Για τις 9 Μαρτίου 2026, στις 10:00 το πρωί, προσδιορίστηκε η πρώτη συνεδρίαση στη δίκη του φυλακισμένου δημάρχου Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι εισαγγελικές αρχές ζητούν ποινή κάθειρξης που μπορεί να φτάσει έως και τα 2.352 έτη, στο πλαίσιο υποθέσεων διαφθοράς που του αποδίδονται. Στην ίδια υπόθεση παραπέμπονται συνολικά 402 άτομα, από τα οποία 105 τελούν υπό προσωρινή κράτηση. Το δικαστήριο όρισε ότι η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει έως 4.600 ημέρες, δηλαδή σχεδόν 12,5 χρόνια.
Μετά τη σύλληψη του Ιμάμογλου στις 19 Μαρτίου, η Εισαγγελία συνέταξε ένα εκτενές κατηγορητήριο άνω των 3.700 σελίδων, στο οποίο ο δήμαρχος περιγράφεται ως «ιδρυτής και ηγέτης εγκληματικής οργάνωσης», ενώ ζητείται να δικαστεί για 142 διαφορετικές πράξεις.
Η δικογραφία, που περιλαμβάνει συνολικά 402 υπόπτους –μεταξύ των οποίων στενοί συνεργάτες, συγγενικά πρόσωπα και επιχειρηματίες που συνεργάζονταν με τον Μητροπολιτικό Δήμο– έγινε δεκτή από το 40ό Μεικτό Κακουργιοδικείο της Κωνσταντινούπολης. Με την ίδια απόφαση, το δικαστήριο έκρινε ότι όλοι οι προσωρινά κρατούμενοι παραμένουν σε προφυλάκιση.
Παράλληλα, ζητήθηκε να δημιουργηθεί ειδική αίθουσα ακροατηρίων στις φυλακές της Σηλυβρίας, όπου θα διεξαχθεί η πολύκροτη διαδικασία.
Το άρθρο Ιμάμογλου στο “Foreign Affairs”
Την ίδια ώρα, σε άρθρο που δημοσιεύεται στο περιοδικό “Foreign Affairs”, ο Εκρέμ Ιμάμογλου υποστηρίζει ότι η υπόθεσή του αποτελεί ένδειξη συρρίκνωσης της δημοκρατίας στην Τουρκία. Αναφέρει ότι από την ημέρα της εκλογής του, οι αρχές επιχειρούν «να τον εξουδετερώσουν» με νομικά μέσα, κορυφώνοντας τις πιέσεις με τη σύλληψή του και ένα κατηγορητήριο που τον παρουσιάζει ως «αρχηγό εγκληματικής οργάνωσης», βασισμένο –όπως τονίζει– σε κατασκευασμένες κατηγορίες και χωρίς διαφάνεια, αφού ούτε η υπεράσπισή του έχει πρόσβαση στο υλικό.
Κατά τον Ιμάμογλου, η υπόθεση δεν αφορά τη δικαιοσύνη αλλά την πολιτική επιβίωση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς ο ίδιος έχει κερδίσει επανειλημμένα τους εκλεκτούς υποψηφίους του προέδρου και αποτελεί υποψήφιο αντίπαλο για τις εκλογές του 2028. Υποστηρίζει ότι οι διώξεις στοχεύουν στον ασφυκτικό περιορισμό της αντιπολίτευσης και στη δημιουργία ενός πολιτικού περιβάλλοντος χωρίς πραγματικό ανταγωνισμό.
Παρά ταύτα, επισημαίνει ότι οι ειρηνικές μαζικές κινητοποιήσεις μετά τη σύλληψή του δείχνουν πως η τουρκική κοινωνία εξακολουθεί να διεκδικεί τίμια, ικανή και αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής σε δημοκρατία, κράτος δικαίου και συνεπή εξωτερική πολιτική.
Στο άρθρο του, ο Ιμάμογλου απορρίπτει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση επικαλείται «στρατηγική αυτονομία» και αντιπροτείνει την έννοια της «στρατηγικής ανθεκτικότητας», η οποία –όπως αναφέρει– βασίζεται σε εσωτερική νομιμοποίηση, λειτουργικούς θεσμούς και κράτος δικαίου. Υπογραμμίζει ότι κράτος που φιμώνει τους πολίτες του δεν μπορεί να είναι αξιόπιστο στη διεθνή σκηνή.
Ακόμη, μιλώντας εξ ονόματος του CHP, προτείνει σταθερή οικονομική διακυβέρνηση, ανεξάρτητη Κεντρική Τράπεζα, ενίσχυση της καινοτομίας, της πράσινης μετάβασης και της ψηφιακής οικονομίας, καθώς και συνεκτική τεχνολογική στρατηγική για την προστασία κρίσιμων υποδομών και δεδομένων.
Στην εξωτερική πολιτική, το κείμενό του στηλιτεύει την «αυτοσχεδιαστική» και προσωποκεντρική γραμμή της τελευταίας δεκαετίας, που συνέδεσε την εξωτερική πολιτική με την εσωτερική εδραίωση της εξουσίας. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αναφέρει την αγορά των ρωσικών S-400, την εργαλειοποίηση των αιτήσεων ένταξης Φινλανδίας και Σουηδίας στο ΝΑΤΟ ως διαπραγματευτικού μοχλού, τις απότομες αλλαγές πολιτικής απέναντι σε Αίγυπτο, Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ και την απομάκρυνση από τις μεταρρυθμίσεις που συνδέονταν με την ενταξιακή πορεία προς την ΕΕ. Αυτές οι επιλογές, κατά την ανάλυσή του, απομόνωσαν την Τουρκία από τους Ευρωπαίους εταίρους, επιβάρυναν τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, περιόρισαν την επιρροή της στα διεθνή fora και ενίσχυσαν τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία της μακροπρόθεσμα στο ΝΑΤΟ.
Όσον αφορά την Ευρώπη, ο Ιμάμογλου υποστηρίζει ότι η Τουρκία πρέπει να επαναπροσδιορίσει τη θέση της όχι μόνο στις δομές ασφάλειας της ηπείρου, αλλά και στα νομικά και οικονομικά της πλαίσια. «Πρέπει να δώσει προτεραιότητα σε μια εκσυγχρονισμένη τελωνειακή ένωση, σε απλούστερες και προβλέψιμες διαδικασίες βίζας, στην ενεργό συμμετοχή στις ψηφιακές και πράσινες ατζέντες της Ευρώπης και στην επιστροφή στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης», τη μεγαλύτερη πανευρωπαϊκή συμφωνία για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας, από την οποία η Τουρκία αποχώρησε το 2021» σημειώνει.
Τονίζει ακόμη: «Η Τουρκία πρέπει να συνεργαστεί εποικοδομητικά με την ΕΕ για την επίλυση μακροχρόνιων ζητημάτων στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης στο Κυπριακό, όπου οι μονομερείς ενέργειες τόσο της ελληνοκυπριακής όσο και της προηγούμενης “τουρκοκυπριακής διοίκησης” και η σκληρή ρητορική από την ελληνική πλευρά έχουν παγώσει τις συνομιλίες».
Το κείμενο τονίζει ότι η Ατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ) παραμένει η ραχοκοκαλιά της αποτροπής και της διαχείρισης κρίσεων για την Τουρκία, άρα απαιτείται αποκατάσταση εμπιστοσύνης στο ΝΑΤΟ και εξεύρεση λύσης για το ζήτημα των S-400, που προκάλεσε κυρώσεις και απομάκρυνση από το πρόγραμμα F-35. Για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, σημειώνει ότι η προσωπική χημεία με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ δεν αρκεί για σταθερή συνεργασία και ότι χρειάζεται θεσμοθετημένος διάλογος σε θέματα άμυνας, τεχνολογίας, τρομοκρατίας και ενεργειακής ασφάλειας, ώστε η σχέση να πάψει να εξαρτάται από συγκυριακές ισορροπίες.
Όσον αφορά τις σχέσεις με Ρωσία και Κίνα, το κείμενο δεν προτείνει ρήξη αλλά «διαφάνεια και θεσμικότητα», αποφεύγοντας προσωπικές συμφωνίες που γεννούν αδιαφανείς δεσμεύσεις και αυξάνουν την ευαλωτότητα της Τουρκίας σε πιέσεις.


