Υπάρχουν εγκλήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μεμονωμένα περιστατικά. Δεν αφορούν μόνο τους άμεσα πληγέντες, αλλά αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής ζωής. Αυτό ακριβώς συνέβη με τις τρεις, σχεδόν ταυτόχρονες, επιθέσεις στα στελέχη της ΝΔ στην Θεσσαλονίκη, την 1η Ιουλίου. Οι γνωστοί άγνωστοι που επέλεξαν την τυφλή βία για να εκφοβίσουν τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας ή να τρομοκρατήσουν όσους συμμετέχουν στη δημόσια ζωή, επιτίθενται στην ελεύθερη πολιτική έκφραση και στο αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη να υπηρετεί τις ιδέες του χωρίς φόβο.
Η Αφροδίτη Νέστορα, ο Ζήσης Ιωακειμόβιτς και ο Σάββας Αναστασιάδης δεν επελέγησαν τυχαία. Στοχοποιήθηκαν επειδή ακριβώς εκπροσωπούν τη Νέα Δημοκρατία και επειδή οι δράστες πίστεψαν ότι η τρομοκρατία μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πολιτικής επιβολής. Από τη στιγμή, όμως, που τα γκαζάκια εξερράγησαν και οδήγησαν στη δολοφονία της Βάγιας Νέστορα, μητέρας της Αφροδίτης Νέστορα, το ζήτημα έπαψε να αφορά μόνο τους τρεις στόχους και ξεπέρασε τα στενά όρια του οικογενειακού πένθους.
Η δολοφονία της Βάγιας Νέστορα δεν ήταν μια άτυχη στιγμή ή μια «παράπλευρη» απώλεια. Είναι το βαρύτερο αποτέλεσμα μιας επίθεσης που είχε σαφές πολιτικό κίνητρο ως προς την επιλογή των στόχων της. Γι’ αυτό και η απώλειά της δεν μπορεί να αποκοπεί από το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε η τρομοκρατική ενέργεια. Η τρομοκρατία, όμως, δεν γεννιέται την ημέρα της επίθεσης. Προηγείται πάντοτε μια περίοδος κατά την οποία η πολιτική βία αντιμετωπίζεται με επιείκεια, σχετικοποιείται ή παρουσιάζεται ως «κατανοητή» όταν στρέφεται εναντίον των «άλλων». Όταν η κοινωνία αρχίζει να κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε «αποδεκτά» και «μη αποδεκτά» θύματα, τότε οι δημοκρατικές αντιστάσεις εξασθενούν και καλλιεργείται το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο πολιτικός εξτρεμισμός.
Η Δημοκρατία, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Η καταδίκη της τρομοκρατίας δεν μπορεί να εξαρτάται από την κομματική ταυτότητα του θύματος ούτε από το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με τις πολιτικές του απόψεις. Βλέπετε, η ανθρώπινη ζωή δεν ιεραρχείται και η πολιτική βία δεν αποκτά ποτέ ιδεολογική νομιμοποίηση.
Γι’ αυτό και η στάση όλων πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαρη. Χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς αστερίσκους και χωρίς τη διαρκή αναζήτηση δικαιολογιών που, στην πραγματικότητα, αμβλύνουν τη σοβαρότητα τέτοιων εγκληματικών πράξεων. Κάθε προσπάθεια ερμηνείας που οδηγεί τελικά στη σχετικοποίηση της τρομοκρατίας λειτουργεί ως έμμεση υπονόμευση της ίδιας της δημοκρατικής τάξης.
Σε ό,τι αφορά τη Νέα Δημοκρατία έχει βιώσει διαχρονικά το βαρύ τίμημα της πολιτικής τρομοκρατίας. Στελέχη της βρέθηκαν στο στόχαστρο επειδή υπηρετούσαν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Η ιστορική αυτή εμπειρία επιβάλλει όχι μόνο τη διατήρηση της μνήμης, αλλά και τη σταθερή υπεράσπιση της αρχής ότι καμία μορφή πολιτικής βίας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.
Το «ποτέ ξανά» που ακούστηκε στην εξόδιο ακολουθία της Βάγιας Νέστορα δεν πρέπει να παραμείνει μια αυθόρμητη έκφραση πένθους. Οφείλει να εξελιχθεί σε κοινή δημοκρατική παρακαταθήκη. Γιατί όταν η βία επιχειρεί να φιμώσει την πολιτική, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ο φόβος ούτε η σιωπή. Απεναντίας πρέπει να είναι η απόλυτη, καθολική και αδιαπραγμάτευτη υπεράσπιση της Δημοκρατίας.
Σε τελική ανάλυση η ουσιαστική γραμμή άμυνας μιας ελεύθερης κοινωνίας δεν βρίσκεται μόνο στους νόμους ή στους μηχανισμούς ασφαλείας. Βρίσκεται πρωτίστως στην κοινή απόφαση των πολιτών και των πολιτικών δυνάμεων να απορρίπτουν, χωρίς καμία εξαίρεση, κάθε μορφή τρομοκρατίας και πολιτικής βίας, ανεξάρτητα από το ποιος κρατά το όπλο και ποιος βρίσκεται κάθε φορά στο στόχαστρο.
* Ο Θεόδωρος Καράογλου είναι Βουλευτής ΝΔ Β’ Θεσσαλονίκης


