14.9 C
Athens

Νέα χρονιά, νέα δεδομένα: Μπορεί η Ευρωάμυνα να προστατεύσει την Ελλάδα και την Κύπρο; – Γράφει ο Βασίλης Καραπέτσας

Με τη γεωπολιτική αστάθεια να κλιμακώνεται, το 2026 βρίσκει την Ευρώπη μπροστά σε δίλημμα. Η αποστασιοποίηση των ΗΠΑ είναι μεταστροφή που υποχρεώνει την ΕΕ να εγκαταλείψει την ασφάλεια της αμερικανικής ομπρέλας και να επιδιώξει «στρατηγική αυτονομία». Όμως, καθώς η Ουκρανία και οι κρίσεις αναδιατάσσουν τον χάρτη, η αξιοπιστία της ευρωπαϊκής άμυνας δοκιμάζεται στην πιο ευαίσθητη γωνιά της: το Αιγαίο και την Κύπρο.

Του Βασίλη Καραπέτσα*

Η συζήτηση για την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα επανέρχεται και θα κυριαρχήσει το 2026 στα Ευρωπαϊκά forums ανατροφοδοτούμενη από τις παγκόσμιες γεωπολιτικές ανακατατάξεις.

Ωστόσο, για την Ελλάδα και την Κύπρο, η ρητορική αυτή ηχεί συχνά κενή περιεχομένου, καθώς αναδεικνύει μια κραυγαλέα αντίφαση: την προσπάθεια της Ευρώπης να εμφανιστεί ως ενιαίος αμυντικός πόλος, την ίδια στιγμή που επί δεκαετίες αδυνατεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τα ίδια της τα σύνορα από τις τουρκικές προκλήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διακηρύσσει τη φιλοδοξία της για «στρατηγική αυτονομία», όμως η ιστορική εμπειρία των τελευταίων 50 ετών δείχνει μια εικόνα παθητικότητας.

Την ίδια στιγμή, η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει το μοναδικό κράτος-μέλος της ΕΕ με τμήμα της επικράτειάς του υπό ξένη στρατιωτική κατοχή.

Παρά το γεγονός ότι η εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή παραβιάζουν κάθε έννοια διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου, η ΕΕ έχει περιοριστεί σε φραστικές καταδίκες και συμβολικά μέτρα, αποφεύγοντας οποιαδήποτε ουσιαστική πίεση που θα ανάγκαζε την Τουρκία σε υποχώρηση.

Επιπλέον (πότε  λιγότερο και πότε περισσότερο) η καθημερινότητα στο Αιγαίο χαρακτηρίζεται από συστηματικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων.

Η Ε.Ε., ενώ αναγνωρίζει ότι τα ελληνικά σύνορα είναι και ευρωπαϊκά, συχνά τηρεί στάση ίσων αποστάσεων, προτεραιοποιώντας τη σχέση της με την Άγκυρα έναντι της έμπρακτης αλληλεγγύης προς την Αθήνα.

Έτσι, η κριτική που, δικαίως, ασκείται στις Βρυξέλλες εστιάζει στο ότι δεν μπορείς να χτίσεις μια κοινή αμυντική δομή όταν επιτρέπεις σε μια τρίτη χώρα να απειλεί με casus belli ένα κράτος-μέλος.

Η κινητοποίηση της Ε.Ε. σε άλλες κρίσεις (όπως η Ουκρανία) αναδεικνύει την απουσία αντίστοιχης βούλησης στο Κυπριακό και το Αιγαίο.

Επιπρόσθετα, η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας (Άρθρο 42.7) παραμένει σε θεωρητικό επίπεδο, καθώς δεν συνοδεύεται από τους απαραίτητους μηχανισμούς άμεσης επέμβασης που θα λειτουργούσαν αποτρεπτικά απέναντι στην τουρκική επεκτατικότητα.

Η προσπάθεια για κοινή άμυνα προσκρούει και στον παράγοντα ΝΑΤΟ.  Η Τουρκία χρησιμοποιεί τη θέση της στη Συμμαχία για να μπλοκάρει την αμυντική ενοποίηση της ΕΕ, εμποδίζοντας τη συμμετοχή της Κύπρου.

Από την άλλη, η Ευρώπη, αντί να διεκδικήσει την αυτονομία της, εμφανίζεται συχνά όμηρος αυτών των ισορροπιών, αφήνοντας την Ελλάδα και την Κύπρο να επωμίζονται μόνοι τους το βάρος της αποτροπής και το κόστος των εξοπλισμών.

Έτσι, με την Κύπρο να αναλαμβάνει τα ηνία της Ε.Ε. το 2026, η συζήτηση για την ευρωπαϊκή άμυνα θα αποκτήσει νέα διάσταση. Θα είναι η στιγμή που η Ευρώπη θα κληθεί να απαντήσει:

Το ερώτημα που λογικά (και επιτακτικά πια) τίθεται για την Ε.Ε. είναι απλό: Μπορεί να υπάρξει κοινή Ευρωπαϊκή άμυνα χωρίς την πλήρη διασφάλιση της κυριαρχίας όλων των μελών της; Επίσης: θα συνεχίσει η ΕΕ να εθελοτυφλεί μπροστά στην κατοχή της Κύπρου και τις προκλήσεις στο Αιγαίο, την ώρα που σχεδιάζει τον «Ευρωπαϊκό Στρατό»;

Με λίγα λόγια, η αξιοπιστία της ευρωπαϊκής αμυντικής προσπάθειας κρίνεται όχι στα χαρτιά, αλλά στο πεδίο. Κι όσο η Κύπρος παραμένει μοιρασμένη και το Αιγαίο υπό αμφισβήτηση, η «Κοινή Άμυνα» θα παραμένει ένα ημιτελές όραμα που στερείται της απαραίτητης ηθικής και στρατηγικής βάσης.

* Ο Βασίλης Καραπέτσας, PhDc είναι Senior Lecturer 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ