today-is-a-good-day
33 C
Athens

ΗΠΑ – Τουρκία: Τί λέει η νέα έκθεση του Κογκρέσου – Γράφει ο Δημήτρης Απόκης

Το πώς αντιμετωπίζει το Αμερικανικό Κογκρέσο και εν μέρει η αμερικανική κυβέρνηση, τις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Τουρκία, αντικατοπτρίζει η νέα επικαιροποιημένη έκθεση του Ερευνητικής Υπηρεσίας του Κογκρέσου. Η λογική που προκύπτει από την έκθεση, είναι ότι η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει την Τουρκία, «ως μεσαία δύναμη, μαζί με την Ινδία και τη Σαουδική Αραβία, σε ένα παγκόσμιο σύστημα με εντεινόμενο ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, αποδεχόμενη την τάση της, όπως τη χαρακτηρίζει η έκθεση, να αντισταθμίζει μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας». 

Του Δημήτρη Γ. Απόκη *

Η έκθεση της Ερευνητικής Υπηρεσίας του Κογκρέσου τονίζει ότι, «η υποστήριξη της Τουρκίας για την άμυνα της Ουκρανίας και η προσέγγιση με την Ελλάδα και ορισμένα αραβικά κράτη έχουν βελτιώσει κάπως τις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας. Ένα σημαντικό σημάδι αυτής της βελτίωσης ήρθε τον Ιανουάριο του 2024, όταν η κυβέρνηση ενημέρωσε επίσημα το Κογκρέσο για πιθανή πώληση αεροσκαφών F-16 από τις ΗΠΑ στην Τουρκία».

Ορισμένες συνεχιζόμενες διαφωνίες ΗΠΑ-Τουρκίας, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, πηγάζουν από τις διαφορές στις αντίστοιχες πολιτικές των χωρών στη Συρία και από την προμήθεια από την Τουρκία το 2019 ενός ρωσικού συστήματος άμυνας-αέρος S-400. Ωστόσο, η έκθεση αναφέρει ότι Αμερικανοί και Τούρκοι αξιωματούχοι, τονίζουν τη σημασία της διμερούς σχέσης σε διάφορα θέματα εξωτερικής πολιτικής και τη σημασία της παρουσίας της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ.

Σύμφωνα με την έκθεση, η μελλοντική πορεία της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας θα μπορούσε να εξαρτηθεί εν μέρει από το βαθμό στον οποίο οι Τούρκοι ηγέτες αισθάνονται είτε ενισχυμένοι είτε περιορισμένοι από τους παραδοσιακούς δεσμούς ασφάλειας και οικονομίας με τις δυτικές δυνάμεις και πώς αυτές οι αντιλήψεις οδηγούν την προσέγγιση της Τουρκίας στις παγκόσμιες σχέσεις της.

Η έκθεση αναγνωρίζει, ότι η δράση του Κογκρέσου και της εκτελεστικής εξουσίας σχετικά με την Τουρκία και τις γειτονικές της χώρες θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στους διμερείς δεσμούς και τις πολιτικοστρατιωτικές επιλογές των ΗΠΑ στην περιοχή.

Αν και η έκθεση αναφέρει, ότι οι πρωτοβουλίες του Κογκρέσου την τελευταία δεκαετία περιελάμβαναν όρους, για ορισμένες πωλήσεις όπλων των ΗΠΑ στην Τουρκία, καθώς και υποστήριξη για ορισμένες κυρώσεις κατά της Τουρκίας, τονίζεται ότι «η εγγύτητα της Τουρκίας σε συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την Ευρασία έχει καταστήσει τη συνεχιζόμενη διαθεσιμότητα του εδάφους της πολύτιμη για τους συμμάχους της».

Το ζήτημα των πωλήσεων μαχητικών αεροσκαφών και άλλων όπλων από τις ΗΠΑ στην Τουρκία, όπως αναφέρει η έκθεση, ήταν ιδιαίτερα εμφανές στην εμπλοκή του εκτελεστικού νομοθετικού κλάδου από την απόκτηση των S-400 από την Τουρκία το 2019 και την επακόλουθη απομάκρυνση από το πρόγραμμα F-35.

Η έκθεση χαρακτηρίζει την πώληση, «40 νέων αεροσκαφών F-16 ύψους 23 δισεκατομμυρίων δολαρίων, 79 πακέτων εκσυγχρονισμού για υπάρχοντα F-16 και συναφών πυρομαχικών, ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός για την αμυντική συνεργασία ΗΠΑ-Τουρκίας». 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σημείο της έκθεσης όπου γίνεται αναφορά, στα μαχητικά αεροσκάφη F-16 και F-35, και σημειώνεται, ότι μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, η στρατηγική σημασία της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ, εν μέσω μιας εξελισσόμενης ευρωπαϊκής κρίσης ασφάλειας, μπορεί να συνέβαλε στην απόφαση της κυβέρνησης να προωθήσει τη συναλλαγή F-16.

Τονίζεται ότι η Τουρκία, χρησιμοποιεί F-16 σε αποστολές του ΝΑΤΟ που εδρεύουν στις περιοχές της Βαλτικής και της Μεσογείου, και επισημαίνεται ότι, «η προώθηση της πώλησης των F-16 έχει προκαλέσει κάποια ανανεωμένη προσοχή στις διμερείς σχέσεις στο ζήτημα της πιθανής απόκτησης F-35 από την Τουρκία».  Σύμφωνα με την έκθεση, «Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν προτείνει ότι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην Τουρκία το 2020 για την απόκτηση των S-400 θα μπορούσαν να εξαφανιστούν και η “συζήτηση” των F-35 μπορεί να συνεχιστεί εάν οι Αμερικανοί και οι Τούρκοι αξιωματούχοι αντιμετωπίσουν σωστά το ζήτημα των S-400. Ενώ οι Τούρκοι αξιωματούχοι φέρεται να έχουν τοποθετήσει τους S-400 σε μια εγκατάσταση αποθήκευσης αντί να το ενεργοποιήσουν και να διακινδυνεύσουν πρόσθετα αντίποινα από τις ΗΠΑ, έχουν επίσης εκφράσει την απροθυμία τους να το εγκαταλείψουν».

Ιδιαίτερο επίσης ενδιαφέρον, παρουσιάζει το σημείο της έκθεσης, που αναφέρεται στις εντάσεις ανάμεσα στην Τουρκία και άλλα μέλη του ΝΑΤΟ, και τη συζήτηση που έχει προκαλέσει εντός του ΝΑΤΟ. Όπως σημειώνεται, «οι εντάσεις μεταξύ της Τουρκίας και άλλων μελών του ΝΑΤΟ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2020 πυροδότησαν εσωτερικές συζητήσεις ΗΠΑ/ΝΑΤΟ σχετικά με τη συνεχιζόμενη χρήση τουρκικών βάσεων. Ορισμένες αναφορές υποδηλώνουν ότι η εκτεταμένη ή δυνητικά διευρυμένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ σε μέρη όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ιορδανία μπορεί να συνδέεται με ανησυχίες για την Τουρκία».

Όσο αφορά τις τουρκικές πολιτικές σε ορισμένα άλλα βασικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής που έχουν σημασία για τις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, η έκθεση, παρουσιάζει ενδιαφέρουσες απόψεις έτσι ώστε να διαγνώσει κανείς το γιατί κινείται με τον τρόπο που κινείται η Ουάσιγκτον, απέναντι στην Τουρκία του Ερντογάν, και τις πιθανές εξελίξεις στις σχέσεις των δυο χωρών στο μέλλον.

Στο κρίσιμο θέμα της Ρωσίας και τον πόλεμο στην Ουκρανία, επισημαίνεται ότι, ενώ οι οικονομικοί και ενεργειακοί δεσμοί της Τουρκίας με τη Ρωσία παραμένουν αιτία ανησυχίας των ΗΠΑ, τονίζεται ότι, «η υποστήριξή της στην άμυνα της Ουκρανίας μετά την εισβολή της Ρωσίας το 2022, ο περιορισμός της ρωσικής ναυτικής πρόσβασης προς και από τη Μαύρη Θάλασσα και η ανάδειξή της ως μεσολαβητή κατά τη διάρκεια του πολέμου έχει αναμφισβήτητα αυξήσει τη σημασία της Τουρκίας για την πολιτική των ΗΠΑ».

Στο επίσης κρίσιμο θέμα της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, αναφέρεται ότι μετά τη σφαγή 1200 αμάχων Ισραηλινών, από τους τρομοκράτες της Χαμάς, στις 7 Οκτωβρίου2023, οι διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ έχουν τεθεί υπό πίεση. Σημειώνεται ότι, η Τουρκία επέβαλε ορισμένους περιορισμούς στις εξαγωγές προς το Ισραήλ τον Απρίλιο του 2024 και ανακοίνωσε τον τερματισμό όλων των εμπορικών συναλλαγών με το Ισραήλ τον Μάιο. Επιπλέον, η Τουρκία συνέχισε να παρέχει πολιτική υποστήριξη στη Χαμάς και αξιωματούχοι των ΗΠΑ έχουν επιβάλει κυρώσεις σε ορισμένους φερόμενους πράκτορες της Χαμάς ή πηγές χρηματοδότησης στην Τουρκία.

Όσο αφορά τις εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία, η έκθεση, σημειώνει ότι, «πολλοί παρατηρητές εκφράζουν ανησυχίες για την σε μεγάλο βαθμό αυταρχική διακυβέρνηση του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος ηγείται της Τουρκίας από το 2003 και εδραίωσε τον έλεγχό του με την πάροδο του χρόνου – συμπεριλαμβανομένης μιας αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος το 2016. Παρά τη σοβαρή εκλογική πρόκληση τον Μάιο του 2023 κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής κρίσης, ο Ερντογάν και το κόμμα του διατήρησαν την εξουσία, αν και η κυβέρνηση αντιμετωπίζει κατηγορίες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου. Με τον πληθωρισμό κοντά στο 70% παρά τα μέτρα του περασμένου έτους για την αντιμετώπισή του, το κόμμα του Ερντογάν έχασε στις τοπικές εκλογές του Μαρτίου 2024. Οι παρατηρητές εικάζουν για το πιθανό ενδιαφέρον και τις προοπτικές του Ερντογάν για άλλη μια προεδρική θητεία στις επόμενες εθνικές εκλογές, που έχουν προγραμματιστεί για το 2028».

Σε κάθε περίπτωση η έκθεση καθιστά ξεκάθαρο, ότι η γραφειοκρατία εξωτερικής πολιτικής στην αμερικανική πρωτεύουσα, παραμένει προσηλωμένη στη λογική, δεν πρέπει να χάσουμε την Τουρκία, και αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει, επιτέλους, να προβληματίσει την Ελλάδα, έτσι ώστε να διαμορφώσει μια ανάλογη εθνική στρατηγική, απέναντι στην αναθεωρητική Τουρκία του Ερντογάν, αλλά και έναντι των συμμάχων μας, κυρίως της Αμερικής.

*Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος, με ειδίκευση στην Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική, Γεωπολιτική και Διεθνή Οικονομία. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον. Είναι μέλος του The International Institute for Strategic Studies, του Λονδίνου. Ως Δημοσιογράφος, υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο Αμερικανικό Πεντάγωνο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ