H Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναμένεται να αφήσει αμετάβλητα τα βασικά της επιτόκια την ερχόμενη Πέμπτη, αλλά τα «σύννεφα» που έχουν αρχίσει να σωρεύονται στην πορεία του πληθωρισμού, μετά τις νέες εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή, συντηρούν την αβεβαιότητα για τις αποφάσεις της από τον Σεπτέμβριο και μετά.
Μετά την αύξηση των επιτοκίων της κατά 25 μονάδες βάσης στις 11 Ιουνίου με στόχο τη μείωση του πληθωρισμού, η ΕΚΤ κράτησε ανοικτές τις επιλογές της για τη συνέχεια, με βάση τη θέση ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται σε κάθε συνεδρίαση με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Η Κριστίν Λαγκάρντ είχε σημειώσει μάλιστα στη συνέντευξη Τύπου ότι η συγκεκριμένη κίνηση δεν αποτελούσε την αρχή ενός νέου ανοδικού κύκλου των επιτοκίων.
Οι μελλοντικές αποφάσεις, όπως είχε τονισθεί, συνδέονταν κυρίως με την πορεία του πολέμου στο Ιράν και με τη διάρκεια που τα Στενά του Ορμούζ θα έμεναν κλειστά. Λίγες ημέρες μετά τη συνεδρίαση της ΕΚΤ ανακοινώθηκε η προσωρινή συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου, διάρκειας δύο μηνών, η οποία προέβλεπε και το σταδιακό άνοιγμα του Ορμούζ στη ναυσιπλοΐα. Πράγματι, οι διελεύσεις πλοίων από την κρίσιμη αυτή θαλάσσια δίοδο αυξήθηκαν στη συνέχεια σημαντικά, με αποτέλεσμα οι τιμές του πετρελαίου μπρεντ να κατρακυλήσουν από πάνω από 90 δολάρια το βαρέλι πριν τη συμφωνία στα 72 δολάρια, κοντά δηλαδή στα επίπεδα που κυμαίνονταν πριν την έναρξη του πολέμου στις 27 Φεβρουαρίου.
Εφόσον η προσωρινή συμφωνία τηρείτο και παράλληλα οι προβλεπόμενες διαπραγματεύσεις ΗΠΑ και Ιράν οδηγούσαν σε μία πιο διαρκή ειρήνη στην περιοχή – κάτι πάντως που από την αρχή θεωρείτο ιδιαίτερα αβέβαιο – η μείωση του πληθωρισμού στον στόχο του 2% θα διευκολυνόταν σε μεγάλο βαθμό και η ΕΚΤ θα μπορούσε να περιοριστεί σε μία νέα μικρή αύξηση των επιτοκίων ή ακόμη και να αποφύγει κάθε άλλη αύξηση.
Ωστόσο, το μνημόνιο κατανόησης που υπέγραψαν ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο Ιρανός ομόλογός του, Μασούντ Πεζεσκιάν, έχει ακυρωθεί μετά τις επιθέσεις της Τεχεράνης σε πλοία που διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ και τους βομβαρδισμούς ιρανικών στόχων από τις ΗΠΑ που ακολούθησαν. Οι τιμές του μπρεντ εκτινάχθηκαν τις περασμένες ημέρες στα 85 δολάρια το βαρέλι, περίπου 20% υψηλότερες σε σχέση με τις αρχές Ιουλίου.
Η ΕΚΤ θα παρακολουθήσει πώς θα εξελιχθούν οι τιμές της ενέργειας και πώς αυτές θα επηρεάσουν τον πληθωρισμό, μέσω της διάχυσής τους στις τιμές άλλων προϊόντων και υπηρεσιών, πριν λάβει τις αποφάσεις της. Ανησυχητική είναι εν προκειμένω η προειδοποίηση του ΔΝΤ ότι εξαντλούνται οι παράγοντες που απέτρεψαν μία μεγαλύτερη έκρηξη των τιμών του πετρελαίου έως σήμερα, όπως η χρήση σε μεγάλη κλίμακα στρατηγικών αποθεμάτων, η αύξηση της παραγωγής χωρών εκτός του Περσικού Κόλπου και η συγκράτηση της ζήτησης από την Κίνα.
Σε κάθε περίπτωση, κρίσιμη σημασία έχουν τα στοιχεία για τον πληθωρισμό του Ιουλίου, που θα ανακοινωθούν από την Eurostat στο τέλος του μήνα και για τον πληθωρισμό του Αυγούστου, τα οποία αναμένονται την 1η Σεπτεμβρίου, λίγες ημέρες πριν τη συνεδρίαση της ΕΚΤ στις 10 Σεπτεμβρίου. Η ΕΚΤ θα λάβει επίσης υπόψη τα προκαταρκτικά στοιχεία για το ΑΕΠ στην Ευρωζώνη το β’ τρίμηνο, τα οποία θα ανακοινωθούν στις 30 Ιουλίου και τα οποία σταθμίζονται πάντα στις αποφάσεις για τα επιτόκια. Το ΑΕΠ της Ευρωζώνης είχε μειωθεί κατά 0,2% το α’ τρίμηνο σε σύγκριση με το δ’ τρίμηνο του 2025, λόγω της μεγάλης συρρίκνωσης που σημειώθηκε στην Ιρλανδία (χωρίς την Ιρλανδία, το ΑΕΠ αυξήθηκε 0,1%).
Η Φρανκφούρτη είναι σε επιφυλακή, με τον τόνο να τον δίνει ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, την περασμένη Τετάρτη. Αν και υπονόησε ότι δεν χρειάζεται νέα αύξηση των επιτοκίων αυτό τον μήνα, λέγοντας ότι αυτά είναι «σε κατάλληλο επίπεδο», πρόσθεσε: «Το νέο ξέσπασμα στρατιωτικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και η νέα αύξηση στις τιμές του πετρελαίου υπογραμμίζουν ότι η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ευμετάβλητη και η αβεβαιότητα είναι αντίστοιχα υψηλή. Παραμένει σκόπιμο να αντιδράσουμε με προσοχή, αλλά να δράσουμε αποφασιστικά, αν χρειαστεί… Η εξέλιξη των τιμών ενέργειας αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για τον καθορισμό των προοπτικών του πληθωρισμού. Η νομισματική πολιτική θα διατηρήσει τη στάση επιφυλακής της».


