16.7 C
Athens

Έμοιαζαν με τα δικά μας τα κάλαντα  στην αρχαία Ελλάδα; 

Τα παιδιά έλεγαν κάλαντα από αρχαιοτάτων χρόνων, τόσο παλιά, που οι πρώτες τελετουργίες και οι στίχοι, η απαρχή δηλαδή του εθίμου, δεν έχουν καταγραφεί πουθενά. Ωστόσο, τα κάλαντα παρέμειναν στο συλλογικό υποσυνείδητο και όταν κάποτε η χριστιανική εκκλησία αποφάσισε να τα καταργήσει, δεν το κατάφερε. Κι έτσι, τα άλλαξε, προσθέτοντας λατρευτικούς στίχους.

«Ήλθε, ήλθε χελιδών (Ήρθε, ήρθ’ η χελιδόνα)
καλάς ώρας άγουσα καλούς ενιαυτούς (φέρνοντας καλοκαιριά και καλή χρονιά)
επί γαστέρι λευκά, επί νώτα μέλαινα (στην κοιλιά της άσπρη και στη ράχη μαύρη)
Παλάθαν συ προκύκλει εκ πίονος οίκου (Πέταξε μας μια αρμαθιά απ’ το πλούσιο σπίτι σου)
οίνου τε δέπαστρον, τυρών τε κάνιστρον (και μια κούπα με κρασί και πανέρι με τυρί)
και Πυρών α χελιδών και λεκιθίταν (και σταράκι η χελιδόνα και τσουρέκι)
Ουκ απωθείται. Πότερ’ απίωμες ή λαβώμεθα; (Δεν περιφρονεί. Τι θα γίνει; Φεύγουμε ή παίρνουμε;)
Ει μεν τι δώσεις ει δε μη, ουκ εάσομες (Αν μας δώσεις κατιτίς, ειδαλλιώς δε φεύγουμε)
Ή ταν θύραν φέρομες ή θυπερθυρον (ή την πόρτα παίρνουμε ή τ’ ανώφλι της)
Ή ταν γυναίκα ταν έσω καθημέναν (ή την κυρά που μέσα κάθεται)
μικρά μεν εστί, ραδίως νιν οίσομες (μικρή είναι κι εύκολα την παίρνουμε)
Αν δη φέρης ρι, μέγα δη τι φέρεις (κι αν μας δώσεις κατιτίς κοίτα να ‘ν’ της προκοπής)
Άνοιγ’, άνοιγε ταν θύραν χελιδόνι (Άνοιγε, άνοιγε την πόρτα στη χελιδόνα)
Ου γαρ γέροντες εσμέν, αλλά παιδιά (Γέροντες δεν είμαστε, είμαστε παιδιά).

Τα χελιδόνια έρχονται, βέβαια, τον Μάρτιο. Τότε τα παιδιά στην αρχαία Ελλάδα έβγαιναν για τα «χελιδονίσματα», κρατώντας ξύλινα ομοιώματα χελιδονιών, με απώτερο σκοπό να δοξασθεί η φύση, που ετοιμαζόταν να ανθίσει και κατόπιν να καρπίσει. Η ζωή, έναντι του θανάτου. Σε επανάληψη, καθώς στο απώτατο- απώτατο παρελθόν οι κοινωνίες δεν το είχαν σίγουρο πως θα επιστρέψει η ζωή στα σπαρτά και στα δέντρα.

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, λοιπόν, τα κάλαντα σηματοδοτούν την γιορτή, το αύριο, την έναρξη του καινούργιου. Τότε τα αποκαλούσαν χελιδονίσματα και η αρχή του έτους ήταν τον Μάρτιο όπως σημειώσαμε. Αν και ήταν ταυτισμένα με την αρχή της άνοιξης εμπεριέχουν επίσης όπως και στις μέρες μας ευχετικούς στίχους για την καλή χρονιά, με υγεία και αφθονία.

Το 153 πΧ οι ανώτατοι άρχοντες του ρωμαϊκού κράτους άρχισαν να αναλαμβάνουν το αξίωμά τους την 1η Ιανουαρίου. Από τότε η ημέρα αυτή άρχισε να θεωρείται ως αρχή του έτους. Οι Χριστιανοί όμως δεν γιόρταζαν την 1η αλλά την 6η Ιανουαρίου, που ήταν η βάπτιση του Χριστού. Το 354 πΧ στα μέσα του 4ου αιώνα διαχωρίστηκε στη Ρώμη η γιορτή γεννήσεως του Χριστού κι έγινε στις 25 Δεκεμβρίου. Έτσι καθιερώθηκε ως ημερομηνία γέννησης του Χριστού η 25η Δεκεμβρίου και η 1η Ιανουαρίου ως η πρώτη μέρας της νέας χρονιάς. Με διπλά κάλαντα. Και άλλη μια φορά, των Φώτων (έπειτα το Πάσχα).

Τα κάλαντα έχουν κοινά γνωρίσματα με τα χελιδονίσματα, ιδίως με επισκέψεις σε σπίτια και ευχές και ευημερία, υγεία και καλοτυχία. Την ονομασία του, το έθιμο την οφείλει στις ρωμαϊκές καλένδες, τις πρώτες αρχές κάθε μήνα δηλαδή. Κατά την αρχαιότητα είχαν και άλλες περιπτώσεις τελετουργιών για τη βλάστηση. Χρησιμοποιούσαν κλαδιά ελιάς, δάφνης, μυρτιάς και άλλα πράσινα φυτά, που συμβόλιζαν τη γονιμότητα και ονομάζονταν «ειρεσιώνη». Ηταν στολισμένα με μαλλί και είχαν κρεμασμένους καρπούς, φρέσκους και αποξηραμένους. Τα παιδιά πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, τραγουδώντας και ζητώντας δώρα, όπως αυγά, τρόφιμα και χρήματα.  Αυτά γίνονταν τον Σεπτέμβριο και η ειρεσιωνη κατέληγε στο σπίτι εκείνου που την κρατούσε, οπότε και έμενε να στολίζει την πόρτα για ένα έτος.

Η Εκκλησία αρχικά απέρριψε τα κάλαντα ως ειδωλολατρικά, αλλά σταδιακά τα ενσωμάτωσε, συνδέοντάς τα, όπως είπαμε, με τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα, με χριστιανικό περιεχόμενο. Το έθιμο είχε καταδικαστεί από τη ΣΤ Οικουμενική Σύνοδο το 680 μ.Χ. και οι συμμετέχοντες σε αυτό αποκαλούνταν “Μηναγύρτες”

Τα κάλαντα ξεκινούν κυρίως με χαιρετισμό, στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που αναμένεται και καταλήγουν σε ευχές. Χαρακτηριστική είναι η καθαρεύουσα γλώσσα στην οποία ψάλλονται, αποδεικνύοντας την άμεση σύνδεσή τους με τους Βυζαντινούς χρόνους και τις Καλένδες του Ιανουαρίου, που γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Πολλές φορές όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές, τότε τα παιδιά συνέχιζαν με πολύ δυνατή φωνή έξω από την οικία δίστιχα σκωπτικά, επαναλαμβανόμενα:
«Αφέντη μου στη κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες, άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν κι άλλες αυγά μαζώνουν!»

Στη Μικρά Ασία ψάλλονταν από τα παιδιά το βράδυ της παραμονής των μεγάλων εορτών του 12ήμερου. Στα μικρασιατικά παράλια, τα παιδιά έψαλαν τα κάλαντα κρατώντας στα χέρια τους τραμπούκες και βαποράκια. Κατασκεύαζαν και στόλιζαν πολύχρωμα καράβια  με φωτεινά φαναράκια και χάρτινα φουντάκια. Κάποιες φορές, αντί για βαπόρια κατασκεύαζαν εκκλησίες χάρτινες και φωτιζόμενες εσωτερικά, μικρά ομοιώματα της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως.

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ