Στην ομιλία του πρωθυπουργού στη Βουλή, στην ανάγκη για μετριοπάθεια στον δημόσιο διάλογο, καθώς και σε ζητήματα της επικαιρότητας, αναφέρθηκε η εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας, Αλεξάνδρα Σδούκου, σε συνέντευξή της στο ERT News Radio.
Η κ. Σδούκου τόνισε ότι «βλέποντας πώς εκτυλίσσεται ο δημόσιος διάλογος όλο αυτό το διάστημα, αυτό που αντιλαμβάνονται οι πολίτες και όλοι μας είναι ότι η πολιτική ζωή είναι παγιδευμένη σε έναν ακραίο λόγο, με ανορθολογισμό και λάσπη που πολλές φορές μασκαρεύεται σε κριτική, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης χρησιμοποιούν έναν υπερβολικά διχαστικό λόγο και έτσι η πολιτική καταλήγει να μοιάζει με αρένα, χωρίς αλήθεια, χωρίς πολιτικό πολιτισμό, χωρίς μετριοπάθεια και χωρίς ουσιαστικό διάλογο για το παρόν και το μέλλον».
Υπογράμμισε ότι «όλοι όσοι συμμετέχουμε στον δημόσιο διάλογο οφείλουμε να δώσουμε ένα διαφορετικό μέτρο, με αξιοπρέπεια, μέτρο και μετριοπάθεια, και αυτό είναι ένα παράδειγμα που δίνει ο ίδιος ο πρωθυπουργός».
Όπως σημείωσε, «ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κάνει ποτέ προσωπικές επιθέσεις, αλλά ασκεί πολιτική με επιχειρήματα και με ένα ύφος που δεν έχει αυτά τα ανθρωποφαγικά χαρακτηριστικά που βλέπουμε συχνά. Μέσα από την πορεία του αυτά τα χρόνια, έχει γίνει σαφές ποιο είναι το ήθος και το ύφος του Κυριάκου Μητσοτάκη».
Επεσήμανε επίσης ότι η αναφορά του πρωθυπουργού στη φράση της Χάνα ‘Αρεντ, ότι «η ηθική εξόντωση του άλλου είναι το πρώτο βήμα προς τον φασισμό», αποτελεί μια σαφή αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και ένα σαφές μήνυμα για την ανάγκη αλλαγής.
Η κ. Σδούκου σημείωσε αναφορικά με την υπόθεση Λαζαρίδη ότι «ο ίδιος έχει ήδη παραδεχθεί ότι ο τρόπος με τον οποίο υπερασπίστηκε τον εαυτό του ήταν λανθασμένος και ζήτησε συγγνώμη. Από εκεί και πέρα, το γεγονός ότι τότε υπήρξε ΦΕΚ διορισμού του ως μετακλητού – με την ευρύτερη έννοια της προσωρινής θέσης – σημαίνει ότι η αρμόδια υπηρεσία αξιολόγησε τα δικαιολογητικά που κατατέθηκαν, ενδεχομένως λανθασμένα, για αυτό και ο ίδιος ανέλαβε την ευθύνη αναφερόμενος μάλιστα σε επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων».
Όπως τόνισε, «η υπόθεση αυτή συζητείται πολλές ημέρες και δεν υποτιμώ τις εντυπώσεις που δημιουργεί, όμως προσωπικά θα προτιμούσα να συζητάμε για πιο ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία, παρά για έναν τίτλο σπουδών πριν από 19 ή 20 χρόνια».
Σημείωσε ότι «το ένα σκέλος της υπόθεσης κλείνει με την παραδοχή του ίδιου για τον λανθασμένο τρόπο υπεράσπισης, ενώ το υπόλοιπο αφορά την τότε διοίκηση.
Υπογράμμισε δε, ότι «είναι άλλο πράγμα να είναι υπουργός σήμερα και να κριθεί για ότι κάνει και άλλο να κρίνεται για το ό,τι έχει εργαστεί πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια με διαφορετική επαγγελματική ιδιότητα, ως δημοσιογράφος ή ειδικός συνεργάτης. Ως πολίτης θα ήθελα να τον κρίνω από το έργο που θα παράξει στο υπουργείο και μάλιστα με αυστηρότητα».
Η κ. Σδούκου τόνισε ότι «η Νέα Δημοκρατία είναι ένα κόμμα θεσμικό που σέβεται τους θεσμούς και τις διαδικασίες και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ένας ιδιαίτερα σημαντικός θεσμός, τον οποίο η Ελλάδα στηρίζει».
Υπογράμμισε ότι «δεν θέλει καν να φανταστεί ότι ένας τέτοιος θεσμός εμπλέκεται σε παιχνίδια, είτε πολιτικά, είτε προσωπικών φιλοδοξιών. Για αυτό δεν μπορεί να υπάρχει καμία σκιά ως προς τη λειτουργία του και όλοι πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στον τρόπο με τον οποίο ενεργούν».
Σημείωσε ότι «οι διαρροές σχετικά με το ποιες δικογραφίες μπορεί να έρχονται και πότε, αποδυναμώνουν σε έναν βαθμό τον ίδιο τον θεσμό και δημιουργούν προβληματισμό. Είναι δε λογικό να δημιουργείται σύγχυση όταν καθημερινά συζητείται ότι έρχεται μια νέα δικογραφία. Πρέπει να ολοκληρωθεί η διαδικασία, να μην σαλαμοποιείται και να παρουσιαστούν όλα τα στοιχεία συγκεντρωμένα, ώστε να μην καλλιεργούνται θεωρίες και ένα κλίμα ευρύτερης αμφισβήτησης απέναντι στην κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα».
Επεσήμανε δε, ότι «θα πρέπει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να κινηθεί γρήγορα ως προς το ποιες υποθέσεις οδηγούνται στο ακροατήριο και ποιες ενδεχομένως τίθενται στο αρχείο».
Κλείνοντας, η κ. Σδούκου ανέφερε ότι «οι λειτουργοί της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας πρέπει να κάνουν το καλύτερο δυνατό ώστε να περιφρουρήσουν το κύρος του θεσμού, διασφαλίζοντας ότι οι υποθέσεις που φτάνουν είναι πλήρως τεκμηριωμένες και δεν αφήνουν σκιές για κανέναν, είτε πρόκειται για πολιτικό, είτε για πολίτη».


