28.5 C
Athens

Το τέλος της πολιτικής όπως την ξέραμε – Γράφει η Αλίκη Τσίκα

Όταν το κράτος παύει να διαμορφώνει τη ζήτηση και αρχίζει να υπηρετεί τη λογική της αγοράς

Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία η πολιτική δεν περιοριζόταν στη διαχείριση των οικονομικών μεγεθών. Το κράτος είχε έναν ευρύτερο ρόλο: να σχεδιάζει, να ρυθμίζει, να αναδιανέμει, να προστατεύει και, κυρίως, να θέτει προτεραιότητες που η αγορά από μόνη της δεν μπορούσε να θέσει. Σήμερα, αυτή η αντίληψη μοιάζει να υποχωρεί. Όχι επειδή η αγορά εξαφανίστηκε μέσα στην πολιτική, αλλά επειδή η πολιτική μοιάζει ολοένα περισσότερο να προσαρμόζεται στις ανάγκες της αγοράς.

Της Αλίκης Τσίκα

Στην Ελλάδα η μετατόπιση αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής μετά την οικονομική κρίση. Η δημοσιονομική προσαρμογή, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις, η απελευθέρωση αγορών και η προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων αποτέλεσαν βασικούς άξονες της μεταμνημονιακής πορείας. Το αποτέλεσμα ήταν αναμφισβήτητο σε ορισμένους δείκτες: το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ η δημοσιονομική θέση της χώρας έχει βελτιωθεί.

Όμως η οικονομική ανάκαμψη δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την κοινωνική επιτυχία. Και οι πολίτες σίγουρα δεν έχουν βιώσει ούτε στο ελάχιστο αυτήν την «ανάκαμψη», τουναντίον.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η λογική της προσφοράς και της ζήτησης μεταφέρεται σε πεδία που δεν είναι απλώς οικονομικά. Η υγεία, η παιδεία, η κατοικία, η ενέργεια, το νερό, οι μεταφορές και η κοινωνική προστασία δεν είναι συνηθισμένα προϊόντα. Η πρόσβαση σε αυτά αφορά την κοινωνική συνοχή και την ισότητα των ευκαιριών.

Κι εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση της σύγχρονης διακυβέρνησης: το κράτος καλείται να είναι ταυτόχρονα μικρότερο ως πάροχος και αποτελεσματικότερο ως ρυθμιστής. Όμως ένας αδύναμος ρυθμιστής δεν μπορεί να διορθώσει αποτελεσματικά τις ανισορροπίες μιας ισχυρής αγοράς.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η αγορά. Είναι η μετατροπή της αγοράς σε μοναδικό μηχανισμό κοινωνικής οργάνωσης.

Την ίδια στιγμή, όμως, υποχωρεί και κάτι ακόμη: η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ίδια την πολιτική. Η απαξίωση δεν εκφράζεται πλέον μόνο μέσα από την αποχή ή την αδιαφορία. Εκφράζεται μέσα από την καχυποψία απέναντι στους θεσμούς, την αίσθηση ότι οι πολιτικές αποφάσεις δεν αλλάζουν ουσιαστικά την καθημερινότητα και την ολοένα μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στον πολίτη και στο πολιτικό σύστημα, ούτε φυσικά λύνουν τα προβλήματα των πολιτών, προβλήματα πολύ πιο πρακτικά από του αριθμούς. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφει τη δημόσια δυσπιστία απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς και τις διαδικασίες ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη δημοκρατία.

Και μέσα σε αυτό το κενό αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η πολιτική επικοινωνία.

Ο πολιτικός της εποχής των social media κινδυνεύει να μετατραπεί από φορέα πολιτικής πρότασης σε προσωπικό brand. Η εικόνα, η αμεσότητα, το σύντομο βίντεο, η καθημερινότητα, το «πίσω από τις κάμερες», η προσωπική εξομολόγηση και η διαρκής παρουσία αποκτούν συχνά μεγαλύτερη επικοινωνιακή αξία από μια δύσκολη, σύνθετη και μακροπρόθεσμη πολιτική θέση. Δεν είναι τυχαίο ότι η έρευνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τα social media καταγράφει ισχυρή προτίμηση των χρηστών για σύντομο πολιτικό περιεχόμενο και αυξανόμενη σχέση του κοινού με influencers και content creators.

Έτσι δημιουργείται ένας παράδοξος κύκλος: όσο περισσότερο η πολιτική μετατρέπεται σε επικοινωνία, τόσο περισσότερο οι πολίτες δυσκολεύονται να διακρίνουν την πολιτική πράξη από την πολιτική εικόνα. Και όσο μεγαλώνει αυτή η απόσταση, τόσο ενισχύεται η ανάγκη για ακόμη περισσότερη εικόνα.

Η πολιτική, όμως, δεν είναι lifestyle. Δεν είναι προσωπικό brand. Δεν είναι η διαχείριση ενός λογαριασμού στα κοινωνικά δίκτυα. Είναι η δύσκολη διαδικασία επιλογής προτεραιοτήτων, σύγκρουσης συμφερόντων, ανάληψης ευθύνης και λογοδοσίας.

Η νέα εποχή απαιτεί ένα διαφορετικό κράτος. Όχι κατ’ ανάγκη μεγαλύτερο, αλλά ισχυρότερο εκεί όπου πρέπει: με θεσμική ικανότητα, κοινωνικές πολιτικές, σοβαρό σχεδιασμό, αποτελεσματική εποπτεία και μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Γιατί το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι πλέον αν θα έχουμε περισσότερο ή λιγότερο κράτος. Είναι αν θα έχουμε κράτος με πολιτική βούληση. Ένα κράτος που θα θέτει κανόνες αντί να τους ακολουθεί, που θα υπηρετεί την κοινωνία αντί να μετρά απλώς τις αντοχές της και που θα αντιμετωπίζει την αγορά ως εργαλείο και όχι ως υποκατάστατο της πολιτικής.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής: η πολιτική κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο την εξουσία της απέναντι στην αγορά, αλλά και την αξιοπιστία της απέναντι στους πολίτες. Όταν ο πολίτης πάψει να πιστεύει ότι η πολιτική μπορεί να αλλάξει τη ζωή του, δεν εγκαταλείπει απλώς ένα κόμμα ή έναν πολιτικό. Απομακρύνεται από την ίδια την ιδέα της συλλογικής απόφασης. Και τότε η δημοκρατία μπορεί να παραμένει τυπικά ζωντανή, αλλά η πολιτική της ουσία να έχει ήδη αρχίσει να αδειάζει.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά. Είναι ποιος αποφασίζει, για ποιον και με ποιο κόστος. Γιατί όταν η πολιτική πάψει να απαντά σε αυτά τα ερωτήματα, η αγορά θα έχει ήδη δώσει τη δική της απάντηση.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ