Στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής υπάρχει πάντα μια δύσκολη ισορροπία. Από τη μία πλευρά η ανάγκη να στηριχθεί η κοινωνία και από την άλλη η υποχρέωση να διασφαλιστούν οι αντοχές της οικονομίας. Η πολιτική υπευθυνότητα εντοπίζεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Να μπορείς δηλαδή, ως κυβέρνηση, να προσφέρεις στην κοινωνία το μέρισμα της ανάπτυξης χωρίς να ακολουθείς τις βλαβερές και επικίνδυνες πρακτικές του παρελθόντος που «φόρτωσαν» τη χώρα με ελλείμματα, χρέη και βάρη για τις επόμενες γενιές.
Του Θεόδωρου Καράογλου*
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το βασικό μήνυμα πίσω από τις οικονομικές παρεμβάσεις που παρουσίασε ο Πρωθυπουργός στην 90η ΔΕΘ. Επί της ουσίας η δέσμη των 2,2 δισ. ευρώ που ανακοίνωσε για το 2027 δεν είναι μια αποσπασματική παροχή, αλλά μέρος μιας στοχευμένης προσπάθειας να μετατραπεί η θετική πορεία της οικονομίας σε απτό όφελος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Ως οικονομολόγος θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι πλέον η δημόσια συζήτηση δεν περιορίζεται μονάχα στους δείκτες της οικονομίας και στα δημοσιονομικά μεγέθη. Προφανώς αυτοί είναι απαραίτητοι ώστε να γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η οικονομία αποκτά πραγματική αξία όταν ο πολίτης βλέπει τη βελτίωση των μεγεθών να αποτυπώνεται στο εισόδημά του, στην αγοραστική του δυνατότητα και τελικά στην καθημερινότητά του.
Για παράδειγμα η μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων, η ενίσχυση των οικογενειών, οι παρεμβάσεις για τους συνταξιούχους, η περαιτέρω αύξηση των μισθών και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν πρόκειται για «ψυχρούς» αριθμούς στον κρατικό προϋπολογισμό αλλά για παρεμβάσεις που μπορούν να ενισχύσουν το διαθέσιμο εισόδημα και να δημιουργήσουν μεγαλύτερο αίσθημα οικονομικής ασφάλειας. Το ζητούμενο, επομένως, είναι να δημιουργηθεί ένας ενάρετος κύκλος που περιλαμβάνει στο εσωτερικό του περισσότερη ανάπτυξη, περισσότερα δημόσια έσοδα, καλύτερη δημοσιονομική εικόνα και, στη συνέχεια, δυνατότητα για στοχευμένες ελαφρύνσεις και ενισχύσεις. Αυτή η σχέση εμπιστοσύνης είναι που διαφοροποιεί μια υπεύθυνη οικονομική πολιτική από την εύκολη λογική των υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα.
Γιατί, σε τελική ανάλυση, η κοινωνία έχει ανάγκη από στήριξη, αλλά ταυτόχρονα έχει ανάγκη και από σταθερότητα. Ο πολίτης θέλει να γνωρίζει ότι το κράτος μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του όχι μόνο σήμερα, αλλά και αύριο. Θέλει φορολογική δικαιοσύνη, σιγουριά και μια οικονομία που δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες για εργασία, επενδύσεις και εισόδημα. Η νοικοκυροσύνη, επομένως, δεν σημαίνει στέρηση ούτε «ψίχουλα», πόσο μάλλον «τσιγγουνιά». Απεναντίας είναι να γνωρίζεις τα όρια, να σχεδιάζεις με ορίζοντα, να αποφεύγεις τις υπερβολές και να αξιοποιείς κάθε διαθέσιμο περιθώριο εκεί όπου μπορεί να παραχθεί το μεγαλύτερο κοινωνικό αποτέλεσμα.
Στο τέλος της ημέρας, εκεί κρίνεται κάθε οικονομική πολιτική. Όχι μόνο στο ύψος των κρατικών δαπανών ή στους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά στο αν ο εργαζόμενος, ο συνταξιούχος, η οικογένεια, ο αγρότης και ο επαγγελματίας αισθάνονται ότι η βελτίωση της οικονομίας αφορά και τους ίδιους. Αυτός είναι ο πραγματικός στόχος μιας υπεύθυνης πολιτικής. Να μετατρέπει, δηλαδή, τη δημοσιονομική αξιοπιστία σε κοινωνική ευημερία, χωρίς να υποθηκεύει το αύριο για να χρηματοδοτήσει το σήμερα.
* Ο Θεόδωρος Καράογλου είναι Βουλευτής ΝΔ Β’ Θεσσαλονίκης, Υποψήφιος Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας


