Από ένα απροσπέλαστο λοιμοκαθαρτήριο των αρχών του 20ού αιώνα, σε μια εύφορη περιοχή γεμάτη μπαξέδες και με την πάροδο των χρόνων, σε συνώνυμο της θαλάσσιας αναψυχής, της απόλυτης ξεγνοιασιάς και της τουριστικής εξέλιξης μιας πόλης: αυτή θα μπορούσε να είναι, εν συντομία, η ιστορία της ακτής Καλαμίτσας, της πιο αγαπημένης παραλίας των Καβαλιωτών αλλά και χιλιάδων επισκεπτών κάθε καλοκαίρι.
Η ακτή απέχει τέσσερα χιλιόμετρα από το κέντρο της Καβάλας και βρίσκεται στην συνοικία της Κηπούπολης, δυτικά της πόλης, σε μία από τις νεότερες οικιστικές περιοχές. Εκτείνεται σε περίπου 850 μέτρα, μέσα σε έναν όμορφο κλειστό κόλπο μήκους τριών χιλιομέτρων, με καθαρά, ρηχά νερά και αμμώδη βυθό.
Πρόκειται για μια ακτή με μακρά ιστορία, οι υφιστάμενες υποδομές της οποίας υπέστησαν σημαντικές καταστροφές κατά τη διάρκεια του φετινού χειμώνα. Οι ζημιές που προκάλεσε η θεομηνία που έπληξε την Καβάλα αποτέλεσαν, σύμφωνα με τοπικούς παράγοντες, το τελειωτικό χτύπημα σε μια εικόνα εγκατάλειψης δεκαετιών.
Την τελευταία τετραετία, ο δήμος Καβάλας ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια προκειμένου η ακτή να παραχωρηθεί από την ΕΤΑΔ στον δήμο, ώστε να καταστεί δυνατή η ουσιαστική συντήρησή της. Πριν από λίγες ημέρες, η υπό έγκριση σύμβαση συζητήθηκε στο δημοτικό συμβούλιο. Όπως φαίνεται, για πρώτη φορά οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε συμφωνία που θα επιτρέψει τον εξωραϊσμό και την αναβάθμιση της δημοφιλούς ακτής.
Η ακτή Καλαμίτσας και η τουριστική ανάπτυξη της πόλης
Η ακτή και το παραλιακό μέτωπο του κόλπου της Κηπούπολης παραμένουν μία από τις πιο δημοφιλείς περιοχές για τους κατοίκους της Καβάλας, για τα μπάνια, τις βόλτες και τις αθλητικές δραστηριότητές τους. Είναι ένας τόπος γεμάτος καλοκαιρινές αναμνήσεις. Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, αποτέλεσε πόλο έλξης όχι μόνο για τους ντόπιους, αλλά και για κατοίκους της Δράμας, εποχικούς επισκέπτες και τουρίστες. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε η κατασκευή ενός μεγάλου, σύγχρονου ξενοδοχειακού συγκροτήματος, που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1976 και έκτοτε αποτελεί τουριστικό και αναπτυξιακό τοπόσημο για την περιοχή.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980, η ακτή της Καλαμίτσας αποτυπώνεται, μαζί με το νεόκτιστο τότε εντυπωσιακό ξενοδοχείο, σε έγχρωμες καρτ ποστάλ της εποχής, προβάλλοντας και διαφημίζοντας την Καβάλα ως τουριστικό προϊόν και τόπο διακοπών.
Μέχρι και τη δεκαετία του 1990, οπότε ξεκίνησε σταδιακά η ανάπτυξη του παραλιακού μετώπου στη δυτική πλευρά της Καβάλας (με ευκολότερη πρόσβαση σε περιοχές όπως το Παληό, τη Νέα Ηρακλείτσα, τη Νέα Πέραμο και την Τούζλα), η ακτή Καλαμίτσας αποτελούσε σημείο αναφοράς και τόπο συγκέντρωσης χιλιάδων λουόμενων τους καλοκαιρινούς μήνες.
Καλοκαιρινές μνήμες και ιστορίες ανθρώπων
Ο ερευνητής τοπικής ιστορίας Κώστας Παπακοσμάς, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, υπογραμμίζει ότι «πριν από το 1950, οι Καβαλιώτες προσέγγιζαν την ακτή μόνο με βάρκες. Όταν κατασκευάστηκαν οι δρόμοι, κατακλύστηκε όχι μόνο από τους ντόπιους αλλά και από κατοίκους γύρω περιοχών. Για αρκετά χρόνια, μέρος της ακτής λειτουργούσε υπό τη φροντίδα του ΕΟΤ, που είχε κατασκευάσει υποδομές πρωτοποριακές για την εποχή και η πρόσβαση απαιτούσε εισιτήριο. Επί δημαρχίας του αείμνηστου Λευτέρη Αθανασιάδη, οι φράκτες που εμπόδιζαν την πρόσβαση καταργήθηκαν, όπως και τα εκδοτήρια εισιτηρίων, οπότε η ακτή άνοιξε για όλους, αφού είχε παραχωρηθεί κατά χρήση από τον ΕΟΤ στον δήμο Καβάλας για 30 χρόνια (η παραχώρηση έληξε το 2015)».
«Η Καλαμίτσα ήταν η εξοχή της Καβάλας. Ήταν η πρώτη παραλία, όπου άνδρες και γυναίκες έκαναν μαζί μπάνιο. Μέχρι την έλευση των προσφύγων το 1922, οι γηγενείς Καβαλιώτες δεν είχαν τα θαλάσσια μπάνια ως μορφή αναψυχής. Αυτό άλλαξε από τη δεκαετία του 1930, όταν η Καλαμίτσα άρχισε να δέχεται μεγάλο αριθμό επισκεπτών», σημειώνει ο κ. Παπακοσμάς.
Ο 84χρονος Περικλής Αντωνιάδης αποτελεί ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της καθημερινότητας της παραλίας. Σχεδόν κάθε πρωί περπατά στην ακτή και, όταν το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες, κολυμπά μαζί με δεκάδες χειμερινούς κολυμβητές που επιλέγουν την Καλαμίτσα ως σημείο συνάντησης. «Στα χρόνια της νιότης μου», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «το να έρθεις από την Καβάλα εδώ ήταν μια μικρή εκδρομή. Θυμάμαι την εποχή που λειτουργούσε την ακτή ο ΕΟΤ και αλλάζαμε στα αποδυτήρια. Υπήρχε προσωπικό που μας έδινε πράσινους σάκους για τα ρούχα μας και τα παραδίδαμε για φύλαξη».
«Πάντα, μετά τη δουλειά τα καλοκαίρια», συνεχίζει ο κ. Αντωνιάδης, «ερχόμασταν για μπάνιο και μετά επιστρέφαμε σπίτι. Η Καλαμίτσα τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ήταν η πιο σύγχρονη παραλία για κολύμπι. Έρχονταν μέχρι και Δραμινοί. Ήταν όμορφα, ξέγνοιαστα χρόνια. Αυτή η ακτή έχει γράψει τη δική της ιστορία στη ζωή μας, που έγινε ακόμη πιο συναρπαστική, όταν λειτούργησε το ξενοδοχείο. Για τα μάτια μας τότε, ήταν κάτι πραγματικά μεγάλο».
Το αναπτυξιακό αποτύπωμα του ξενοδοχείου
Το ξενοδοχείο με την εντυπωσιακή αρχιτεκτονική και την μοναδική θέα στη θάλασσα συμπληρώνει φέτος πενήντα χρόνια λειτουργίας, καθώς άνοιξε τις πόρτες του την 1η Απριλίου 1976. Όπως και η ακτή που το φιλοξενεί, στην αρχή του κόλπου και στο άκρο μιας μικρής χερσονήσου, το ξενοδοχείο LUCY διέγραψε μια παράλληλη πορεία εξέλιξης, αποτελώντας ισχυρό τοπόσημο για την περιοχή.
Ο συνιδιοκτήτης του και πρόεδρος του Συνδέσμου Ξενοδόχων Καβάλας, Αντώνης Μιτζάλης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, επισημαίνει: «Το ξενοδοχείο ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1969 από τον παππού μου, Γιάννη Σαράντη, όταν η περιοχή ακόμη δεν είχε καμία τουριστική ή οικιστική ανάπτυξη. Ήταν ένας οραματιστής άνθρωπος. Αν και δεν είχε σχέση με τον τουρισμό, αγόρασε το οικόπεδο και ξεκίνησε να δημιουργεί κάτι μεγάλο και ξεχωριστό. Λίγο μετά το 1970, ο ΕΟΤ προχώρησε σε υποδομές στην ακτή, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής για την τουριστική ανάπτυξη της χώρας. Χάρη στο ξενοδοχείο και τις υποδομές αυτές, η Καβάλα μπήκε ξαφνικά στον τουριστικό χάρτη, χωρίς να το περιμένει κανείς».
Το ξενοδοχείο υπήρξε πρωτοποριακό για την εποχή του, όχι μόνο ως αρχιτεκτονικό έργο, με τη χαρακτηριστική δωρική πολυτέλεια που το διακρίνει, αλλά και για τις παροχές του. Μεγάλες αίθουσες εκδηλώσεων, πισίνα, σύγχρονα δωμάτια και, κυρίως, άμεση πρόσβαση σε μια εξαιρετική ακτή με πεντακάθαρα νερά.
«Η επένδυση αυτή πριν από πενήντα χρόνια ήταν μεγάλο ρίσκο», σημειώνει ο κ. Μιτζάλης και προσθέτει: «Εκείνο που βάρυνε ήταν η αγάπη του για την πόλη και η πίστη στη δυναμική της. Ο παππούς μου ήθελε να δημιουργήσει κάτι όμορφο. Επέλεξε έναν νέο ταλαντούχο αρχιτέκτονα με σπουδές στην Αυστρία, τον Δημήτριο Αθανασιάδη, και δεν έκανε εκπτώσεις στην ποιότητα, το μάρμαρο και το ξύλο κυριαρχούσαν παντού».
Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, το ξενοδοχείο παραμένει σημείο αναφοράς για ολόκληρη την ακτή της Καλαμίτσας. Στην εκ βάθρων ανακαίνιση που έγινε την περίοδο 2007 – 2010, το ξενοδοχείο δεν αλλοίωσε διόλου την εξωτερική του εικόνα. Οι αρχιτεκτονικές γραμμές της δεκαετίας του 1970 κρατήθηκαν αναλλοίωτες, ως μια ανάμνηση και φόρος τιμής στο όραμα ενός ανθρώπου που επένδυσε στην περιοχή. Στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, με θέα την πανέμορφη ακτή, μέσα σε μια προθήκη εκτίθενται μικρά αναμνηστικά από την 50χρονη ιστορία μιας σημαντικής τουριστικής επένδυσης.
Η ιστορία της Καλαμίτσας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις επιλογές ανθρώπων που τόλμησαν να επενδύσουν, να οραματιστούν και να μεταμορφώσουν μια περιοχή. Μια ακτή που, παρά τις δυσκολίες και τις φθορές του χρόνου, εξακολουθεί να αποτελεί σύμβολο της τουριστικής ανάπτυξης και της καλοκαιρινής ξεγνοιασιάς για την Καβάλα -και όχι μόνο.


