Είχε ήδη μια σπουδαία καριέρα στην τότε Σοβιετική Ενωση, όταν αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα. Γεννημένη στα 1938, από γονείς Ταταρικής καταγωγής, η Σόνια Ιλίνσκαγια προτίμησε κάποιες δεκαετίες μετά την πατρίδα μας. Ετσι, η Ελλάδα απέκτησε μια μελετήτρια της λογοτεχνίας μας κορυφαίου μεγέθους, εις βάρος, ίσως, των Ρωσικών Γραμμάτων. Η μαγική αυτή γυναίκα, ο καλός άγγελος όλων, ο ποιητικός άνθρωπος που λες και τον είχαν πλάσει ποιητές με τους στίχους τους, ο άνθρωπος που δεν έπαυε να ονειρεύεται, να εργάζεται άοκνα και να στοχάζεται, πέρασε στην αιωνιότητα το Σάββατο. Η κηδεία της θα γίνει αύριο Τρίτη ώρα 11 στο Β νεκροταφείο της Αθήνας.
Η Σόνια Ιλίνσκαγια είχε γεννηθεί στη Μόσχα το 1938. Σπούδασε στο κλασικό τμήμα της Φιλολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λομονόσωφ με παράλληλη ειδίκευση στην νεοελληνική και τη ρωσική φιλολογία. Το 1971 υποστήριξε τη διατριβή της με τίτλο: Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα. Η μοίρα μιας γενιάς. Πρόκειται για μια μελέτη πολύ μεγάλης σημασίας, με την οποία ανατράφηκαν γενιές και γενιές φιλολόγων και νεοελληνιστών, όχι μονάχα από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Βιβλίο- ευαγγέλιο, φώτισε πολλές πτυχές των Ελλήνων ποιητών, όπως και τον τρόπο με τον οποίο είναι πρόσφορο να αντιμετωπίζεται η ποίηση.
Τακτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της ΕΣΣΔ, ασχολήθηκε με την κριτική και τη μετάφραση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα ρωσικά. Μετέφρασε Κάλβο, Καβάφη, Ρίτσο, Σεφέρη, Ελύτη, Βρεττάκο, Σινόπουλο, Λειβαδίτη, Κύρου, Αναγνωστάκη, Πατρίκιο, Σαχτούρη, Στεργιόπουλο, Ξενόπουλο, Τερζάκη και Αλεξανδρόπουλο. Χρημάτισε ερευνήτρια του Ινστιτούτου Σλαβικών και Βαλκανικών Μελετών της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ ως το 1983, οπότε εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα και δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Ηταν ομότιμη καθηγήτρια της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του εν λόγω Πανεπιστημίου.
Για την συμβολή της στις καβαφικές μελέτες τιμήθηκε από τη Ρωσική Ακαδημία Επιστημών με το Doctorat d’ Etat (2002). Το 2007 ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας της απένειμε το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής. Το ίδιο έτος τιμήθηκε με το βραβείο «Διδώ Σωτηρίου» της Εταιρείας Συγγραφέων. Το 2008 έλαβε διάσημα τιμής για τη συμβολή της στην προώθηση της φιλίας των λαών της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Το έργο της: Η μοίρα μιας γενιάς. Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης στην Ελλάδα (Μόσχα 1974, Αθήνα 1976), Κ.Π. Καβάφης. Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα. (Αθήνα 1983, Μόσχα 1984), Γιάννης Ρίτσος. Η ζωή και το έργο του (Μόσχα 1986), Μιχαήλ Λυκιαρδόπουλος. Ένας Έλληνας στο χώρο του ρωσικού συμβολισμού (Αθήνα 1989), Επισημάνσεις. Από την πορεία της ελληνικής ποίησης του 20ού αιώνα (Αθήνα 1992), Ο Κ.Π. Καβάφης και η ρωσική ποίηση του «αργυρού αιώνα» (Αθήνα 1995), Ρωσική Καβαφειάδα. (Επιλογή, εισαγωγή, μέρος μεταφράσεων, μονογραφία Κωνσταντίνος Καβάφης, κύκλος δοκιμίων Ο Κ.Π. Καβάφης και η ρωσική ποίηση του «αργυρού αιώνα») (Μόσχα 2000), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στον καθρέφτη της ρωσικής ποίησης (Επιλογή, εισαγωγή, επιμέλεια) (Αθήνα 2001), Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα τα ποιήματα. (Εισαγωγή, επιμέλεια) (Αθήνα 2003), Κ.Π. Καβάφης, Τα Πεζά. (Επιλογή, εισαγωγή, μέρος μεταφράσεων) (Μόσχα 2003), Ελληνορωσικά συναπαντήματα (Αθήνα 2004), Η ρωσική λογοτεχνία στην Ελλάδα. 19ος αιώνας (Αθήνα 2006).
Η αγάπη της για την Ελλάδα μεγάλωσε και με τον γάμο της με τον σπουδαίο συγγραφέα Μήτσο Αλεξανδρόπουλο. Παντρεύτηκαν το 1959, ενόσω εκείνος ήταν σε αναγκαστική υπερορία λόγω φρονημάτων και ήρθαν στην Ελλάδα το 1983, με την κόρη τους Ολγα. Μετά τον θάνατο εκείνου, η Σόνια Ιλίσνκαγια φρόντισε με ιδιαίτερη αγάπη το έργο του, με την ίδια αγάπη που πρόσφερε στον σύζυγό της, με τον οποίο αποτελούσαν ένα ιδιαίτερα αρμονικό ζευγάρι. Είχαν συναποφασίσει πως εκείνη θα ήταν η πρώτη αναγνώστρια και ακροάτριά του, αλλά ποτέ η κριτικός και μελετήτρια της δουλειάς του.
Η λογοτεχνία είναι βασική πηγή ηθικής παιδείας» έλεγε η ίδια σε μια συνέντευξή της προς τον Γιώργο Δουατζή για το bookpress (https://bookpress.gr/sinenteuxeis/ellines/4592-sonia-ilinskayia-douatzis)
«Μιλάει με γαλήνια απλότητα, μεστά και κυρίως λιτά σε νοήματα και λέξεις. Το πρόσωπο, οι εκφράσεις, οι κινήσεις της εκπέμπουν σπάνια γλυκύτητα και σιγουριά» σημείωνε ο Γιώργος Δουατζής στον πρόλογο, αναδεικνύοντας μερικά από τα πολύτιμα χαρακτηριστικά της.
Από την παιδική της ηλικία του είχε μιλήσει για τα χρόνια του Β Παγκοσμίου πολέμου, με τις μεγάλες στερήσεις και για τις ζεστές σχέσεις με τους γονείς της. Κάπου εκεί, ξεκίνησε η αγάπη της για τη λογοτεχνία:
«Όταν τα παιδικά σου χρόνια είναι δύσκολα και μεγαλώνεις μέσα στα βιβλία, αυτά σου συμπαραστέκονται, σου ανοίγουν τον νου και την καρδιά, σου αποκαλύπτουν άλλους κόσμους και ορίζοντες. Πιστεύω επίσης, ότι σε βοηθούν να διαμορφώσεις έναν δικό σου κώδικα τιμής, στην αρχή αφελή, στη συνέχεια σοβαρότερο.
Πώς δεν γράψατε δικά σας πράγματα;
Λόγω της βαθιάς μου σχέσης με τη λογοτεχνία, προέκυψε ότι αυτό που μπορώ να κάνω δεν ανταποκρίνεται στις δικές μου προσδοκίες και απαιτήσεις. Οι στίχοι που έγραφα έρχονταν και έφευγαν. Δεν είχα καμιά φιλοδοξία, καμία προσδοκία, απλώς κατέγραφα ευχάριστες ή θλιβερές στιγμές Ήταν μια χρήσιμη εμπειρία για τη μετέπειτα δουλειά μου, ιδιαίτερα τη μεταφραστική.»
Δευτεροετής φοιτήτρια κλασσικής φιλολογίας αποφάσισε εκτός προγράμματος να μάθω και τα νέα ελληνικά. Αργότερα, χάρη στον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο ανάμεσα στα πρώτα κείμενα που διάβασε ήταν τα δημοτικά τραγούδια και ο Καβάφης. Τον Καβάφη τον πρωτοσυνάντησε σε ένα διήγημα εκείνου.
Στην παρατήρηση πως συντέλεσε στη διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας στη Ρωσία, είχε πει: «Νομίζω ότι βοήθησα αρκετά. Σε μένα όλα ξεκινάνε από μια ανάγκη ψυχικής ικανοποίησης. Μεράκι, χαρά ικανοποίησης. Αυτά κυριαρχούν πρώτα. Άρχισα να ασχολούμαι με τη νεοελληνική λογοτεχνία αρχικά διότι με τραβούσε ως ενδιαφέρον και μετά ανακάλυψα ότι είναι έργο ζωής. Από κει και πέρα προγραμμάτισα τη δουλειά μου έτσι ώστε να προσφέρω.
Προσφορά ως καθήκον; Ως δικαιολογία ύπαρξης;
Δεν συνηθίζω να βάζω σε αυτό κάποιο φιλοσοφικό περιτύλιγμα. Πρώτα από όλα είναι η επιθυμία της ψυχής. Έπειτα, σε δεδομένες συνθήκες, αρχίζεις να παίζεις κάποιο ρόλο και αναλαμβάνεις τις ευθύνες του. Οι οποίες είναι να διαδώσεις την ελληνική λογοτεχνία, να κάνεις γνωστά στο ρωσικό κοινό τα επιτεύγματα της, τα μεγάλα αναστήματα που περιλαμβάνει. Και αυτό έκανα.»
Αγάπησε την ελληνική γλώσσα επειδή «Έχει ένα έντονο στίγμα της εθνικής ιδιοσυγκρασίας. Κάτι όμορφες λέξεις όπως “λεβεντιά”, “φιλότιμο”, “ανωτερότητα” που δύσκολα βρίσκουν το αντίστοιχό τους σε ξένες γλώσσες.»
Η συνύπαρξη με τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο τι της έδωσε;
«Πέρα από τον πολύτιμο εμπλουτισμό της γλώσσας, τη διείσδυση, από μέσα, στην πρόσφατη ιστορία του τόπου, στον ψυχισμό των ανθρώπων του. Διδάχθηκα πολλά ανεπαισθήτως».
«Πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι βασική πηγή ηθικής παιδείας» τόνισε σε άλλο σημείο. «Και μπορεί να γεννηθεί και να ζήσει και σε συνθήκες φρικτής ανελευθερίας όπως στη Ρωσία του 19ου αιώνα, όπου άνθισε η λογοτεχνία»/
Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρατε από τη ζωή στο πανεπιστήμιο ποιο ήταν; τη ρώτησε ο Γιώργος Δουατζής.
«Να επιμένω να είμαι ο εαυτός μου. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος βλέπει, κρίνει, αξιολογεί και προκύπτει ένας στόχος. Να μην υποκύψει. Να είναι συνεπής στο μοντέλο αξιών ζωής που δημιούργησε. Ξέρετε, οι παγίδες της καθημερινής ζωής είναι πολλές φορές αθέατες. Και το θέμα είναι να μπορείς να τις διακρίνεις και να μην πέσεις μέσα.»
Με αυτό το τελευταίο θα κλείσει το κείμενο, καθώς η υπογράφουσα έχει μια ιδιαίτερη ανάμνηση τι σήμαινε να είναι ο υπέροχος εαυτός της. Το 2009 η κυρία Σόνια έκανε μαθήματα στο Ιδρυμα Καίτης Λασκαρίδη, στον Πειραιά για τον Γιάννη Ρίτσο. Είχα την τεράστια τύχη μετάσχω κι εγώ σε ένα κομμάτι της διαδικασίας, παρουσιάζοντας τα βιογραφικά στοιχεία του ποιητή. Το ακροατήριο αποτελούσαν παιδιά γυμνασίου ή λυκείου.
Πριν μπει για πρώτη φορά στην αίθουσα, η κυρία Σόνια ενημέρωσε την διευθύντρια του Ιδρύματος, την δραστήρια Καλή Κυπαρίσση, πως το μάθημα που θα κάνει θα είναι όπως θα το έκανε και στο Πανεπιστήμιο. Δηλαδή, ακαδημαϊκού επιπέδου.
Γνωρίζοντας πόσο καλότροπη και μειλίχια ήταν, πόσο σοβαρή και πόσο αγαπούσε τα παιδιά, περιμέναμε με ανυπομονησία αλλά και με μικρή αγωνία το αποτέλεσμα. Ηταν θριαμβευτικό, βεβαίως, διότι τα παιδιά πάντοτε κατανοούσαν το μέγεθος και το επίπεδο που τους πρόσφερε, παρακολουθούσαν με αμείωτο ενδιαφέρον και στο τέλος έθεταν διαρκώς ερωτήσεις για να τους πει και άλλα.
Αξέχαστη κυρία Σόνια, θα λείψετε και από εμάς και από τη λογοτεχνία μας, πάρα πολύ.
Πληροφορούμενη τον θάνατο της Σόνιας Ιλίνσκαγια η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Η Σόνια Ιλίνσκαγια, που “έφυγε” στις 19 Ιανουαρίου, είναι απώλεια για τα ελληνικά γράμματα. Ασχολήθηκε με τη νεοελληνική λογοτεχνία, ενώ η διδακτορική της διατριβή αφορούσε στη μεταπολεμική ελληνική ποίηση. Χάρη στη Σόνια, οι Ρώσοι γνωρίζουν τη νεότερη ελληνική γραμματεία, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Ελύτη και τη μεταπολεμική γενιά των Νεοελλήνων ποιητών. Το 1983, εξελέγη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, φέρνοντας σε επαφή το ελληνικό βιβλιοφιλικό κοινό με τη ρωσική παραγωγή του 19ου αιώνα αλλά και τους Ρώσους ποιητές που ύμνησαν την Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Τελευταία της συνεισφορά, η μετάφραση του συνόλου του ποιητικού έργου του Καβάφη στα ρωσικά. Η Σόνια Ιλίνσκαγια εργάστηκε με πάθος και αφοσίωση για την Ελλάδα που τόσο αγάπησε.
Την αποχαιρετώ με σεβασμό.»
Αγγελική Κώττη



