Αγωνίστηκε για τα αρχαία και την προστασία τους, αφιέρωσε ατέλειωτες ώρες να τα υπηρετεί, αγκάλιασε τους νεότερους συναδέλφους της και τους προέτρεψε να παίρνουν πρωτοβουλίες, ήταν πολυμαθής, γενναιόδωρη και ευφυέστατη. Η Λιάνα Παρλαμά, μια από τις πλέον γενναιόφρονες αρχαιολόγους, έσβησε σε ηλικία 82 ετών. Η κηδεία της θα γίνει την Τρίτη, ώρα 12.30 στο νεκροταφείο Ζωγράφου.
Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη πληροφορούμενη την απώλεια της Λιάνας Παρλαμά έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Η Λιάνα Παρλαμά ήταν ξεχωριστή προσωπικότητα ανάμεσα στα στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, με ανεξίτηλο αποτύπωμα, λόγω της εξαιρετικής της παιδείας, του δυναμικού της χαρακτήρα και της υποδειγματικής εργατικότητά της. Θεράπευσε την επιστήμη της και υπηρέτησε το Υπουργείο Πολιτισμού με μοναδική αφοσίωση και συνέπεια στις αρχές και τις αξίες της. Εργάστηκε σε πολλές Εφορείες Αρχαιοτήτων, από τον Έβρο ως την Πελοπόννησο, για να εγκατασταθεί τελικά στην Αθήνα, στην Εφορεία των Αθηνών και στη συνέχεια-για πολλά χρόνια- ως Διευθύντρια της. Στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών, ανέλαβε και έφερε σε πέρας, με εξαιρετική επιτυχία, τις ανασκαφές για τη δημιουργία του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών. Η τεράστια αυτή ανασκαφική έρευνα -άνω των 65.000 τ.μ.- αποτυπώθηκε στην εξαιρετικά επιτυχημένη έκθεση «Η πόλη κάτω από την πόλη», και στην ομώνυμη έκδοση. Το Μετρό της Αθήνας ήταν το πρώτο κατ΄ ουσίαν δημόσιο έργο, στο οποίο δοκιμάστηκαν οι σχέσεις και οι αντοχές αρχαιολόγων, μηχανικών και κατασκευαστών, καθώς ο καθένας όφειλε να υπερασπιστεί το καθήκον και την αρμοδιότητά του. Η Λιάνα υπερασπίστηκε με πείσμα, με σθένος, με βαθιά γνώση και εμπειρία τις αρχαιότητες, αλλά και με συνέπεια, με κατανόηση και με πλήρη συναίσθηση ευθύνης για την κατασκευή και εμπρόθεσμη ολοκλήρωση ενός κοινωφελούς έργου δημοσίου συμφέροντος.
Μαζί με τη συνάδελφο και καρδιακή της φίλη Μαρία Θεοχάρη ανέσκαψαν στο Παλαμάρι της Σκύρου, ένα νησί που είχε ήδη συνδεθεί με τη διδακτορική της διατριβή, τον υποδειγματικά ανεσκαμμένο και αναδεδειγμένο προϊστορικό οικισμό. Η τεράστια σκευή και ενέργεια της Λιάνας Παρλαμά ήταν απόρροια των μαθημάτων που βίωσε ως παιδί, στο Ηράκλειο της Κρήτης, έχοντας πατέρα τον λαμπρό φιλόλογο Μενέλαο Παρλαμά και μητέρα με καταβολές και κουλτούρα από τη Σμύρνη.
Είχα την τύχη να συνεργαστώ με τη Λιάνα, για πολλά χρόνια, και να μάθω πολλά από κείνη. Της χρωστώ όσα με δίδαξε. Ήταν μαθήματα ζωής. Την αποχαιρετώ με οδύνη. Εύχομαι σ’ αυτό το τελευταίο ταξίδι της να αναπαυθεί εν ειρήνη κοντά στους γονείς της και τους αγαπημένους της φίλους και συναδέλφους.»
Η γράφουσα είχε την τύχη να τιμηθεί με τη φιλία της και να ζήσει από κοντά μεγάλες στιγμές, όπως εκείνη που σε συνέντευξη Τύπου στον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, του οποίου υπήρξε περήφανο στέλεχος, ανακοίνωσε ότι προσφεύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η αιτία ήταν η απειλή κατασκευής πιλοτικής σήραγγας κάτω από την Κεραμεικό. Εν τέλει, το έργο ακυρώθηκε, καθώς η ίδια είχε συμβουλεύσει το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, που ανασκάπτει τον χώρο, να απευθυνθεί στον αδερφό του πρωθυπουργού. Ο κ. Σημίτης, ζούσε στη Γερμανία και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Ετσι, όταν ο Κ. Σημίτης προσήλθε σε συνάντηση με τον Χ. Κολ, εκείνος τού είπε: Χερ Σημίτης, παρακαλώ να μην επιμείνετε για τη σήραγγα.
Από την ίδια υπόθεση, αξέχαστη παραμένει η απάντησή της στον τότε υπουργό ΠΕΧΩΔΕ Κ. Λαλιώτη. «Καταλαβαίνω», είχε πει εκείνος «ότι η κυρία Παρλαμά έχει ευαισθησία απέναντι στα αρχαία. Και η Λιάνα Παρλαμά απάντησε: πείτε στον υπουργό ότι η κυρία Παρλαμά δεν έχει ευαισθησίες, έχει δώσει έναν όρκο να προστατεύει τα αρχαία και με αυτόν πορεύεται.
Ηταν γοητευτική συνομιλήτρια και χρησιμοποιούσε υπέροχα την γλώσσα. Από μια συνέντευξή μας όταν αφυπηρέτησε, βάζω μερικά αποσπάσματα. Ξεκινήσαμε από την πρώτη της τοποθέτηση στην εφορεία Αρχαίας Ολυμπίας.
-Μία νεαρή αρχαιολόγος, λοιπόν, που κάνει ανασκαφή στον Επικούριο Απόλλωνα, στις Βάσσες. Για μένα ακούγεται κάτι μυθικό.
«Και για μένα ήταν κάτι μυθικό. Όταν μπήκα στην υπηρεσία και τοποθετήθηκα το 1970 στην Ολυμπία σε ένα τόπο που τον ήξερα ελάχιστα. Ένα πολύ μεγάλο βάρος για ένα νέο άνθρωπο. Απεστάλην αμέσως- και λέω το απεστάλην γιατί όταν μπήκαμε στην υπηρεσία ο στρατιωτικός επιτετραμμένος του υπουργείου Προεδρίας όπου υπαγόταν τότε η Αρχαιολογική Υπηρεσία, όταν ορκιστήκαμε μετά τον διαγωνισμό, η σειρά μου, μας είπε τους ζυγούς λύσατε, στις μονάδες σας.
[…] Βρέθηκα στον Επικούριο να ανασκάπτω τη θεμελίωση του ναού. Και εκεί είχα έναν πολύ καλό αρχιτεχνίτη. Βεβαίως, την εποπτεία της εργασίας την είχε ο Νικόλαος Γιαλούρης ως διευθυντής τότε της υπηρεσίας και ο Ιωάννης Τραυλός (σ.σ. δύο κορυφαίοι επιστήμονες) και καταλαβαίνετε ότι δεν ήμουνα μόνη μου, είχα από πίσω μου τους ανθρώπους για λογαριασμό των οποίων εκτελούσα την ανασκαφή, γιατί δεν μπορούσαν φυσικά να είναι συνεχώς εκεί. Στην ίδια την εφορεία δε, είχα μία έφορο που ήταν η Θεοδώρα Καράγιωργα. Γίνεται αυτομάτως κατανοητό ότι είχα τις βοήθειες που χρειαζόταν μία νεαρή και άπειρη αρχαιολόγος. Θεωρώ ότι ήμουν άπειρη. Είχα ανασκάψει μερικά οικόπεδα των Αθηνών στις αρχές του ’67 μέχρι τα μέσα του ’68, ως έκτακτη αρχαιολόγος της Γ’ Εφορείας, αλλά δεν μπορεί να πει κανείς ότι ήμουν έμπειρη.
Όμως, είχα έναν καλό και… ανάποδο αρχιτεχνίτη από την Πάτρα, έναν άνθρωπο που όλοι μου είπαν ότι δεν δέχεται τους νέους αρχαιολόγους, θυμώνει αν του πεις κάτι. Πρέπει να σας πω ότι μέσα σε δύο τρεις μέρες συνεργαζόμασταν άριστα. Με βοήθησε πάρα πολύ η παρουσία του και οι γνώσεις του και με προστάτεψε. Ηταν ένα μεγάλο σχολείο ο Επικούριος.
Είναι και μια άσκηση υπομονής η ανασκαφή. Πολύ μεγάλη. Δεν πρέπει να βιάζεσαι ακόμα και αν υποψιάζεσαι ότι κάτω από αυτή την πλάκα που αρχίζει να φαίνεται υπάρχει κάτι, πρέπει να ασκείς και τον εαυτό σου, να τον βάζεις σε μια διαδικασία υπομονής.»
Πώς είχε στραφεί στην αρχαιολογία;
«Το πώς ασχολήθηκα με την Αρχαιολογία ήταν μια σειρά συγκυριών. Ομολογώ ότι όταν πήγαινα ακόμη στο Γυμνάσιο έβλεπα τον εαυτό μου ως φιλόλογο. Χωρίς όμως να είμαι πολύ επιμελής στα φιλολογικά μαθήματα. Ήξερα αρχαία ελληνικά πολύ καλά, που όμως τα ξέχασα στο Πανεπιστήμιο. Ισως έπαιξε ρόλο και αυτό. Νομίζω ότι αν είχα πάει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης θα είχα γίνει φιλόλογος. Δεν το ξέρω. Απλώς το λέω επειδή τότε ήταν καθηγητής ο Κακριδής και φαντάζομαι ότι θα είχε βοηθήσει την τάση μου προς τα φιλολογικά- ο Κακριδής, ο Πολίτης, ήταν νομίζω ακόμα ο Κριαράς. Δεν ξέρω όμως αν παρακολουθώντας και τα αρχαιολογικά μαθήματα εκεί με τον Ανδρόνικο και τον Μπακαλάκη είχα τελικά την ίδια επιλογή. Δεν το ξέρω. Την εποχή που ήμουνα φοιτήτρια ’60- ’65 είχαμε στην Αθήνα μόνο δύο σπουδαίους καθηγητές τον Κοντολέοντα στην κλασική αρχαιολογία και τον Ζακυθινό στη βυζαντινή ιστορία. Τα μαθήματα τα φιλολογικά κυρίως ήταν απογοητευτικά για έναν νέο που θα ήθελε να γίνει φιλόλογος κάποια μέρα. Τον μεγάλο ρόλο όμως τον έπαιξε το ότι την ίδια εποχή ζούσα στο Ηράκλειο της Κρήτης και ότι είχα την δυνατότητα από παιδί να είμαι σε ένα αρχαιολογικό περιβάλλον με τον Νικόλαο Πλάτωνα και μετά ως φοιτήτρια πλέον με τον Στυλιανό Αλεξίου που ήταν ο διευθυντής της εφορείας τότε.»
-Και σε ένα φιλολογικό όμως, με τον πατέρα σας.
«Ναι. Οι άνθρωποι αυτοί, που ήταν και φίλοι οικογενειακοί, έπαιξαν ένα πολύ μεγάλο ρόλο. Ο Αλεξίου μεγαλύτερο, γιατί τα χρόνια που ήμουνα φοιτήτρια, δούλευα το καλοκαίρι στο μουσείο και με οδήγησε θα έλεγα προς την αρχαιολογία. Δεν ήθελα όμως ποτέ, και δεν το μετάνιωσα, δεν έβλεπα τον εαυτό μου ποτέ ως αρχαιολόγο στην Κρήτη. Δεν ξέρω γιατί, με τον μινωικό πολιτισμό δεν αισθάνθηκα ποτέ την εσωτερική σχέση που αισθάνθηκα με την αρχαιολογία και με τη δουλειά μας από τη στιγμή που ήρθα στην Αθήνα ως έκτακτη αρχαιολόγος, μετά που τέλειωσα το Πανεπιστήμιο, και κατόπιν, όταν άρχισα να δουλεύω από εφορείας εις εφορείαν σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, από την Ολυμπία ως την Ανατολική Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, Θήβα, Εύβοια, Αθήνα ξανά και τα λοιπά.
Από την Κρήτη βρέθηκα στην Αθήνα ως έκτακτη, πριν να μπω στην Υπηρεσία, στην Γ’ Εφορεία και η Ολγα Αλεξανδρή, που ήταν τότε η έφορος εδώ, μου έδωσε μια άλλη ώθηση στην αρχαιολογία και έδωσε μια άλλη διάσταση στην αρχαιολογία και στον τρόπο που μπορούσε να δρα κανείς ως αρχαιολόγος. Ηταν δύσκολα χρόνια, ήρθα λίγο πριν από τη δικτατορία, 27 Φεβρουαρίου του ’67, και μαθήτευσα δίπλα στην Ολγα τα δύο χρόνια που έμεινα, πώς να λες ‘όχι’. Αυτό για μένα ήταν πολύ μεγάλο σχολείο. Δεν μιλάω για τις οδηγίες που πάντα ένας παλαιότερος δίνει στον νεώτερο, πώς με έστρεψε πολύ σωστά να εκμεταλλευθώ τον χρόνο μέχρι να γίνουν ξανά εξετάσεις στην Υπηρεσία και να πάω στο εξωτερικό με μια υποτροφία, που δεν θα το έκανα, αλλά το κυριότερο ήταν ότι με έβαλε και μέσα στα διοικητικά θέματα της εφορείας, όχι μόνο στις ανασκαφές και στα αρχαιολογικά. Τότε δουλεύαμε όλη μέρα- μας άρεσε. Ισως να έχετε ακούσει πώς κάναμε τη νύχτα με την Ελση Σπαθάρη και τους άλλους συναδέλφους τις νυχτερινές λεγόμενες ανασκαφές και το πρωί στις επτά, στις οκτώ η ώρα ξαναήμασταν στο γραφείο. Ε, βέβαια, ήμασταν είκοσι πέντε χρονών. Εχεις άλλες αντοχές, αλλά μας άρεσε. Με την Ολγα λοιπόν διδάχτηκα παρακολουθώντας τη στάση της. Ηταν πολλές οι πιέσεις, όπως καταλαβαίνετε, τότε, στα οικόπεδα των Αθηνών. Και θαύμαζα πώς έλεγε ‘όχι’. Στο υπουργείο, στους ίδιους τους ανθρώπους που έπαιρναν με απειλές- γιατί ξέρετε πόσο εύκολο είναι στην Ελλάδα να απειλεί κανείς έναν δημόσιο υπάλληλο. Η Ολγα δεν καταλάβαινε από απειλές. Και αυτό, με έκανε να καταλάβω κι εγώ και να συνειδητοποιήσω ότι όντως μπορείς να το κάνεις. Και όταν αρνείσαι σε σέβονται οι άλλοι, όχι όταν δέχεσαι.»
-Μαχόμενη αρχαιολογία. Και με τους αρχαιολόγους να υποστηρίζουν με τη στάση τους αυτή τη μαχόμενη αρχαιολογία.
«Η μαχόμενη αρχαιολογία είναι μια ορολογία την οποία αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε τα χρόνια που χρειάστηκε οι αρχαιολόγοι μετά τη μεταπολίτευση κυρίως, να δίνουμε με τον σύλλογό μας μεγάλες μάχες για να διασώσουμε τα αρχαία σε ποικίλες περιπτώσεις. Από την περίπτωση της Πύλου με τα ναυπηγεία, μια εποχή που τη σκέφτομαι με μεγάλη συγκίνηση όλοι οι αρχαιολόγοι μέσα από τον σύλλογό μας που είχε ανασυσταθεί, προσπαθήσαμε να δείξουμε στο κράτος δεν μας ενδιέφερε ποια κυβέρνηση ήταν. Ηταν ένα πολύ μεγάλο προσόν των αρχαιολόγων. Οι προσωπικές πολιτικές ιδεολογίες έμπαιναν στην άκρη απέναντι σε αυτόν τον υπουργό ή όποιον άλλο εκπρόσωπο του κράτους είχες μπροστά σου. Αυτό, νομίζω ότι εκλείπει. Τουλάχιστον οι παλιότερες γενιές το διατήρησαν όλα τα χρόνια.
Εμείς ως νέοι μπορεί να είχαμε στην περίοδο της δικτατορίας το όραμα του τέλους της συνυφασμένο με μια άλλη νοοτροπία στη χώρα μας, πιστεύαμε ότι θα βγαίναμε μέσα από αυτή τη δοκιμασία με πρόσωπα και κόμματα αρχών, που θα καταλάμβαναν τις δημόσιες θέσεις- αλλά είναι ωραίο να έχει κανείς όνειρα, ακόμα και αν δεν πραγματοποιούνται. Είχα τότε συνδικαλιστική δράση, με τη διαφορά ότι ο συνδικαλισμός ήταν κάτι τελείως άλλο. Δεν είχες καμία διευκόλυνση από αυτές που έχουν οι συνδικαλιστές σήμερα. Είχες δεν θα έλεγα εχθρότητα των απέναντί σου αλλά όχι και τη φιλική διάθεση και δεν είχες, για να το πω έτσι, την άδεια της αστυνομίας. Πολλές φορές τα νεώτερα χρόνια λέω ότι εντάξει, με την άδεια της αστυνομίας μπορείς να κάνεις πάρα πολλά πράγματα. Το θέμα είναι να κάνεις χωρίς την άδειά της. Εκείνη λοιπόν ήταν μια εποχή συνεχών μαχών, όπου το διοικητικό συμβούλιο των αρχαιολόγων πλαισιωνόταν απ’ όλους.»
-Φεύγει κανείς από την υπηρεσία, τελειώνει, αλλά κανένας αρχαιολόγος δεν σταματά. Άλλοι το λένε πάθος, άλλοι εμμονή. Γιατί συνεχίζετε παρότι έχει τελειώσει η θητεία σας;
«Γιατί η αρχαιολογία για τους αρχαιολόγους είναι τρόπος ζωής. Δεν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη εμμονή. Είναι πάντως πάθος. Αν δεν συνδέεσαι με πάθος με το έργο σου, δεν γίνεται τρόπος ζωής, άλλωστε. Δεν ξέρω αν αυτό θα συμβαίνει και στο μέλλον, δεν μπορώ να είμαι βέβαιη γι’ αυτό, αλλά τουλάχιστον για τις προηγούμενες από μένα γενιές, για τη δική μου και για τις νεώτερες, που είναι τώρα στην ενεργό υπηρεσία, οπωσδήποτε υπάρχει αυτό. Και βεβαίως είναι και πρακτικοί λόγοι. Η θητεία του αρχαιολόγου στην Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει τον διφυή χαρακτήρα που λέμε πάντοτε, δηλαδή επιστήμη και διοίκηση, αλλά όταν φεύγεις πρέπει να συνεχίσεις την επιστήμη. Κι επειδή συμβαίνει να φεύγουμε πολύ νωρίς από την υπηρεσία, ως κανονικοί δημόσιοι υπάλληλοι, έχουμε τουλάχιστον αρκετό χρόνο μπροστά μας να συνεχίσουμε την επιστημονική μας δουλειά και να την κάνουμε και ουσιαστικά, απαλλαγμένοι από τα υπόλοιπα.»
Κατόπιν, είχε μιλήσει για τη μεγάλη της αγάπη, την ανασκαφή.
«Αυτό που αγαπώ πιο πολύ στην Αρχαιολογία είναι η ανασκαφή. Η ώρα της ανασκαφής, η δουλειά της ανασκαφής. Θεωρώ ότι εκείνη την ώρα ο αρχαιολόγος είναι απόλυτα μόνος με τον εαυτό του, με ό,τι ξέρει, με ό,τι κουβαλάει μέσα του από γνώση των πραγμάτων και γι’ αυτό υποστηρίζω πάντοτε ότι η ανασκαφή δεν είναι μια δουλειά εύκολη όπως πολλές φορές θεωρούμε υπό το βάρος και την πίεση της πολλής δουλειάς που έχουμε με τις σωστικές ανασκαφές στις πόλεις και χρησιμοποιούμε σε αυτές νέους αρχαιολόγους που ακόμα δεν έχουν εμπειρία. Βεβαίως πρέπει να γίνεται αυτό, γιατί κάποτε όλοι ξεκινήσαμε έτσι και έτσι πρέπει να μαθαίνουν οι νεώτεροι και πολλές φορές συμβαίνει αυτό εκ των πραγμάτων χωρίς να μπορείς να είσαι από πάνω εσύ ο ένας, ή οι δύο ή οι τρεις που ασχολούνται με την ανασκαφή, οι άνθρωποι που καταλαβαίνουν αμέσως τι γίνεται.»
Αγγελική Κώττη


