Νικόλαος Φαραντούρης στο ThePresident: Πολύ λίγα, πολύ αργά

Αυστηρή κριτική ασκεί στην κυβέρνηση ο καθηγητής της Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και σύμβουλος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νικόλαος Φαραντούρης, με αιχμή τα μέτρα στήριξης που ανακοινώθηκαν για την αντιμετώπιση της  ενεργειακής κρίσης «τον Σεπτέμβριο η θέση του Πρωθυπουργού ήταν ότι “το φαινόμενο είναι προσωρινό”», οι αγορές λειτουργούν καλώς και ουδέν μέτρο ρυθμιστικό χρειάζεται, παρ’ ότι προ εβδομάδων τόσο η Επιτροπή Ανταγωνισμού όσο και η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας αναφέρθηκαν σε ενδεχόμενες δυσλειτουργίες της αγοράς και στην ανάγκη παρεμβάσεων και ελέγχων «τονίζει στην εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη για τα θέματα της ενέργειας που παραχωρεί στο «ThePresident».

Ερωτηθείς σχετικά με την απολιγνιτοποίηση της χώρας ο κ. Φαραντούρης τονίζει: «Η απολιγνιτοποίηση είναι επιβεβλημένη και πρέπει να γίνει, αλλά ο ρυθμός απεξάρτησης από τον λιγνίτη πρέπει να λαμβάνει υπόψη α) την ασφάλεια εφοδιασμού και β) την επάρκεια σε προσφορά ηλεκτρικού ρεύματος. Ναι στα γενναία μέτρα, όχι στα πυροτεχνήματα». Ενώ για τα «σύννεφα» πολέμου στα σύνορα της Ουκρανίας υπογραμμίζει: «η ενέργεια βρίσκεται στον πυρήνα κάθε γεωπολιτικής έντασης διαχρονικά. Η ενέργεια πυροδοτεί εντάσεις και οι εντάσεις πυροδοτούν υψηλές τιμές. Και προφανώς η ψυχροπολεμική κατάσταση στα Ρωσο-Ουκρανικά σύνορα επιτείνει την ανασφάλεια και την κρίση στην Ευρώπη που παραμένει το θέατρο των εξελίξεων».

Ο σύμβουλος του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, Αλέξη Τσίπρα τοποθετείται και για την αμυντική θωράκιση της χώρας ζητώντας πάντως οι εξοπλισμοί να μην γίνονται αντικείμενο φθηνής κομματικής προπαγάνδας «επιβάλλεται να γίνονται με διαφάνεια, ολοκληρωμένο σχεδιασμό, αναλογικότητα και σεβασμό στις θυσίες του ελληνικού λαού εν μέσω κοινωνικής και οικονομικής κρίσης» το μήνυμα του κ. Φαραντούρη ο οποίος συμπληρώνει «προφανώς ενισχύουν την αποτρεπτική ισχύ μίας χώρας, χρειάζονται όμως πολύ περισσότερα για την προώθηση των διπλωματικών μας θέσεων διεθνώς, την κατοχύρωση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και την επίλυση των διαφορών μας με την Τουρκία στη βάση του διεθνούς δικαίου».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του καθηγητού της Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και συμβούλου του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νικόλαου Φαραντούρη, στο «ThePresident» και στην Αγγελική Λάζου

Κύριε Φαραντούρη, μια ακόμα κρίση με παγκόσμιες διαστάσεις. Πρόκειται για μια αναμενόμενη ενεργειακή εξέλιξη ή για μια τεχνητή κρίση;

Συμφωνώ μαζί σας ότι οι παράγοντες που πυροδοτούν την ενεργειακή κρίση είναι καταρχήν εξωγενείς. Στην Ελλάδα ωστόσο αντιμετωπίζουμε πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις και προβλήματα στη λειτουργία της αγοράς σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, παρά τις έγκαιρες προειδοποιήσεις μας ήδη από το καλοκαίρι.

Ας δούμε όμως καταρχήν τους εξωγενείς παράγοντες. Η αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας λόγω της πανδημίας επέφερε μεγάλες διαταραχές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Μετά την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και την αύξηση της ζήτησης οδήγησαν σε αύξηση των τιμών και σε ελλείψεις προϊόντων αφού η προσφορά αδυνατούσε να ανταποκριθεί. Προϊόντα δεν μπορούσαν να παραχθούν αφού μονάδες παραγωγής είχαν παύσει ή περιορίσει τη λειτουργία τους, ούτε μπορούσαν να μεταφερθούν αφού δεν λειτουργούσαν οι μεταφορικές αλυσίδες. Η ανάκαμψη της ζήτησης με την επαναλειτουργία των οικονομιών, οδήγησαν σε αύξηση των τιμών ακόμα και σε έλλειψη διαθεσιμότητας προϊόντων.

Εξάλλου, ένας από τους κύριους δομικούς παράγοντες αύξησης των τιμών σε παγκόσμια κλίμακα είναι η ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στον τομέα της ενέργειας. Μετά το πέρας των lockdown στις περισσότερες χώρες, η ζήτηση για ενέργεια (που είχε προσωρινά υποχωρήσει) επανάκαμψε, με την προσφορά να μην μπορεί να ανταποκριθεί. Παράλληλα, οι εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από άνθρακα μειώνονται συνεχώς με ρυθμό μεγαλύτερο από τον ρυθμό αντικατάστασής τους από ΑΠΕ. Επομένως, οι τιμές αυξάνονται ιδίως στο φυσικό αέριο που εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Συνηθίζουμε στη χώρα μας να αντιμετωπίζουμε τα ζητήματα ενδοσκοπικά και σε κάθε ευκαιρία να παρακολουθούμε μια αψιμαχία ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις. Θα ήθελα το σχόλιο σας στα μέτρα στήριξης που ανακοίνωσε η κυβέρνηση και στην επίθεση που εξαπολύει η αξιωματική αντιπολίτευση.

Θέλω να είμαι ξεκάθαρος για τα μέτρα της Κυβέρνησης: Πολύ λίγα, πολύ αργά. Και εξηγούμαι.

Η ενεργειακή κρίση ξεκίνησε πέρυσι ως παγκόσμια, έφερε ωστόσο σύντομα στην επιφάνεια τις εσωτερικές παθογένειες στη χώρα μας: Τις ακριβότερες τιμές χονδρικής ρεύματος στην Ε.Ε., με το μέσο κόστος της μεγαβατώρας στην προ-ημερήσια αγορά για το τελευταίο έτος στην Ελλάδα να είναι υψηλότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης, τις υψηλότερες τιμές εισαγωγής φυσικού αερίου σε σχέση με τις γειτονικές μας χώρες, τις υψηλότερες τιμές στις τηλεπικοινωνίες στην Ε.Ε. και τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις σε μια σειρά αγαθών και υπηρεσιών.

Ήδη από τον Σεπτέμβριο είχαν προταθεί συγκεκριμένα μέτρα και είχαν γίνει προειδοποιήσεις:

α) Για τις εμπορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ ΔΕΠΑ – Gazprom για τις τιμές φυσικού αερίου, βασικού καυσίμου για την ηλεκτροπαραγωγή και κρίσιμου παράγοντα για την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους. Οι προειδοποιήσεις δεν εισακούστηκαν και οι διαπραγματευτικές δολιχοδρομίες οδήγησαν σε αποτυχία. Παρά τις διάφορες ανακοινώσεις για εισαγωγές φυσικού αερίου στη χώρα μας «σε ανταγωνιστικές τιμές για την περιοχή μας», η αλήθεια είναι ότι αγοράζουμε το ρωσικό φυσικό αέριο 30% ακριβότερα συγκριτικά με τις τιμές φυσικού αερίου στη γειτονική Βουλγαρία (114,31 λέβα ή 68 ευρώ / Mwh), αφού, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία και αναλύσεις διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων (Reuters, Argus κ.λπ.), οι Βούλγαροι πέτυχαν πολύ πιο ισορροπημένη αναλογία σύνδεσης χρηματιστηριακών κόμβων / πετρελαίου στην τιμή αερίου αγωγού κατά τις διαπραγματεύσεις τους με την Gazprom σε σχέση με την ελληνική ΔΕΠΑ, με αποτέλεσμα η βουλγαρική αγορά και τα νοικοκυριά να απολαμβάνουν σήμερα χαμηλότερες και ασφαλώς πιο ανταγωνιστικές τιμές από τις αντίστοιχες ελληνικές.

β) Για την ανάγκη δέσμης μέτρων ενάντια στις ανατιμήσεις:

  • Δημοσιονομικών μέτρων (μείωση φόρων, ΦΠΑ, ΕΦΚ, ενίσχυση εισοδήματος και αύξηση κατώτατου μισθού)
  • Ρυθμιστικών (διεύρυνση κοινωνικού τιμολογίου, ρυθμιστικές παρεμβάσεις για την άρση στρεβλώσεων)
  • Ελεγκτικών (αυστηροί έλεγχοι για αθέμιτες πρακτικές, νόθευση του ανταγωνισμού, αισχροκέρδεια)
  • Τιμολογιακών (πρωτοβουλίες στη ΔΕΗ που «οδηγούν» τους υπόλοιπους παρόχους και την καταναλωτική συμπεριφορά).

Τον Σεπτέμβριο η θέση του Πρωθυπουργού ήταν ότι «το φαινόμενο είναι προσωρινό», οι αγορές λειτουργούν καλώς και ουδέν μέτρο ρυθμιστικό χρειάζεται, παρ’ ό,τι προ εβδομάδων τόσο η Επιτροπή Ανταγωνισμού όσο και η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας αναφέρθηκαν σε ενδεχόμενες δυσλειτουργίες της αγοράς και στην ανάγκη παρεμβάσεων και ελέγχων. Άλλες χώρες της ΕΕ προχώρησαν έγκαιρα σε γενναίες δημοσιονομικές και ρυθμικές πρωτοβουλίες και συνεχίζουν πάνω στα μέτρα που έχουν ήδη λάβει. Σήμερα η Κυβέρνηση ανακοινώνει μέτρα ψαλιδίζοντας κατά 20% την επιδότηση ρεύματος σε σχέση με το Δεκέμβριο. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση έχει απωλέσει δημοσιονομικά περιθώρια για άμεσα μέτρα μείωσης του βάρους από την ακρίβεια ιδίως σε ευάλωτες κατηγορίες πολιτών, καθώς έχει κατευθύνει μεγάλο μέρος φορολογικών και άλλων ελαφρύνσεων σε μερίσματα, ΕΝΦΙΑ, Φόρος κληρονομιάς, αλλά και επικοινωνιακή καμπάνια. Δεν συμφωνώ με αυτές τις προτεραιότητας τη συγκεκριμένη στιγμή.

Εκτιμάτε πως στη χώρα μας βρισκόμαστε σε ένα σημείο που μπορούμε να απορροφήσουμε ουσιαστικά τους κραδασμούς και να αναπτύξουμε ένα διαφορετικό μοντέλο ή θα μας παρασύρει η κρίση σε αδιέξοδα;

Θέτετε ένα ευρύτερο ζήτημα, τί είδους μοντέλο οργάνωσης της ενεργειακής αγοράς ταιριάζει στην Ελλάδα. Κι εδώ συγκρούονται βασικά δύο διαφορετικές προσεγγίσεις που ξεπηδάνε μέσα από την κρίση:

Η πρώτη, δίνει έμφαση αποκλειστικά σε μεγάλα έργα υποδομής και συρρίκνωση (ακόμη και εκ του αποτελέσματος), των μικρομεσαίων επιχειρήσεων χάριν της ανταγωνιστικότητας, στην αποκρατικοποίηση των ενεργειακών εταιρειών και την απορρύθμιση («η αγορά λειτουργεί μόνη της καλύτερα»).

Η εναλλακτική θεώρηση εστιάζεται στην αποτελεσματική ρύθμιση και εποπτεία της αγοράς, την στιβαρή παρουσία του δημοσίου σε κρίσιμες υποδομές και δίκτυα και τον συνολικό οικολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας με την κοινωνική συμμετοχή στην παραγωγή ενέργειας.

Υποστηρίζω ότι η δεύτερη αυτή προσέγγιση ταιριάζει στη χώρα μας και είναι αυτή που μπορεί να εγγυηθεί κοινωνική και περιφερειακή συνοχή, κοινωνική δικαιοσύνη και βιωσιμότητα. Το σχέδιο αυτό βασίζεται: α) στην κοινωνική αποδοχή και συμμετοχή, δηλαδή συμμετοχή άνευ κοινωνικών αποκλεισμών και στη διάχυση των οικονομικών οφελών στο σύνολο της κοινωνίας, και β) στην αναπτυξιακή λογική, ενίσχυση δηλαδή των εγχώριων κρίκων στην αλυσίδα παραγωγής αξίας, τεχνολογίας και απασχόλησης. Το μοντέλο αυτό δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά σε έργα μεγάλης κλίμακας ή σε μεγάλες επενδύσεις παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας. Αντιθέτως, το μοντέλο αυτό εδράζεται σε μια ισορροπία ανάμεσα στις αναγκαίες μεγάλες επενδύσεις και στην αυτοπαραγωγή και ιδιοκατανάλωση ενέργειας από τα ίδια τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, την αποκέντρωση της παραγωγής, την τοπικότητα και την ανάπτυξη ενεργειακών κοινοτήτων (π.χ. το 1/2 των αδειών ΑΠΕ να κατανέμεται δεσμευτικά και διακριτά σε ενεργειακές κοινότητες) με τη συνεργασία δήμων και άλλων φορέων.

Έχει γίνει πολύ συζήτηση για το λιγνίτη. Τελικά πρόκειται για ένα υλικό που οφείλουμε να εγκαταλείψουμε ή θα πρέπει να πάμε σε σταδιακή αποδέσμευση; 

Είχα προειδοποιήσει από το 2019 και επιβεβαιώνεται σήμερα ότι η Κυβέρνηση προχώρησε σε ανακοινώσεις για την απολιγνιτοποίηση τις οποίες αναγκάζεται ήδη σήμερα να πάρει πίσω. Η απολιγνιτοποίηση είναι επιβεβλημένη και πρέπει να γίνει, αλλά ο ρυθμός απεξάρτησης από τον λιγνίτη πρέπει να λαμβάνει υπόψη α) την ασφάλεια εφοδιασμού και β) την επάρκεια σε προσφορά ηλεκτρικού ρεύματος. Ναι στα γενναία μέτρα, όχι στα πυροτεχνήματα. Στην Επιτροπή Ενέργειας της Ακαδημίας Αθηνών είχαμε υποβάλει προτάσεις για την επόμενη μέρα. Πόσες απ’ αυτές έτυχαν σοβαρής επεξεργασίας;

Η ψυχροπολεμική κατάσταση στα σύνορα της Ουκρανίας μπορεί να οδηγήσει σε απάντηση στο πεδίο; Και τι συνέπειες θα προκαλέσει σε Ευρώπη και ΗΠΑ και Ελλάδα; 

Η ενέργεια βρίσκεται στον πυρήνα κάθε γεωπολιτικής έντασης διαχρονικά. Η ενέργεια πυροδοτεί εντάσεις και οι εντάσεις πυροδοτούν υψηλές τιμές. Και προφανώς η  ψυχροπολεμική κατάσταση στα Ρωσο-Ουκρανικά σύνορα επιτείνει την ανασφάλεια και την κρίση στην Ευρώπη που παραμένει το θέατρο των εξελίξεων. Εν μέσω αυτών των δεδομένων γίνεται ολοένα και πιο καθαρό – τόσο στην Ευρώπη, όσο και στη χώρα μας – ότι επιβάλλεται η όσο το δυνατόν ταχύτερη απεξάρτησή μας από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, η διαφοροποίηση του ενεργειακού μας μίγματος και η οργάνωση της ενεργειακής μας πολιτικής με βάση το τρίπτυχο:

α) Ενεργειακή ασφάλεια. Αδιατάραχτη ροή ενέργειας με απρόσκοπτο εφοδιασμό, με διασπορά ρίσκου και διαφοροποίηση, όχι μόνο των πηγών ή των οδεύσεων (εισαγωγών) ενέργειας, αλλά κυρίως του ενεργειακού μας μείγματος, με έμφαση στην εγχώρια παραγωγή και την σταδιακή απεξάρτηση.

β) Πράσινη Μετάβαση. Με στέρεα βήματα και προγραμματισμό. Χωρίς ολιγωρία αλλά και χωρίς πυροτεχνηματικές εξαγγελίες που ανατρέπονται από τη μία στιγμή στην άλλη. Οφείλουμε να προσαρμοστούμε, όχι μόνο μόνο διότι αυτό υπαγορεύουν οι ευρωπαϊκές ή διεθνείς νόρμες, αλλά για λόγους οικολογίας, προστασίας του περιβάλλοντος και της ίδιας της ζωής, τούτης και των επόμενων γενεών.

γ) Συμπεριληπτικότητα. Παντού. Και στην ενέργεια. Δεν νοείται επιτυχής ενεργειακή μετάβαση με ενεργειακή πενία. Δεν δικαιολογούνται αποκλεισμοί κοινωνικών ομάδων στην προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Η αξιοπρεπής δια-βίωση δεν σημαίνει σπατάλη. Και η ενεργειακή ασφάλεια δεν σημαίνει απλή (επιδοματικού χαρακτήρα) επι-βίωση.

Πως εκτιμάτε την κατάσταση με την Τουρκία; Μπορεί η αμυντική θωράκιση της Ελλάδας να αποτρέψει μια επιθετική στάση της γείτονος;  

Όσοι παρακολουθούμε τις διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις γύρω από τα ελληνοτουρκικά και τις εξελίξεις την Ανατολική Μεσόγειο, είμαστε τουλάχιστον σκεπτικοί τον τελευταίο καιρό. Διαπιστώνουμε μια αδυναμία διορατικότητας όσον αφορά ενδεχόμενες δυσμενείς εξελίξεις και, ταυτόχρονα, μια αδυναμία κεφαλαιοποίησης των ευνοϊκών συγκυριών και στα τρία πεδία διπλωματικών εξελίξεων: ευρωπαϊκό, περιφερειακό, αμερικανικό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόσφατό έγγραφο του αμερικανικού ΥΠΕΞ που απεστάλη σε Αθήνα, Λευκωσία και Τελ Αβίβ, με το οποίο αίρεται η στήριξη των ΗΠΑ στον υποθαλάσσιο αγωγό East Med που σχεδιάστηκε να μεταφέρει τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου στην Ευρώπη διά μέσου της Ελλάδος. Το έγγραφο χαρακτηρίζει το έργο «πεδίο έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο» υιοθετώντας ουσιαστικά τη θέση της Τουρκίας. Η εξέλιξη έρχεται πριν ακόμη καλά-καλά στεγνώσει το μελάνι της πρόσφατης αναθεώρησης και επ’ αόριστον ανανέωσης της Ελληνο-αμερικανικής αμυντικής Συμφωνίας. Πρόσφατα μάλιστα o σύμβουλος Ενέργειας του Υπουργείου Εξωτερικών ΗΠΑ, Amos Hochstein, μιλώντας σε διαδικτυακή συνάντηση αποκάλυψε ότι «υπήρχε ενημέρωση της κυβέρνησης ένα μήνα πριν διαρρεύσει το έγγραφο». Ανεξάρτητα από την δυνατότητα ή σκοπιμότητα υλοποίησης ενός έργου όπως ο East Med, η αποστολή ενός τέτοιου εγγράφου σε τρεις πρωτεύουσες και η γραπτή αποτύπωση τέτοιων αξιολογικών κρίσεων σε αυτή τη συγκυρία θα έπρεπε και θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Δεν επιδιώξαμε να συμφωνήσουμε σε μία συγκροτημένη εθνική στρατηγική για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Και δεν επιδιώξαμε συγκεκριμένα ανταλλάγματα για μια τέτοια ματαίωση (π.χ. αμερικανική πίεση στην Τουρκία για συνυποσχετικό για τη Χάγη για υφαλοκρηπίδα – ΑΟΖ, άρση του casus belli, ευρωπαϊκές εγγυήσεις και ανταλλάγματα στο πλαίσιο μιας συνδιάσκεψης για την Ανατολική Μεσόγειο, αμερικανικές εγγυήσεις για τη συμμετοχή της Τουρκίας στο Φόρουμ του Καϊρου για το φυσικό αέριο κ.λπ.).

Ως προς τους εξοπλισμούς: Οι εξοπλισμοί δεν μπορούν να γίνονται αντικείμενο φθηνής κομματικής προπαγάνδας και επιβάλλεται να γίνονται με διαφάνεια, ολοκληρωμένο σχεδιασμό, αναλογικότητα και σεβασμό στις θυσίες του ελληνικού λαού εν μέσω κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Προφανώς ενισχύουν την αποτρεπτική ισχύ μίας χώρας, χρειάζονται όμως πολύ περισσότερα για την προώθηση των διπλωματικών μας θέσεων διεθνώς, την κατοχύρωση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και την επίλυση των διαφορών μας με την Τουρκία στη βάση του διεθνούς δικαίου. Χρειάζεται διορατικότητα και επάνοδος σε μια ενεργητική προνοητική διπλωματία, αντί της αποσπασματικής-πυροσβεστικής απόπειρας αντιμετώπισης των θεμάτων οσάκις ανακύπτουν.

* Ο κ. Νικόλαος Φαραντούρης, είναι  Καθηγητής της Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και σύμβουλος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Έχει διατελέσει νομικός σύμβουλος και μέλος ΔΣ σε ενεργειακές εταιρείες σε Ευρώπη και Αμερική, διευθυντής νομικών υπηρεσιών στη ΔΕΠΑ (2009-2019) αλλά και Πρόεδρος της Νομικής Επιτροπής του EUROGAS, της ένωσης εταιρειών φυσικού αερίου στις Βρυξέλλες.