24.4 C
Athens

Ας κρατήσουν οι χοροί – Θα πλανηθούμε μοναχοί ωστόσο

Αν δεν ήταν εξαιρετικά θλιμμένη, λόγω του θανάτου του Διονύση Σαββόπουλου, η χθεσινή ημέρα θα ήταν χαρμόσυνη. Και πάλι εξαιτίας του αποχαιρετισμού, καθώς άπαντες, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είχαν γεμίσει από τους ήχους και τους στίχους του. Ο μέγας προβοκάτορας, ίσως μάς κοιτούσε κρυφά από μια γωνιά, ευτυχισμένος που τον αγαπήσαμε τόσο, που τον ακούσαμε τόσο μια ζωή και που μια νύχτα και μια μέρα επαναλαμβάναμε τα κομμάτια του, βρίσκοντάς τα θελκτικά όσο ποτέ.

Ισως, μάλιστα, πίσω από μια πολυθρόνα, να μάς τραγουδούσε:

«Έλα στο χορό
Πάρε με και εμένα λίγο να χαρώ
Έλα στο χορό
Θέλω να κατέβω θέλω να ενωθώ»

Μόνο να μας βλέπει, μόνο αυτό μπορεί πλέον. Να μας βλέπει να υιοθετούμε τη δική του, παιδική και μαζί διονυσιακή χαρά. Τραγούδησε για μας βγάζοντάς μας και από τον χρόνο και από τι δυσκολίες και από τη μιζέρια, από τον εαυτό μας εν τέλει. Κι αυτό που πέτυχε, φάνηκε από την ώρα που μάθαμε πως μας το «έσκασε». Να τον αποχαιρετούμε σαν να είμαστε σε πανηγύρι, σε γιορτινά αγωνίσματα, σε χαρές. Παραβλέποντας πως μας κοιτάει «ο Χάρος και του τρέχουνε τα σάλια».

Αν κάτι καινούργιο θα κρατήσουμε από τον Νιόνιο (που δεν ήθελε να τον λένε Νιόνιο) είναι αυτή η πάνδημη τελετουργία με τις μουσικές του. Κατευόδιο άκρατης λύπης, με την παράξενη μορφή της χαράς. Σαν μοιρολόι γεμάτο φως, κοινωνήσαμε από τον οίνο του και γευθήκαμε το αντίδωρο των λόγων του. Τον ζήσαμε, μας έζησε, ήταν δικός μας και τον τραγουδούσαμε πάντοτε. Απ’ τα μικράτα του ο καθένας. Το ανακαλύψαμε τώρα, πόσο θερμή και δυνατή ήταν η σχέση μας.

Αυτό το συναίσθημα ίσως θα έπρεπε να οδηγήσει σε κάποιες νέες τακτικές. Να τον ακούμε περισσότερο, αφήνοντας στην άκρη τους «μοδάτους» πλην αφόρητα λαϊκούς. Μετατρέποντας τις απολαύσεις μας σε θεσπέσιες.

Σαν να τον βλέπω, βέβαια, που κοροϊδεύει. Αλλά κλείνει και το μάτι. Θα δείξει, λέει, χωρίς σοβαροφάνεια, χωρίς έλεος.

Ο συγγραφέας Βασίλης Κυριλλίδης έγραψε ένα υπέροχο κομμάτι στο Facebook, σημειώνοντας: «Ποτέ δεν θυμάμαι να συνέβη κάτι ανάλογο στο timeline μου. Σαν μια ολόκληρη Ελλάδα να βγήκε στο φως για να θρηνήσει τον τραγουδοποιό που κάποτε έπιασε τον παλμό, την αγωνία, την αμφισβήτηση και τις αδέξιες ερωτήσεις μιας ανήσυχης νιότης, μαζί μ’ όλο τον ρομαντισμό που μπορούσε να μεταφέρει ο αέρας και το κύμα της, για να τα κάνει νότες, μελωδίες, τραγουδισμένα παραμύθια κι ερωτικές ιστορίες.

Που έδεσε τις παραδοσιακές της ρίζες με το σύγχρονο ήχο, ροκ το λέγαμε και μας αναστάτωνε, που πειραματίστηκε στα ακούσματα της νέας εποχής, για να συμπυκνώσει σε μια μικρή σχετικά παραγωγή ένα έργο κοσμικής πυκνότητας, που εξερράγη κι έλαμψε σαν νέος γαλαξίας στις νεανικές τότε ζωές μας, και θα μείνει εκεί να λάμπει ακόμα και μετά το πέρασμα του δημιουργού της, σαν τ’ αστέρια του νυχτερινού ουρανού, που μπορεί να μην υπάρχουν πια.

Θα θυμάμαι πάντα εκείνη τη βραδιά τού 88, στο Σείριο, τον Μάνο Χατζιδάκι στο πιάνο, και τον Διονύση στη μικρή, μελαγχολική του θάλασσα, που σήμερα μοιάζει αβάσταχτα θλιβερή. Πόσο πολύ φτωχύναμε, δεν τολμάς πια να τ’ αναλογιστείς.»

Και ο ποιητής Γιώργος Χ. Θεοχάρης: «Ακούω από το πρωί την μελοποιημένη Ποίηση του Σαββόπουλου και βουρκώνω, γιατί με κάθε στίχο, με κάθε ήχο, αναθυμούμαι στιγμές της νιότης μου, αναθυμούμαι τη ζωή μου, αναθυμούμαι τις ανεπίστρεπτες στιγμές της πορείας μου στη ζωή, συνυφασμένες με τις μουσικές και τους στίχους ετούτου του τροβαδούρου συνοδοιπόρου μας, που μας αγάπησε και τον αγαπήσαμε και που ποτέ δεν αποστήκαμε από την αγαπητική μας σχέση, όπως κι αν εκείνος, δικαιωματικά, εκφράστηκε δημόσια με τρόπο που κάποτε δεν μας ικανοποίησε. Με τον Διονύση Σαββόπουλο συνυπήρξαμε κι αυτή η συνύπαρξη αποτελεί στοιχείο πολύτιμο του πλούτου που σωρεύτηκε εντός μας και μας διαμόρφωσε.»

Κάτι ήξερε όταν έγραφε στο εντελώς αυτοβιογραφικό του τραγούδι:

«Αν τον ρωτήσετε που βρήκε δεκανίκι

πώς λογαριάζει να βρει την άκρη δηλαδή

θα αποκριθεί: Γεννήθηκα στη Σαλονίκη

και ξέρω απ’ έξω την διαδρομή.»

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ