιση των ανεξάρτητων θεσμών.
Η απόφαση του Eurogroup της 21ης Ιουνίου 2018 αναμένεται ότι θα έχει σημαντική συμβολή και στους δύο τομείς: στην ομαλή έξοδο στις αγορές και στη συνέχιση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, και τούτο διότι:
Πρώτον, προβλέπει ενισχυμένη εποπτεία με όρους αιρεσιμότητας, που θα αποτρέψει τον εκτροχιασμό της δημοσιονομικής πολιτικής και την εγκατάλειψη των μεταρρυθμίσεων. Οι ευρωπαϊκοί Θεσμοί, μαζί με το ΔΝΤ, θα αξιολογούν ανά τρίμηνο τις εξελίξεις στο δημοσιονομικό τομέα και στις μεταρρυθμίσεις και θα υποβάλλουν σχετική έκθεση στο Eurogroup και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η έκθεση θα δημοσιοποιείται και θα αξιολογείται στην πράξη από την αντίδραση των αγορών, η οποία θα είναι αδρός δείκτης της καθυστέρησης ή της προόδου που θα επισημαίνουν οι εκθέσεις των Θεσμών. Εξάλλου, με βάση αυτές τις περιοδικές αξιολογήσεις θα εφαρμόζονται και μέτρα τα οποία τελούν υπό αιρεσιμότητα όπως οι επιστροφές των κερδών των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος από τα ελληνικά ομόλογα.
Δεύτερον, εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, γεγονός που θα επηρεάσει θετικά τις αγορές και θα ενδυναμώσει την εμπιστοσύνη στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, αποτελεί κλειδί η συνέχιση της δημοσιονομικής και μεταρρυθμιστικής προσπάθειας για μια μακρά χρονική περίοδο, καθώς και η δέσμευση του Eurogroup να εξετάσει περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσης του χρέους στη μακροπρόθεσμη περίοδο εάν υπάρξουν απρόβλεπτες δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις. Όπως αναλύεται στο σχετικό Πλαίσιο V.1 της παρούσας έκθεσης, μια αύξηση των επιτοκίων κατά 100 μονάδες βάσης, σε συνδυασμό με μια χαλάρωση της δημοσιονομικής προσπάθειας κατά 0,7% του ΑΕΠ ετησίως, σε σχέση με το βασικό σενάριο, οδηγεί σε αύξηση των χρηματοδοτικών αναγκών του Δημοσίου πέραν των ορίων που προβλέπονται για τη βιωσιμότητα του χρέους μετά το 2032. Στην απόφαση του Eurogroup προβλέπονται πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο από το 2023 μέχρι το 2060. Ουδεμία χώρα στον κόσμο, με πιθανή εξαίρεση τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, έχει επιτύχει τόσο υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Επομένως, αυτή η υπόθεση αποτελεί και τη μεγαλύτερη επισφάλεια στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους μακροπρόθεσμα. Υπενθυμίζει επίσης ότι λάθη της οικονομικής πολιτικής είτε στο απώτερο είτε στο εγγύτερο παρελθόν, τα οποία εκτόξευσαν το δημόσιο χρέος, επιβαρύνουν τις μελλοντικές γενεές με τόσο υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Ειδικότερα, η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, πέραν των μεσοπρόθεσμων θετικών επιδράσεων, θα μπορούσε να έχει και άμεσα οφέλη, καθώς παρέχει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει τη διατήρηση της “παρέκκλισης” (waiver) για την αποδοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων ως εξασφαλίσεων στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος. Επίσης, να αποδεχθεί τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων (στην κανονική περίοδο και στην περίοδο επανεπένδυσης) με βάση το επιχείρημα ότι, στην ουσία, οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση της “παρέκκλισης” (waiver), δηλαδή ενισχυμένη εποπτεία και αιρεσιμότητα, έχουν συμπεριληφθεί στην απόφαση του Eurogroup της 21ης Ιουνίου. Αν συμβεί αυτό, θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν ορισμένα από τα θετικά αποτελέσματα που εκτιμά η Τράπεζα της Ελλάδος ότι θα μπορούσαν να προκύψουν από τη θέσπιση προληπτικής γραμμής στήριξης, κυρίως σε όρους χαμηλότερου κόστους χρηματοδότησης της οικονομίας. Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε προτείνει τη θέσπιση προληπτικής γραμμής στήριξης προκειμένου να διατηρηθεί η “παρέκκλιση” (waiver) και να μπορούν να ενταχθούν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ. Με αυτό τον τρόπο θα μειωνόταν το κόστος δανεισμού του Δημοσίου και των τραπεζών και θα μετακυλίονταν τα οφέλη στην πραγματική οικονομία. Επίσης θα είχε αποφευχθεί η δημιουργία ενός τόσο υψηλού ταμειακού αποθέματος ασφαλείας, το οποίο επιβάρυνε σημαντικά το δημόσιο χρέος αλλά και το κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου.
Οι εξαγωγές κινητήρια δύναμη της ανάκαμψης
Η οικονομική δραστηριότητα επέστρεψε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2017, με το ΑΕΠ να καταγράφει άνοδο κατά 1,4%. Βασικούς πυλώνες της μεγέθυνσης της οικονομίας αποτέλεσαν οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών και οι επενδύσεις.
Η ανοδική πορεία της οικονομίας συνεχίστηκε για πέμπτο συνεχόμενο τρίμηνο. Συγκεκριμένα, το α’ τρίμηνο του 2018 το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,8% σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2017, ενώ σε σύγκριση με το α’ τρίμηνο του 2017 παρουσίασε αύξηση κατά 2,3%, η οποία είναι η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση από το 2008. Η άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας αποδίδεται κυρίως στην ιδιαίτερα θετική πορεία των εξαγωγών. Λαμβάνοντας υπόψη τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία και με βάση την πορεία πρόδρομων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας και εμπιστοσύνης, όπως ο Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) στη μεταποίηση και ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος, εκτιμάται ότι η ανάκαμψη θα συνεχιστεί με ταχύτερο ρυθμό το 2018.
Θετικές εξελίξεις στα δημόσια οικονομικά και στο χρηματοπιστωτικό τομέα
Όσον αφορά τα δημόσια οικονομικά, η καλύτερη του αναμενομένου επίδοση των δημοσιονομικών μεγεθών το 2017, για τρίτο συνεχόμενο έτος, ενίσχυσε την αξιοπιστία της χώρας όσον αφορά τη δυνατότητα τήρησης των δεσμεύσεών της. Ωστόσο, το γεγονός ότι η υπεραπόδοση αυτή στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στη μεγαλύτερη του αναμενομένου φορολογική επιβάρυνση και στην περικοπή επενδυτικών δαπανών είχε αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα.
Θετικές καταγράφονται οι εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό τομέα: οι τραπεζικές καταθέσεις του μη χρηματοπιστωτικού ιδιωτικού τομέα αυξάνονται. Από τον Ιούνιο του 2015, οπότε εισήχθησαν οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, οι συνολικές καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες έχουν αυξηθεί κατά 14,6 δισεκ. ευρώ (ή κατά περίπου 9%). Οι τραπεζικές πιστώσεις προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν σταθεροποίηση. Επίσης, οι τέσσερις σημαντικές τράπεζες άντλησαν, για πρώτη φορά μετά το 2014, κεφάλαια ύψους 2.250 εκατ. ευρώ από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων με την έκδοση καλυμμένων ομολογιών. Οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων έχουν χαλαρώσει και η εξάρτηση των τραπεζών από την έκτακτη χρηματοδότηση από την Τράπεζα της Ελλάδος έχει μειωθεί σημαντικά, με το ανώτατο όριο χρηματοδότησης μέσω του μηχανισμού έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) να ανέρχεται σήμερα σε 10,9 δισεκ. ευρώ από 90 δισεκ. ευρώ τον Ιούλιο του 2015. Παρ’ όλα αυτά, οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες παραμένουν περιοριστικές και τα επιτόκια των τραπεζικών δανείων είναι υψηλά. Επίσης, το υψηλό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει η σημαντικότερη πρόκληση για το σύνολο του τραπεζικού συστήματος.
Οι αποδόσεις των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου μειώθηκαν σημαντικά και η καμπύλη αποδόσεων έχει εξομαλυνθεί σε μεγάλο βαθμό. Ωστόσο, τα κρατικά ομόλογα εξακολουθούν να υπολείπονται κατά πέντε βαθμίδες από την επενδυτική διαβάθμιση, ενώ και οι πρόσφατες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές εξαιτίας της πολιτικής αβεβαιότητας στην Ιταλία άσκησαν ανοδική επίδραση στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων.
Προβλέψεις για επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, αναμένεται επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας μεσοπρόθεσμα. Προβλέπονται ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ 2,0% και 2,3% για τα έτη 2018 και 2019 αντιστοίχως. Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι θα στηριχθεί στις επιχειρηματικές επενδύσεις, στις εξαγωγές, αλλά και στην ελαφρά άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η απασχόληση αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται λόγω της επιστροφής της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να προβλέπεται ότι το ποσοστό ανεργίας το 2018 θα υποχωρήσει κάτω από 20%.
Η ανοδική πορεία του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή θα συνεχιστεί και το 2018, αν και με ελαφρώς χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με το 2017, λόγω εξάντλησης των επιδράσεων βάσης από τις τελευταίες αυξήσεις στην έμμεση φορολογία.
Τέλος, σύμφωνα με τα έως τώρα διαθέσιμα δεδομένα, για το 2018 αναμένεται να επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος του προγράμματος.
Οι εκτιμήσεις για τις προοπτικές της οικονομίας περιβάλλονται από σημαντικές αβεβαιότητες. Σε ό,τι αφορά το εγχώριο περιβάλλον, καθυστερήσεις στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και των ιδιωτικοποιήσεων και υπερβολική φορολόγηση ενδέχεται να οδηγήσουν σε επιβράδυνση της ανάκαμψης της οικονομίας. Οι κίνδυνοι που πηγάζουν από το εξωτερικό περιβάλλον συνδέονται κυρίως με την αύξηση του εμπορικού προστατευτισμού διεθνώς, με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά και με την αύξηση της αποστροφής κινδύνου των επενδυτών λόγω αναταράξεων στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Τέλος, ενδεχόμενη επιδείνωση της προσφυγικής κρίσης και αύξηση των μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα.
Τα βασικά χρηματοοικονομικά μεγέθη των τραπεζών βελτιώνονται
Το 2017 περιορίστηκαν οι ζημίες των ελληνικών τραπεζών, ενώ το α’ τρίμηνο του 2018 οι τράπεζες επανήλθαν σε κερδοφορία, η οποία όμως παραμένει αδύναμη. Η κεφαλαιακή επάρκεια διατηρείται σε υψηλό επίπεδο, οι πηγές χρηματοδότησης των τραπεζών έχουν διαφοροποιηθεί, ενώ η υποχώρηση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) συνεχίζεται σε συμμόρφωση με τους τεθέντες στόχους.
Η ανθεκτικότητα των τραπεζών επιβεβαιώθηκε από τα αποτελέσματα της πρόσφατης άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων
Όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών (Common Equity Tier 1 – CET1) σε ενοποιημένη βάση και ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα (15,8% και 16,4% αντίστοιχα το Μάρτιο του 2018). Τους πρώτους μήνες του 2018 διεξήχθη, στο πλαίσιο της πανευρωπαϊκής άσκησης ακραίων καταστάσεων σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, η σχετική άσκηση για τις τέσσερις σημαντικές ελληνικές τράπεζες. Σκοπός της άσκησης ήταν να αξιολογηθεί η ανθεκτικότητα των τραπεζών σε οικονομικές και χρηματοπιστωτικές διαταραχές για την τριετία 2018-2020, με σημείο αναφοράς τα μεγέθη της 31ης Δεκεμβρίου 2017 αναμορφωμένα για την επίπτωση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9/IFRS 9).
Συνολικά, κατά μέσο όρο, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών στο δυσμενές σενάριο υποχωρεί κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες, που αντιστοιχούν σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων του τραπεζικού συστήματος κατά 15,5 δισεκ. ευρώ. Σημειώνεται ότι η φιλοσοφία της άσκησης δεν ήταν τέτοια ώστε να τίθεται συγκεκριμένο ποσοτικό κριτήριο βάσει του οποίου θα αξιολογείτο αν οι τράπεζες πέτυχαν ή απέτυχαν στην άσκηση. Τουναντίον, τα αποτελέσματα ανά τράπεζα θα συνεκτιμηθούν από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, βάσει της οποίας ο επόπτης ενδέχεται να ζητήσει από κάποια τράπεζα να τηρεί πρόσθετα κεφαλαιακά αποθέματα ή/και να θέσει ποιοτικές απαιτήσεις (αναφερόμενες συχνά ως “απαιτήσεις του Πυλώνα ΙΙ”). Ωστόσο, δεν προέκυψε κεφαλαιακό έλλειμμα ως αποτέλεσμα της άσκησης.
Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα υποχωρούν σταδιακά
Οι τράπεζες σημείωσαν πρόοδο με την κυριότερη πρόκληση την οποία αντιμετωπίζουν, δηλαδή τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (ΜΕΑ), καθώς μείωσαν το απόθεμα αυτών των στοιχείων κατά περίπου 10% στη διάρκεια του 2017. Τα ΜΕΑ ανήλθαν στο τέλος του 2017 σε 94,4 δισεκ. ευρώ, μειωμένα κατά περίπου 11 δισεκ. ευρώ έναντι του τέλους του 2016 (οι τράπεζες ξεπέρασαν κατά περίπου 1,6 δισεκ. ευρώ τους στόχους που είχαν θέσει για τη μείωση των ΜΕΑ). Η υποχώρηση του αποθέματος των ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του 2017 οφείλεται κυρίως σε διαγραφές (6,5 δισεκ. ευρώ) και πωλήσεις (3,6 δισεκ. ευρώ) μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Σύμφωνα με στοιχεία Μαρτίου 2018, το ύψος των ΜΕΑ μειώθηκε κατά 2,1% συγκριτικά με το τέλος του Δεκεμβρίου του 2017, φθάνοντας τα 92,4 δισεκ. ευρώ ή το 48,5% των συνολικών ανοιγμάτων. Η μείωση των ΜΕΑ κατά το α’ τρίμηνο του 2018 οφείλεται κατά κύριο λόγο στις διαγραφές, που ανήλθαν σε 1,7 δισεκ. ευρώ. Η μείωση των ΜΕΑ που προήλθε από εισπράξεις, ρευστοποιήσεις και πωλήσεις ήταν ελαφρώς μειωμένη σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Στο μέλλον αναμένονται καλύτερες επιδόσεις, καθώς οι τράπεζες έχουν ήδη ανακοινώσει, και σε ορισμένες περιπτώσεις πραγματοποιήσει, πωλήσεις δανείων.
Η κάλυψη από προβλέψεις σε επίπεδο συστήματος έχει αυξηθεί σημαντικά, σε 49,0% το Μάρτιο του 2018 από 46,2% το Δεκέμβριο του 2017, ενώ, αν συμπεριληφθεί στις προβλέψεις και η αξία των εξασφαλίσεων (με ανώτατη αξία το υπόλοιπο του δανείου προ προβλέψεων απομείωσης), η κάλυψη των ΜΕΑ που επιτυγχάνεται ξεπερνά το 100%. Η αύξηση στην κάλυψη από προβλέψεις οφείλεται κυρίως στην αναγνώριση νέων υψηλών προβλέψεων, λόγω της εφαρμογής του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9).
Οι τράπεζες υπέβαλαν στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2017 αναθεωρημένους στόχους για τη μείωση των ΜΕΑ. Ο στόχος για το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τέλος του 2019 τίθεται σε 64,6 δισεκ. ευρώ (από 66,4 δισεκ. ευρώ που ήταν αρχικά). Η βελτίωση αυτή εκτιμάται ότι θα προέλθει από την επίσπευση πώλησης δανείων, κυρίως στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο και σε μικρότερο βαθμό στο καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο, καθώς επίσης και μέσω αύξησης των διαγραφών, κυρίως στο χαρτοφυλάκιο λιανικής. Παρά την αναμενομένη μείωση του υπολοίπου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 35,2% στο τέλος του 2019 (από 33,9% που ήταν ο αρχικός στόχος), εξαιτίας της αναθεώρησης προς τα κάτω των εκτιμήσεων για το ρυθμό πιστωτικής επέκτασης από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και της διενέργειας αυξημένων διαγραφών και πωλήσεων δανείων. Αυτό υποδηλώνει την ανάγκη για υπέρβαση της υφιστάμενης στοχοθεσίας για τη μείωση των ΜΕΑ και για επιτάχυνση των προσπαθειών βελτίωσης της ποιότητας στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών.
Προκλήσεις και προϋποθέσεις μετάβασης σε ένα βιώσιμο εξωστρεφές πρότυπο ανάπτυξης
Τα τελευταία οκτώ χρόνια η Ελλάδα έχει εφαρμόσει τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, που έχουν εξαλείψει πλήρως τα δίδυμα ελλείμματα στη γενική κυβέρνηση και στο εξωτερικό ισοζύγιο και παράλληλα πέτυχαν σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και αύξηση της εξωστρέφειας. Παρά την έως τώρα πρόοδο, υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις για την ελληνική οικονομία, που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, όπως το υψηλό δημόσιο χρέος, το μεγάλο απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η υψηλή ανεργία, η χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και η κατάρρευση των επενδύσεων. Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων θα καθορίσει τις μελλοντικές αναπτυξιακές προοπτικές. Προς το σκοπό αυτό, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να επικεντρωθεί στα εξής:
• Υιοθέτηση ενός μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής που θα είναι φιλικότερο προς την ανάπτυξη. Η υπερβολική εξάρτηση της δημοσιονομικής προσαρμογής από τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές συνιστά αντικίνητρο τόσο για την εργασία όσο και για τις επενδύσεις, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει τη στροφή των δραστηριοτήτων προς την παραοικονομία και παρέχει κίνητρα για φοροδιαφυγή.
• Βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει άνοιγμα των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, των κλειστών επαγγελμάτων και των δικτύων μεταφοράς ενέργειας. Επιπλέον, κρίνεται απαραίτητη η ενίσχυση του “τριγώνου της γνώσης”, δηλαδή της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, με την υιοθέτηση πολιτικών και μεταρρυθμίσεων που ενθαρρύνουν την έρευνα, διευκολύνουν τη διάχυση της τεχνολογίας και ενισχύουν την επιχειρηματικότητα. Παράλληλα, είναι αναγκαία η βελτίωση της ποιότητας και η διασφάλιση της ανεξαρτησίας των θεσμών, καθώς αυτό αποτελεί καθοριστικό παράγοντα ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των επενδυτών και συμβάλλει στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
• Δραστικό περιορισμό του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με υπέρβαση της υφιστάμενης στοχοθεσίας για τη μείωση των ΜΕΑ. Η πολιτεία, οι τράπεζες και οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να αξιολογήσουν προσεκτικά το σχέδιο οδηγιών για την ίδρυση Εθνικών Εταιριών Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (Asset Management Companies – AMC) που δημοσίευσε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον τρόπο με τον οποίο αυτό θα συμβάλει στο δραστικό περιορισμό των ΜΕΑ.
• Επιθετική πολιτική προσέλκυσης στρατηγικών ξένων άμεσων επενδύσεων. Για να προσελκύσει η χώρα ξένες άμεσες επενδύσεις, προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στην άρση σημαντικών αντικινήτρων, όπως η γραφειοκρατία, η ασάφεια και αστάθεια του νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου, το μη προβλέψιμο φορολογικό σύστημα, η ελλιπής προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, οι καθυστερήσεις στη δικαστική επίλυση των διαφορών, καθώς και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων.
• Αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών της υψηλής ανεργίας. Υποστήριξη των μακροχρόνια ανέργων χρησιμοποιώντας προγράμματα απασχόλησης και κατάρτισης και στοχευμένες κοινωνικές μεταβιβάσεις.
Μετά από αρκετά χρόνια ύφεσης και στασιμότητας, το 2017 η οικονομία επέστρεψε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η πρόοδος στην εφαρμογή του προγράμματος βελτίωσε την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και ενίσχυσε την εμπιστοσύνη, οδήγησε σταδιακά σε επιστροφή καταθέσεων, χαλάρωση των κεφαλαιακών περιορισμών, μείωση της εξάρτησης των τραπεζών από την έκτακτη χρηματοδότηση από την κεντρική τράπεζα και υποχώρηση των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων. Η ανθεκτικότητα των τραπεζών επιβεβαιώθηκε από τα αποτελέσματα της πρόσφατης άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Η οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται το α’ τρίμηνο του 2018, εξαιτίας κυρίως της ανόδου των εξαγωγών. Συνολικά για το 2018 αναμένεται επιτάχυνση της ανάπτυξης, καθώς και επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.
Με βάση τις παραπάνω εξελίξεις, μπορεί βάσιμα να προβλεφθεί ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί ταχύτερα στο άμεσο μέλλον. Προϋποθέσεις για να συμβεί αυτό είναι:
1ον Η διασφάλιση ότι και μετά το τέλος του προγράμματος η οικονομική πολιτική θα παραμείνει προσηλωμένη στις μεταρρυθμίσεις και θα αποφύγει διολίσθηση σε πρακτικές του παρελθόντος που έφεραν την κρίση. Αυτό απαιτεί πρώτον, σταθερή πολιτική βούληση και δεύτερον, δραστική βελτίωση της λειτουργίας των μηχανισμών που καλούνται να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις, δηλαδή του δημόσιου τομέα.
2ον Η επιστροφή του Ελληνικού Δημοσίου στις αγορές με βιώσιμους όρους. Σε αυτό θα συμβάλουν αποφασιστικά οι αποφάσεις τoυ Eurogroup της 21ης Ιουνίου για την αναδιάρθρωση του χρέους και την ενίσχυση του αποθέματος ρευστότητας, αλλά και η δέσμευσή του ότι θα λάβει περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσης του χρέους εάν υπάρξουν απρόβλεπτες, δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις.
3ον Δεδομένου ότι οι αποφάσεις του Eurogroup συνδέονται με ενισχυμένη εποπτεία και αιρεσιμότητα (που αποτελούν ουσιαστικά τις προϋποθέσεις για τη θέσπιση προληπτικής γραμμής στήριξης), ενώ παράλληλα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, παρέχουν στην ΕΚΤ τη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει τη διατήρηση της “παρέκκλισης” (waiver) για την αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως εξασφαλίσεων στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος. Παράλληλα, παρέχουν στην ΕΚΤ τη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει την αποδοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων (στην κανονική χρονική περίοδο και στην περίοδο επανεπένδυσης).
Ενδεχόμενη διατήρηση της “παρέκκλισης” (waiver) για την αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως εξασφαλίσεων στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος θα μειώσει το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών από την ΕΚΤ, αλλά και μέσω των πράξεων χρηματοδότησης από τις αγορές (repos). Παράλληλα, η συμμετοχή των ελληνικών κρατικών ομόλογων στις πράξεις αγοράς της ΕΚΤ στο πλαίσιο της ποσοτικής χαλάρωσης θα μειώσει το κόστος δανεισμού του Δημοσίου. Η μείωση του κόστους δανεισμού για το Δημόσιο και τις τράπεζες θα έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία, καθώς εκτιμάται ότι θα μετακυλιστεί στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Κάτι τέτοιο αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της τραπεζικής χρηματοδότησης προς το μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό τομέα και την ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη.
Πίσω από τις κλειστές πόρτες
Συγχαρητήρια στον Σαμαρά, κλειστά αυτιά στις βρισιές Τσίπρα για τη «νέα Φρειδερίκη»
Έτσι οι υποψίες έγιναν εφιάλτης
*Της Σοφίας Βούλτεψη
Ήταν και τότε Ιούνιος. Ιούνιος του 2014. Σύνοδος Κορυφής και πάλι με την Ελλάδα να παίρνει τα εύσημα για την ολοκλήρωση μιας επιτυχημένης και «πέραν του τυπικού» προεδρίας – στην έναρξη της οποίας, στο Ζάππειο, ο κ. Τσίπρας είχε αρνηθεί να παρευρεθεί. Ρομπάι και Μπαρόζο δίνουν τα συγχαρητήριά τους και ο Γιουνκέρ δηλώνει συγκινημένος για την εκλογή του στη θέση του προέδρου της Επιτροπής.
Έχουμε φύγει από την Αθήνα «αρματωμένοι». Ο Σαμαράς ελέγχει έναν έναν τους φακέλους προσωπικά και συνεχίζει τα ίδια μέσα στο αεροπλάνο. Ανοίγει χαρτοφύλακες, επιβεβαιώνει, ψαχουλεύει χαρτιά, «δεν είμαστε για ρεζιλίκια», προειδοποιεί έναν – έναν υπουργούς και συνεργάτες.
«Κάναμε και οικονομία», λέει στο τέλος. Μόνο 19 εκ. ξοδέψαμε από τα 50 του προϋπολογισμού για την προεδρία. Αν καταφέρουμε να τους πείσουμε να ασχοληθούν σοβαρά και με το θέμα της μετανάστευσης θα έχουμε κάνει καλή δουλειά. Αυτό είναι το πρόβλημα τώρα».
Μόλις λίγες μέρες νωρίτερα διάφορες ΜΚΟ, σε κοινή τους έκθεση, έχουν καταγγείλει πως «οι ελληνικές αρχές παραβιάζουν τα δικαιώματα των μεταναστών στα σύνορα με την Τουρκία και η ευρωπαϊκή υπηρεσία Frontex είναι “συνεργός” στις καταχρήσεις τους». Μιλούν για ομαδικές απελάσεις, «συχνά με βίαιο τρόπο, χωρίς να αναγνωρισθεί η ταυτότητα των προσφύγων».
«Μας κατηγορούν ότι το 2012 είχε αποτραπεί η είσοδος 3.307 μεταναστών από τη θάλασσα και το 2013 είχε αποτραπεί η είσοδος σε 10.427», του λέω συμβουλευόμενη τα χαρτιά μου. «Και ότι η αναλογία εισερχομένων – εξερχομένων είναι 1 προς 2».
«Και τι έπρεπε να είναι;», ρωτάει ο Σαμαράς. «Ένας να φεύγει δύο να μπαίνουν;».
«Και βάλε» του απαντάω. «Αυτά λέει και ο Τσίπρας. Ότι οι λιμενικοί είναι κυνικοί εγκληματίες και ότι πρέπει να τους δεχόμαστε όλους και να τους δίνουμε χαρτιά να πηγαίνουν όπου θέλουν».
«Ναι, βέβαια», απαντά ο Σαμαράς. «Θυμάσαι με το Φαρμακονήσι; Είχε γκρεμιστεί η Κεφαλονιά από τον σεισμό και αυτοί δεν είχαν βγάλει ούτε μια ανακοίνωση. Τέλος πάντων, εμείς όλα αυτά τα χρόνια έχουμε πιέσει. Ίδωμεν».
Στις Βρυξέλλες συναντήσεις, επαφές, συνεννοήσεις. Και τελικά, για πρώτη φορά, στα Συμπεράσματα της Συνόδου περιλαμβάνονται οι αρχές της «αλληλεγγύης» και της «δίκαιης κατανομής ευθυνών» για μια αποτελεσματική πολιτική μετανάστευσης, ασύλου και συνόρων στην Ευρώπη και για πρώτη φορά υιοθετείται ο όρος «παράνομη μετανάστευση».
Ενώ βρισκόμαστε στις Βρυξέλλες, στις 27 Ιουνίου 2014, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοινώνει μεγάλη βελτίωση του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα τον Ιούνιο, με τον δείκτη του οικονομικού κλίματος να διαμορφώνεται στις 103,7 μονάδες από 99,1 μονάδες τον Μάιο, σε αντίθεση με τον αντίστοιχο δείκτη για το σύνολο της Ευρωζώνης που μειώθηκε στις 102 μονάδες από 102,6 μονάδες τον προηγούμενο μήνα.
«Έχουμε ανακοίνωση της Επιτροπής», του λέω σε ένα διάλειμμα των συνεδριάσεων, που περνάει σαν σίφουνας από το γραφείο της αποστολής. «Λένε πως αξίζει να τονισθεί η αύξηση κατά 4,6 μονάδες στην Ελλάδα, που φέρνει τον δείκτη πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο του για πρώτη φορά μετά τον Αύγουστο του 2008. Για πρώτη φορά πάνω από το 100, δηλαδή».
«Τέλεια!», απαντάει και ξαναφεύγει τρέχοντας.
«Δεν θέλεις να μάθεις με τι ασχολούνται στην Αθήνα;», του φωνάζω.
«Ξέρω», απαντά βγαίνοντας από την πόρτα. «Με τη ΔΕΗ και τις φυλακές υψίστης ασφαλείας»!
Την προηγουμένη, 26 Ιουνίου, ο κ. Τσίπρας είχε ξεκινήσει την «μάχη της ΔΕΗ». Είχε απευθύνει κάλεσμα «για ένα πλατύ ανοιχτό παλλαϊκό μέτωπο» και είχε δηλώσει ότι «σε κάθε περίπτωση επαναλαμβάνουμε τη δέσμευσή μας, απέναντι στους πολίτες, να επαναφέρουμε τη ΔΕΗ υπό δημόσιο έλεγχο, σε μια ενιαία επιχείρηση» – για να μην ξεχνιόμαστε! Είχε μιλήσει για «μπανανία» και είχε διαβεβαιώσει ότι «εμείς υπογραφές που αφορούν την εκποίηση του δημόσιου πλούτου ή υπογραφές που αφορούν την άρση της εθνικής κυριαρχίας και της αξιοπρέπειας του λαού, δεν πρόκειται να αναγνωρίσουμε»!
«Η κυβέρνηση Σαμαρά παρουσιάζεται στις συνόδους Κορυφής μόνο για να στηρίξει τις πιο αντικοινωνικές πολιτικές που εκφράζονται από την κ. Μέρκελ και τους συμμάχους της. Ο πρωθυπουργός εμφανίζεται ως ο πιο ένθερμος υποστηρικτής του κ. Γιούνκερ, του οποίου οι θέσεις είναι συνώνυμες με το μηχανισμό των μνημονίων και της σκληρής επιτήρησης της χώρας και ο οποίος σε κάθε ευκαιρία διαβεβαιώνει ότι η Ελλάδα δεν θα βγει από το μνημόνιο, διαψεύδοντας έτσι τους εγχώριους συμμάχους του.
Ο πρωθυπουργός δεν έχει καμία πρόταση για την έξοδο από την κρίση που να μην ταυτίζεται με την ακραία πολιτική λιτότητας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ υποκρίνεται όταν στο εσωτερικό της χώρας μιλά για χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και έξοδο από το μνημόνιο. Δεν αξίζει στον ελληνικό λαό να εκπροσωπείται από τους φίλους των κκ Γιούνκερ και Μέρκελ».
Μπαίνω στο Συμβούλιο και τη δείχνω στον Σαμαρά. «Δεν έχουν ιερό και όσιο», μου ψιθυρίζει. «Φτύνουν εκεί που γλείφουν και γλείφουν εκεί που φτύνουν. Ο Τσίπρας δεν είχε ταχθεί υπέρ του Γιούνκερ και κατά της Μέρκελ; Αυτός είναι ικανός να ταχθεί και υπέρ της Μέρκελ. Μεγάλοι τυχοδιώκτες, παιδί μου! Άσε με τώρα μπας και δεν διαλυθούμε με το μεταναστευτικό».
Έναν χρόνο αργότερα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έφερνε πάνω από ένα εκατομμύριο μετανάστες και τέσσερα χρόνια αργότερα θα έκανε τεμενάδες στη Μέρκελ, δεχόμενος επιστροφή μεταναστών από την Γερμανία έναντι εξάμηνης παράτασης του μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά, τα οποία στο μεταξύ είχε καταστρέψει πλήρως.
Στέλνω αμέσως την απάντηση:
«ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΟΦΙΑΣ ΒΟΥΛΤΕΨΗ ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΚΟΡΥΦΗΣ
Την ώρα που ο πρωθυπουργός εκπροσωπεί την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και λαμβάνει τα συγχαρητήρια όλων των Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι, παραμερίζοντας τις όποιες επιμέρους διαφωνίες τους, συμφώνησαν ότι η χώρα μας έφερε σε πέρας μια από τις πιο επιτυχημένες προεδρίες, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει μονότονα να επιτίθεται στους Ευρωπαίους εταίρους μας.
Επανερχόμενος σε προσωπικές αναφορές και πριν ακόμη δοθεί στη δημοσιότητα το Κείμενο των Συμπερασμάτων, που περιλαμβάνει σημαντικές πρόνοιες για τα μεγάλα κοινωνικά θέματα της ανάπτυξης, της ανεργίας και της παράνομης μετανάστευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ επαναλαμβάνει τις ίδιες μονότονες και άνευ περιεχομένου «καταγγελίες».
Αυτή τη φορά μάλιστα, τάσσεται και κατά του κ. Γιουνκέρ, συντασσόμενος με τους επικριτές ενός πολιτικού που έχει σταθερά σταθεί στο πλευρό της χώρας μας.
Προφανώς εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ ξεχνούν ότι δεν πάει πολύς καιρός από τότε που ο ίδιος ο κ. Τσίπρας είχε ταχθεί υπέρ… της υποψηφιότητας Γιούνκερ.
Για να φρεσκάρουμε τη μνήμη τους, όταν στις 3 Ιουνίου ο κ. Τσίπρας επισκέφθηκε τις Βρυξέλλες, ξεκαθάρισε πως, αν και ο ίδιος παραμένει κάθετα αντίθετος με τις θέσεις του κ. Γιούνκερ, «θα πρέπει να γίνει σεβαστό το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών».
Και ότι ο «σεβασμός στη δημοκρατική διαδικασία» ορίζει πως ο Ζ. Κ. Γιούνκερ έχει το δικαίωμα να λάβει διερευνητική εντολή και να επιζητήσει την πλειοψηφία της Ευρωβουλής για να γίνει ο επόμενος πρόεδρος της Επιτροπής.
Όπως φαίνεται, για τον κ. Τσίπρα και το κόμμα του, ο «σεβασμός στη δημοκρατική διαδικασία» ισχύει κατά περίπτωση και όποτε βολεύει τις δικές τους κομματικές επιδιώξεις.
Είναι ξεκάθαρο ότι βρισκόμαστε μπροστά σε άλλη μια έκφραση πρωτοφανούς πολιτικού καιροσκοπισμού».
Την ίδια ώρα, ο Σαμαράς έκανε την παρέμβασή του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Είχε έλθει και η δήλωση των ΑΝΕΛ, αλλά αυτήν ούτε που του την έδειξα:
«Απόψε η Ευρώπη που δυναστεύει η κ. Μέρκελ αποφασίζει να ψηφίσει Γιούνκερ που είναι συνένοχος στα δεινά τα οποία υφίσταται ο ελληνικός λαός. Υπενθυμίζουμε ότι ο ίδιος ομολόγησε πως έβλεπε να έρχεται η καταιγίδα, αλλά δεν μιλούσε για να μη χαλάσει τις γερμανικές και γαλλικές εξαγωγές στη χώρα μας. Δοξάστε τον», έλεγε ο εκπρόσωπος κ. Κουίκ, σήμερα υπουργός του Τσίπρα.
Την επομένη, 28 Ιουνίου, ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει: «Αν και ηττήθηκε στις εκλογές, ο κ. Σαμαράς συνεχίζει να παριστάνει τον πρωθυπουργό πηγαίνοντας στις Συνόδους Κορυφής για να υποστηρίξει τη συνέχιση της μνημονιακής πολιτικής της λιτότητας και της εκποίησης της δημόσιας περιουσίας, όπως της ΔΕΗ. Λογαριάζει, όμως, χωρίς τον ξενοδόχο, και δεν θα αργήσει η ώρα της ανατροπής της πολιτικής και της κυβέρνησής του».
Και ο Καμμένος την ίδια μέρα: «Με σταθερούς ρυθμούς αυξάνεται η ανεργία, με απόλυτη ασφάλεια οι πολίτες δεν μπορούν να πληρώσουν τη βαριά φορολογία και σύντομα οι τράπεζες και το δημόσιο θα αποκτήσουν το σύνολο της περιουσίας των Ελλήνων πολιτών».
Και απόσπασμα από τη δική μου απάντηση:
«Ας το καταλάβουν μια για πάντα: Στις Βρυξέλλες, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς έλαβε τα συγχαρητήρια για την ελληνική προεδρία και τις προσπάθειες της Ελλάδας, από 27 πρωθυπουργούς κάθε πολιτικής προέλευσης και όλους τους θεσμικούς παράγοντες της ΕΕ. Κάτι περισσότερο γνωρίζουν αυτοί από τον κ. Τσίπρα, που παριστάνει ότι κρατά τα κλειδιά ενός ξενοδοχείου, όπου άλλος ξηλώνει τις πόρτες και άλλος τα παράθυρα».
Σήμερα, τέσσερα ακριβώς χρόνια μετά, με τους Ευρωπαίους να συγχαίρουν τον κ. Τσίπρα – για το υπερταμείο, τη συμφωνία με τα Σκόπια και την παράδοση της Μακεδονίας, τη συμφωνία με τη Γερμανία για επιστροφή μεταναστών από το έδαφός της στην Ελλάδα – με τις διαρκείς τεχνητές αναπνοές προς την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, πολλές σκέψεις χορεύουν στο μυαλό όλων μας για κίνητρα και συναλλαγές.
Αυτοί που έβριζαν εμάς ως «μερκελιστές» και αποκαλούσαν την Μέρκελ «νέα Φρειδερίκη» τα δίνουν όλα για την καρέκλα τους.
Η αλήθεια είναι πως προσωπικά μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η αταραξία με την οποία πληροφορούνταν τις ύβρεις του Τσίπρα. Μόλις έναν μήνα νωρίτερα, τον Μάιο του 2014, ο Τσίπρας είχε στηρίξει όλη του την προεκλογική εκστρατεία για τις ευρωεκλογές στις βρισιές που εκτόξευε κατά της Μέρκελ, του Γιούνκερ, του Σουλτς. Στις 22 Μαΐου, είχε αποκαλέσει την Μέρκελ «νέα Φρειδερίκη»! «Με την Μέρκελ ή με τον ΣΥΡΙΖΑ;», ήταν το κεντρικό σύνθημα. «Go back madam Merkel», είχε βροντοφωνάξει από τη Μυτιλήνη ο Τσίπρας στις 2 Μαΐου 2014.
Αλλά όταν πηγαίναμε έξω, διαπιστώναμε πως δεν ίδρωνε το αυτί τους. Περίπου το… διασκέδαζαν! Τα γνώριζαν όλα, τα μάθαιναν, αλλά έκαναν σα να μην άκουγαν!
Οι υποψίες που μας είχαν γεννηθεί τότε, όταν οι Ευρωπαίοι μας έλεγαν πως ο Τσίπρας δεν θα είναι πρόβλημα γι’ αυτούς διότι έχουν τον τρόπο να τον συντρίψουν – και μαζί μ’ αυτόν και τον ελληνικό λαό, που θα έχει πιστέψει τα ψέματά του και θα τον έχει ψηφίσει – έχουν εξελιχθεί σε ένα εφιαλτικό παρόν.
Πράγματι! Κάτι περισσότερο γνώριζαν…
*Η Σοφία Βούλτεψη είναι Βουλευτής Β΄ Αθηνών Ν.Δ., πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητική εκπρόσωπος, δημοσιογράφος.