today-is-a-good-day
21.6 C
Athens

Γιάννης Φέρτης: «Αν γυρνούσα το χρόνο πίσω πάλι το θέατρο θα επέλεγα»

Έναν Απρίλιο, πριν από 86 χρόνια, τον Απρίλιο του 1938 είδε το φως ο Γιάννης Φέρτης στην Αθήνα. Απρίλιο τον αποχαιρετούμε, με βαθιά λύπη- αν και πλήρης ημερών, ήταν πραγματικά αναντικατάστατος στις καρδιές. Ο σπουδαίος ηθοποιός ήταν και σπουδαίος άνθρωπος και αυτό τον έκανε ακόμα πιο αγαπητό.

 

“Ήμασταν τέσσερα αδέρφια. Τρία αγόρια στη σειρά και η τέταρτη κορίτσι” είχε αφηγηθεί σε συνέντευξή του στην Λίνα Ρόκου (Propaganda). “Μεγάλωσα σε ένα σπίτι τέρμα Ιπποκράτους πάνω από την Ασκληπιού, στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Λόγω γειτονιάς ήμουν πάντα Παναθηναϊκός. Ήταν κι άλλες εποχές, θυμάμαι ότι εκεί γύρω στα 13, μαζί με άλλα αγόρια της περιοχής, πήγαινα έξω από το γήπεδο κι έλεγα «Κύριε, θα με πάρετε μαζί σας;» γιατί αν περνούσες σαν παιδί κάποιου δεν πλήρωνες”

Της Αγγελικής Κώττη

Αποφοίτησε από τη σχολή Θεάτρου Τέχνης Κάρολου Κουν το 1958. Έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο το 1959 με το έργο «Η ηλικία της νύχτας» του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ακολούθησαν συνεργασίες  με τα μεγαλύτερα ονόματα του θεάτρου και κινηματογράφου και η ανάδειξη του ως πρωταγωνιστή. Στα πρώτα του βήματα έπαιξε με τη Μελίνα Μερκούρη στο «Γλυκό πουλί της νιότης», το οποίο επανέλαβαν αργότερα και του άρεσε περισσότερο το πρωταγωνιστικό ζεύγος (ο εαυτός του και η Μελίνα).

 

«Έπαιζα πόκα» είχε αφηγηθεί στην ίδια συνέντευξη. «Ποτέ με αγνώστους, πάντα με φίλους. Παίζαμε και στο Τέχνης, κρυφά από τον Κουν, γιατί θα μας σκότωνε αν μάθαινε ότι ξενυχτούσαμε παίζοντας ενώ είχαμε πρόβες ή παράσταση. Θυμάμαι μια φορά μετά την παράσταση πήγαμε με τους συναδέλφους να τσιμπήσουμε κάτι και γυρίσαμε μετά να παίξουμε και σταματήσαμε την επόμενη ημέρα, λίγο πριν την παράσταση. Ναι, δεν πήγαινα σε λέσχες αλλά γούσταρα να παίζω χαρτιά και κυρίως να πειράζω τους συμπαίκτες μου. Πολλές φορές πόνταρα κι ας έβλεπα ότι ο άλλος, κυρίως αυτός που εκνευριζόταν εύκολα, έχει δυνατότερο φύλλο μόνο και μόνο για να δω την αντίδρασή του εάν κέρδιζα. Χάναμε και κάποια λεφτά από τους μισθούς μας κι εγώ ήμουν κυρίως από τους χαμένους.»

Νυμφεύθηκε τρεις φορές, με την Ξένια Καλογεροπούλου, τη Μιμή Ντενίση και τη Μαρίνα Ψάλτη, με την οποία, όπως έλεγε, έσπασε το ρεκόρ συμβίωσης.

“Λένε ότι είμαι νόστιμος. Ποτέ δεν ένιωσα το αρσενικό που αρέσει σε πολλές, ο γκόμενος”  είχε πει ο ηθοποιός σε συνέντευξη του στον Βασίλη Νάτσιο “Ποτέ δεν έτρεχαν πίσω μου οι γυναίκες. Ίσως να μη με κυνηγούσαν επειδή ήμουν μαζεμένος και δειλός. Έτσι κι αλλιώς, δεν με απασχόλησε αυτό. Με ένοιαζε να είμαι καλός ηθοποιός και, εντάξει, να μη βγαίνω άσχημος. Δεν ένιωσα, όμως, την ανάγκη να επιβεβαιωθώ μέσα απ’ αυτό.”

Αγάπησε το θέατρο και το υπηρέτησε επί 65 χρόνια. Εκανε και κάποιες διαφημίσεις. «Στην αρχή ήμουν αρνητικός, δεν έκανα διαφημίσεις» έχει πει στη Λίνα Ρόκου. «Όμως κατάλαβα ότι χωρίς κόπο και με λίγο χρόνο θα μπορούσα να βγάλω λεφτά και να τα ρίχνω στα θέατρα, όπως κι έκανα. Χάρη στις διαφημίσεις και στα σήριαλ κατάφερα να πάρω πριν 20 χρόνια ένα διαμέρισμα, πράγμα που δε θα μπορούσα να κάνω χάρη στο θέατρο.»

Σε άλλη συνέντευξή του, στη Στέλλα Χαραμή, για το Monopoli, είπε: «‘Ο,τι μεγάλο μου συνέβη δεν το περίμενα. Εκείνο που μπορώ να πω είναι πως ήμουν τυχερός από τα πρώτα μου βήματα. Ήταν μεγάλο, ας πούμε, που μετά από ένα χρόνο φοίτησης στη σχολή, ο Κουν μάς πέρασε από επιτροπή με πρόεδρο τον Αλέξη Μινωτή – ήμασταν συμφοιτητές με τη Μάγια Λυμπεροπούλου και τη Λήδα Πρωτοψάλτη – ώστε να πάρουμε ειδική άδεια προκειμένου να παίξουμε στο θέατρο χωρίς να φοιτήσουμε άλλο. Κι ήταν, επίσης, μεγάλο πως αμέσως μετά ήρθε η συνάντηση με τη Μελίνα Μερκούρη στο “Γλυκό πουλί της νιότης”.

 

 

Tην επαφή μου με το θέατρο την οφείλω στο μεγαλύτερο αδελφό μου. Με πήρε μαζί του, στο “Κοτοπούλη” και είδαμε μια παράσταση με την Αννα Συνοδινού και το Ντίνο Ηλιόπουλο. Ήμουν, τότε, 14 χρονών. Εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ ώστε έκτοτε δεν άφηνα παράσταση για παράσταση. Πήγαινα μόνος μου στο Εθνικό και στο Τέχνης αλλά καθόμουν στον εξώστη για να πληρώνω χαμηλότερο εισιτήριο. Αγόραζα θεατρικά έργα – είχα αδυναμία στον Σαίξπηρ – και τα διάβαζα με μανία. Τα μεσημέρια ανέβαινα στο Λυκαβηττό και έκανα απαγγελίες. Δυο χρόνια αργότερα, είχα αποφασίσει οριστικά πως θα γίνω ηθοποιός. Δεν ξέρω, όμως, αν ήμουν πλασμένος γι’ αυτό.»

Δεν μετάνιωσε όμως ποτέ που διάλεξε την υποκριτική. «Αν γυρνούσα το χρόνο πίσω πάλι το θέατρο θα επέλεγα» είχε πει στην ίδια συνέντευξη. «Κι αν κάποτε είπα αυτό το περίφημο “τι ήθελα και μπλέχτηκα” ήταν μόνο σε στιγμές αγωνίας. Ξέρετε, δεν έχω πολλή σιγουριά για τον εαυτό μου. Θυμάμαι κάποτε, ενώ ήμουν στο θίασο του Σπύρου Ευαγγελάτου, ένιωσα τρομοκρατημένος λίγο πριν την πρεμιέρα μας στην Επίδαυρο. Μέχρι και σπυριά στο στόμα είχα βγάλει από το άγχος! Τότε, ναι, ήταν μια στιγμή που είπα από μέσα μου “τι ήθελα τώρα εγώ να παίξω στην Επίδαυρο!”. Μέχρι εκεί όμως. Για την ιστορία, τα πήγα καλά και το επόμενο καλοκαίρι πάλι εκεί επέστρεψα…»

Η αυτοπεποίθησή του δεν τονώθηκε ποτέ. Όπως εξομολογούνταν «πάντα έχω αμφιβολία και πάντα έχω τρακ. Τώρα μάλιστα που έχω μεγαλώσει έχω και την αγωνία του κειμένου γιατί ομολογουμένως δεν μαθαίνω το ίδιο εύκολα ένα ρόλο. Κι έτσι κλείνομαι στο σπίτι και διαβάζω χωρίς έλεος.»

 

 

Και η υστεροφημία του; Τον ρώτησε η δημοσιογράφος. Δεν τον ενδιαφέρει;
«Καθόλου. Θαύμαζα απεριόριστα τη Βάσω Μανωλίδου, μια σπουδαία ηθοποιό που δεν έκανε ποτέ τηλεόραση ή σινεμά, δεν την ήξερε κανείς παρά μόνο όσοι την είχαν δει στο θέατρο. Με φυσική συνέπεια τώρα κανείς να μην τη θυμάται. Αυτό σημαίνει πως ήταν λιγότερο άξια; Όχι.»

 

Στην παρατήρηση πως ωστόσο ο ίδιος απευθύνθηκε στο πλατύ κοινό, σημείωσε: «Το οποίο θα με ξεχάσει. Έτσι γίνεται συνήθως κι έτσι πρέπει να γίνεται. Ο,τι καλό χρειάζεται να ειπωθεί για μένα ας ειπωθεί τώρα που μπορώ να το ακούσω. Και τέλος πάντων ας μιλήσουν για τους νεότερους πια· είναι η σειρά τους.»

Η υπογράφουσα έζησε τον Γιάννη Φέρτη σε μια αποστολή στην Νότια Αφρική, μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη. Διάβαζε τα κείμενα από το «Αξιον Εστί» στη συναυλία. Εκτός από το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Ευγενής, διακριτικός, μένοντας πάντοτε στη σκιά και ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του Μίκη, τον οποίο, αν και σπουδαίος καλλιτέχνης ο ίδιος, αντιμετώπιζε με τεράστιο σεβασμό.

Ενας από εκείνους που πλουτίζουν τη ζωή μας. Φευγαλέα ανάμνηση η βαθιά συγκίνησή του στο Σοβέτο, από όπου είχε ξεκινήσει ο ξεσηκωμός, που ύστερα από πολλούς αγώνες και θυσίες, έφερε τον Νέλσονα Μαντέλα και τον λαό στην εξουσία.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ