15 C
Athens

«Λίφτινγκ» για το Ηρώδειο, μικρές παρεμβάσεις, στέγαση σκηνής, αλλαγή φωτισμού, μικρότερη ένταση ήχου

Το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, γνωστό και ως Ηρώδειο, θα δεχτεί τις αναστηλωτικές φροντίδες του υπουργείου Πολιτισμού. Για τον σκοπό αυτό θα κλείσει τον ερχόμενο Ιούλιο και για τρία χρόνια, ώστε να γίνουν όσα πρέπει προκειμένου το μνημείο να προστατευθεί. Η γενική του κατάσταση είναι αρκετά καλή, έχει όμως επιμέρους προβλήματα, όπως αναφέρθηκε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, που έγινε εκτάκτως σήμερα προκειμένου να εξετάσει τις σχετικές μελέτες, που ήταν πολλές και αναλυτικές, με άνεση χρόνου

Το θέμα εισήχθη ως «έγκριση ή μη αποτελεσμάτων του β μέρους ερευνητικού προγράμματος». Το πρόγραμμα ανατέθηκε στο ΕΜΠ και ήταν σχετικό με τη «Δυναμική Μέθοδο Ανάδειξης και Προστασίας Αρχαιολογικών Χώρων μέσω της τεκμηρίωσης και ανάλυσης των μνημειακών συνόλων. Εφαρμογή στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στη νότια κλιτύ της Ακροπόλεως».

Σύμφωνα με την εισήγηση, με την επανεκκίνηση της ζωής της πόλεως ως νέας πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους, έγιναν μεταξύ άλλων και κάποιες κατά καιρούς πολύ χρήσιμες στερεωτικές εργασίες στο Ηρώδειο. Σε διάφορα τμήματα του κτηρίου, και ιδίως στον νότιο τοίχο είχαν λεηλατηθεί οι λίθοι σε μεγάλη έκταση με αποτέλεσμα τα απομένοντα, να είναι ετοιμόρροπα. Το πρόβλημα αντιμετωπίσθηκε με νέες λιθοδομές, κτισμένες με μικρότερους λίθους. Σε κάποιες θέσεις είναι χαραγμένη η παλαιότερη χρονολογία επέμβασης, το 1838.

Η πρώτη ανασκαφή πραγματοποιείται το 1848, ενώ δέκα χρόνια αργότερα πραγματοποιείται η ολική σχεδόν ελευθέρωση του μνημείου από τις επιχώσεις που το σκέπαζαν. Από τα μέσα του 19ου αι. μέχρι τα μέσα του 20ου αι. πραγματοποιήθηκαν στερεωτικές εργασίες, οι οποίες περιλάμβαναν την απομάκρυνση σαθρών αυθεντικών λιθοδεμάτων και την πλήρωση των κενών με νέες λιθοδομές. Ο αγωγός της ορχήστρας καλύπτεται με μαρμάρινες πλάκες, πολλά θραυσμένα εδώλια συγκολλώνται, ενώ στη συνέχεια το κοίλοσυμπληρώνεται με ξύλινα έδρανα.

Το 1945 ο Ορλάνδος καταρτίζει πρόγραμμα μερικής ανακαινίσεως του μνημείου, το οποίο περιλαμβάνει την κατά το δυνατόν πιστή αποκατάσταση των εδωλίων (με την αναμαρμάρωση του κοίλου από την προεδρία έως την 14η σειρά του επιθεάτρου), της ορχήστρας και του λογείου, το οποίο υλοποιήθηκε τα επόμενα χρόνια και μέχρι το 1964. Παράλληλα με αυτά προχωρεί η μερική αναστήλωση του δυτικού κλιμακοστασίου, ενώ συνεχίζεται και η εργασία στο επιθέατρο. Το 1964 προτείνεται η αποκατάσταση του ανατολικού κλιμακοστασίου από τον Χ. Μπούρα, οποία ολοκληρώθηκε το 1967. Από το 2010 και μετά πραγματοποιήθηκαν συνθετότερες εργασίες, εκ των οποίων η αποκατάσταση μερικών σειρών μαρμάρινων εδωλίων των υπεράνω των θολωτών παρόδων κερκίδων είναι η πλέον αξιομνημόνευτη.

Το Ηρώδειο, όπως και τα περισσότερα ωδεία της εποχής του έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά του θεάτρου. Το κοίλο και ορχήστρα έχουν σχήμα διευρυμένου ημικυκλίου με διάμετρο (κοίλου εσωτερικά) 76 μέτρα, και ορχήστρας 19 μέτρα. Μπροστά τους η σκηνή, τα δύο κλιμακοστάσια, η αίθουσα και το προαύλιο που εκτείνονται σε χώρο πλάτους 92 μέτρων. Το διάζωμα, που χωρίζει το κοίλον σε άνω και κάτω, έχει πλάτος 1,20 μ. Το κάτω έχει την προεδρία, δηλαδή τις θέσεις των επισήμων και 19 ακόμη σειρές εδωλίων, εκ των οποίων η τελευταία είχε ερεισίνωτο, ως όριο προς το διάζωμα. Το άνω μέρος είχε επίσης 19 σειρές εδωλίων, εκ των οποίων οι ανώτερες δεν περιέχονται στην παρούσα αναστηλωμένη μορφή.

Ο χώρος του προσκηνίου, αμέσως μετά την ορχήστρα, ανυψωμένος κατά ενάμισι μέτρο, είναι ευρύτατος, με πλάτος περίπου 35μ και βάθος 8μ, έως τον τεράστιο σκηνικό τοίχο. Ακριβώς πίσω από την μαρμάρινη πρόσοψη του προσκηνίου υπήρχε αφανής υποδαπέδιος μηχανισμός αυλαίας, η οποία αναδυόταν από μία σχισμή του δαπέδου. Στον σκηνικό τοίχο τρεις μνημειακές θύρες οδηγούσαν σε έναν όπισθεν αυτού στενό μακροθολοσκεπή χώρο, τη Σκηνή. Σώζονται καλώς τα πολυτελή μωσαϊκά δάπεδα, οι πλευρικοί τοίχοι έως ύψους 3μ και το κάτω μέρος του νοτίου τοίχου της, με μέτωπο 41 μέτρων προς τοευρύ προαύλιο του κτηρίου.

Ο τοίχος περιείχε σειρά μεγάλων φωτιστικών ανοιγμάτων, εναλλασσόμενων με παραστάδες, επί των οποίων έβαιναν ισχυρά τόξα. Η πρόσοψη του κτηρίου συμμορφωνόταν με την δεξιά αυτής στοά του Ευμένους. Το μη σωζόμενο ανώτερο μέρος της πρόσοψης της αίθουσας του κοίλου, πλάτους 81μ, περιείχε αέτωμα πλάτους 42μ μέτρων, του οποίου η κορυφή έφθανε σε ύψος 44μ.

Το εσωτερικό του διέθετε ασύλληπτο πλούτο. Τα συμπαγή μαρμάρινα έδρανα, η ορχήστρα, στρωμένη με λευκές και μαύρες πλάκες μαρμάρου, και οι τοίχοι με τις πολύχρωμες ορθομαρμαρώσεις αποτελούσαν ένα σύνολο απερίγραπτης ομορφιάς. Η σκηνή διέθετε την τυπική για ένα ρωμαϊκό θέατρο μαρμάρινη πρόσοψη (scaenae frons): μικρές συνθέσεις πάνω στο αρχιτεκτονικό θέμα του δίστυλου ναΐσκου (aedicula), αποτελούμενες από κορινθιακούς κίονες, παραστάδες και θριγκούς και αγάλματα στημένα σε κόγχες. Μαρμάρινα, επίσης, ήταν όλα τα θυρώματα, ενώ εξαιρετικά μωσαϊκά δάπεδα, με γεωμετρικά και φυτικά θέματα πλούτιζαν τους κλειστούς χώρους. Η μορφή της στέγης της θεατρικής αίθουσας ήταν ένα σύνθετο στερεό, που νοείται ως άθροισμα ημιχωνίου και δύο ισοσκελών επιφανειών.

Ο εισηγητής ανέφερε πως η σημερινή κατάσταση διατήρησης του Ηρωδείου είναι εκ πρώτης όψεως ικανοποιητική, χωρίς μείζονα δομικά προβλήματα αστάθειας, ετοιμορροπίας ή παραμόρφωσης. Λείπουν κάποια τόξα, έχει σημειωθεί απώλεια μάζας, ενώ τεμάχια του προσώπου των λίθων που είναι ετοιμόρροπα προς αποκόλληση εντοπίζονται σε όλες ανεξαιρέτως τις όψεις του μνημείου, ακόμη και σε εκείνες που προσφάτως συντηρήθηκαν.

Σε γενικές γραμμές το οικοδόμημα είναι αδιατάρακτο, χωρίς σημαντικές παραμορφώσεις και προπαντός χωρίς καθιζήσεις. Παραμορφώσεις ωστόσο, εντοπίζονται σε ορισμένα μέλη της άνω τοξοστοιχίας της πρόσοψης, ανεπιθύμητη βλάστηση κ.α.

Ο καμπύλος τοίχος οριοθέτησης του κοίλου παρουσιάζει ίσως τα σοβαρότερα ζητήματα φθορών, καθώς ουσιαστικά δεν έχει συντηρηθεί ποτέ συστηματικά από τη δεκαετίατου1950 και έπειτα. Αντίθετα η λειτουργία του φεστιβάλ τον έχει επιβαρύνει με τοπικές διατρήσεις για τη στερέωση ικριωμάτων, πέρασμα καλωδιώσεων και εν γένει τη συνεχή δράση τεχνικών στη διάρκεια παραστάσεων και προβών. Η αισθητική όχληση είναι επίσης σημαντική, καθώς η ευτέλεια των πάσης φύσεως βοηθητικών κατασκευών έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στιβαρότητα των αρχαίων λιθοδομών. Η σκηνική αίθουσα του Ηρωδείου είναι το λιγότερο αντιληπτό και αναγνώσιμο μέρος του κτηρίου, λόγω της ερείπωσης και των σύγχρονων αλλοιώσεων που έχει δεχτεί. Η ετήσια εγκατάσταση και έπειτα απομάκρυνση του προσωρινού δαπέδου στο προσκήνιο -με συνεπίπεδη επέκταση στην ορχήστρα – για τις ανάγκες του Φεστιβάλ αποτελεί μάλλον όχληση για το μνημείο.

Προβλέπεται η αποκατάσταση του περιγράμματος της σκηνικής αίθουσας με καθ’ ύψος συμπλήρωση με νέο υλικό του ανατολικού, νότιου και δυτικού τοίχου καθολικά έως και τον δεύτερο δόμο πάνω από τους ορθοστάτες. Προβλέπεται επίσης  αποκατάσταση της δευτερεύουσας μικρής θύρας στα ΝΑ σύμφωνα με τα οικοδομικά ίχνη στο κατώφλι με άνοιγμα 1.02 m και με ανώφλι τη 2η στρώση πάνω από τον ορθοστάτη. Επίσης, διαμόρφωση κεντρικού ανοίγματος για λόγους λειτουργικής εξυπηρέτησης του φεστιβάλ.

Εκπληξη θα αποτελέσει η αποκάλυψη του ψηφιδωτού δαπέδου σε όλη του την έκταση, ώστε τους μήνες που δεν είναι εγκατεστημένο το φεστιβάλ να είναι ορατό για το κοινό. Η προστασία του ψηφιδωτού από τα καιρικά φαινόμενα, αλλά και από την ίδια τη λειτουργία του φεστιβάλ θα εξασφαλιστεί αντίστοιχα με νέο στέγαστρο και στοιχεία κάλυψης, τα χαρακτηριστικά των οποίων παρουσιάζονται και περιγράφονται αναλυτικά στην αρχιτεκτονική πρόταση για τις σύγχρονες υποδομές του Ηρωδείου.

Με βάση τις αναστηλωτικές προτάσεις, ο χώρος της σκηνικής αίθουσας προβλέπεται να λειτουργεί σε δύο διακριτές φάσεις: (α) η μια περίοδος λειτουργίας ορίζεται σε σχέση με τη λειτουργία του φεστιβάλ Αθηνών και προβλέπει την υποστήριξη της χρήσης της σκηνής (δημιουργία καμαρινιών και υποστηρικτικών χώρων).

Η οροφή της σκηνικής αίθουσας αποτελεί μια σύνθετη μεταλλική κατασκευή που εξασφαλίζει τη στέγαση και τον φυσικό φωτισμό του χώρου. Στεγάζει τον χώρο της σκηνής και τις κόγχες του προς το μνημείο, εξέχοντας καθ’ ύψος μόνον κατά το πάχος των τελικών επικαλύψεων. Η κατασκευή βασίζεται σε ένα πλέγμα πρωτευουσών και δευτερευουσών μεταλλικών δοκών, η χάραξη των οποίων ακολουθεί τον γεωμετρικό ρυθμό του νότιου ορίου.

Θα αντικατασταθεί το σύστημα φωτισμού, που εκτός των άλλων είναι και παλιό. Επίσης, καθώς διαπιστώθηκε ότι τα ντεσιμπέλ βλάπτουν τους αρχαίους τοίχους, θα ληφθούν ειδικά μέτρα. Όπως αναφέρθηκε, υα πραγματικά (και όχι στατιστικά) επίπεδα θορύβου που δέχεται το μνημείο (και κατ’ επέκτασιν οι δονήσεις που το καταπονούν), βρέθηκαν να είναι κατά πολύ πάνω από τα «θεωρητικά ασφαλή» όρια, ήτοι της τάξεως των 20 – 25 dB dBZ (βάσει συχνότητας). − Διαπιστώθηκε η έλλειψη φασματικών ορίων προστασίας του μνημείου, τα οποία είναι απαραίτητα για την ουσιαστική εξασφάλιση του.

Επιβεβαιώνεται ότι ο μοναδικός αξιοποιήσιμος και ακριβής τρόπος για την εύρεση τυχόν ορίου καταπόνησης του νότιου τοίχου είναι αποκλειστικά μέσω της αποτίμησης των δονήσεων που δέχεται αυτός. Σύμφωνα με τα ευρήματα της παρούσας φάσης εργασιών, για την πλήρη διασφάλισητης (ηχοστατικής) προστασίας του νότιου τοίχου του Ωδείου του Ηρώδου του Αττικού, προτείνεται η εφαρμογή -κατ’ αρχάς- των ακόλουθων μέτρων, τα οποία πρέπει να εφαρμοσθούν στο σύνολο τους: 1. Κατάργηση πύργων ηχείων (Flying Line Arrays): Για την κάλυψη των αναγκών ηχητικής ενίσχυσης των εκδηλώσεων προτείνεται να χρησιμοποιείται μεγαφωνικός εξοπλισμός εδάφους. 2. Ο κλωβός θα είναι πλήρως κλειστός περιμετρικά, με μοναδική ανοιχτή πλευρά την πρόσθια, η οποία θα λειτουργεί ως αποκλειστική επιφάνεια εκπομπής προς το ακροατήριο.

Σε καμία περίπτωση δεν θα επιτρέπεται η εγκατάσταση ηχείων (ανεξαρτήτως τύπου), εντός των ανοιγμάτων ή/και των παρόδων ή/και επί του νοτίου τοίχου. Οι μέγιστες επιτρεπτές τιμές θα εξαρτηθούν από τα όρια ασφαλείας του νοτίου τοίχου. Απολύτως αναγκαία είναι η σύνταξη (από το Εργαστήριο Ακουστικής ΕΜΠ) και η εφαρμογή Ακουστικού Κανονισμού Χρήσης, με στόχο την αποτύπωση των τεχνικών προδιαγραφών που θα εξασφαλίζουν την προστασία του μνημείου, με τρόπο κατανοητό και εφαρμόσιμο.

Επιστημονικός Υπεύθυνος  του Ερευνητικού Προγράμματος είναι ο κ. Παναγιώτης Βασιλάτος, Αρχιτέκτων Μηχανικός, Αναπληρωτής Καθηγητής Σχολής ΑρχιτεκτόνωνΜηχανικών Ε.Μ.Π. Ανάμεσα στις μελέτες που εκπονήθηκαν είναι και η μελέτη αναστήλωσης, που εκπονήθηκε από τους Δρ Δημ. Μπάρτζη, κ. Χρ. Τάκο, κ. Ρ. Αντωνιάδη, αρχιτέκτονες μηχανικούς, με επιστημονικό υπεύθυνο τον Ομ. Καθηγητή και Ακαδημαϊκό κ. Μανόλη Κορρέ.

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ