Γ.Οικονόμου: Oι αυριανές ανακοινώσεις από τον πρωθυπουργό θα έχουν άμεσο αποτύπωμα και αντανάκλαση στα νοικοκυριά

ΑΠΕ/ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ

“Περιμένουμε πολύ ουσιαστικές ανακοινώσεις από τον Πρωθυπουργό αύριο στη Βουλή που θα έχουν άμεσο αποτύπωμα και αντανάκλαση στα νοικοκυριά, στους ανθρώπους”, δήλωσε ο Γιάννης Οικονόμου σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό “ΣΚΑΪ 100,3” για τα μέτρα ανακούφισης από τις ανατιμήσεις στην ενέργεια.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανέφερε ότι οι ανατιμήσεις είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο και πως αυτό που ενδιαφέρει τον κόσμο είναι ότι έχει ανατρέψει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

“Από την πρώτη στιγμή πήραμε μέτρα και στηρίξαμε στην κατεύθυνση αυτή. Είναι δυναμικό το φαινόμενο. Συνεχίζουμε προς την κατεύθυνση αυτή, για να έχει όσο το δυνατόν μικρότερο αποτύπωμα”, συμπλήρωσε.

Για τη μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα ο κ. Οικονόμου δήλωσε πως δεν υπάρχει ούτε θέμα μομφής, ούτε θέμα αντιπαράθεσης με τους δύο επιστήμονες, αλλά ούτε και με κανέναν από την επιστημονική κοινότητα.

“‘Αλλωστε ο κ. Τσιόδρας ήταν και παραμένει στενός συνεργάτης του Πρωθυπουργού και επικεφαλής όλης αυτής της επιστημονικής ομάδας που έχει συνδράμει παρά πολύ την προσπάθεια της Κυβέρνησης για την καταπολέμηση της πανδημίας. Δουλειά της Κυβέρνησης δεν είναι να τσακώνεται με τους επιστήμονες, ούτε να χρησιμοποιεί τις μελέτες για να κάνει προπαγάνδα. Δουλειά της είναι να αξιοποιεί τα επιστημονικά στοιχεία και να συνεχίζει αυτή την πολύ μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να περιορίσουμε τη διασπορά, να κρατήσουμε την κοινωνία ανοιχτή και την οικονομία σε λειτουργία και να στηρίζουμε συνεχώς το Σύστημα Υγείας για να αντέχει την πίεση”, ανέφερε.

Είπε επίσης ότι η αναδεικνύει πράγματα που ούτε πρώτη φορά τα βλέπουμε, αλλά και που και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός σε δημόσιες τοποθετήσεις του έχει αναγνωρίσει.

“Ο Πρωθυπουργός ποτέ δεν υποστήριξε ότι η ποιότητα των υπηρεσιών της περίθαλψης μέσα στις Μ.Ε.Θ. είναι ίδια με την περίθαλψη που γίνεται έξω από τις Μ.Ε.Θ.. Όταν διασωληνώνεται κόσμος εκτός Μ.Ε.Θ. γίνεται από ανάγκη, γίνεται επειδή δεν υπάρχει εκείνη την ώρα διαθέσιμο κρεβάτι και καταβάλλεται κάθε προσπάθεια να έχει την καλύτερη δυνατή περίθαλψη. Προφανώς, μέσα στις Μ.Ε.Θ. είναι καλύτερα τα πράγματα”, συμπλήρωσε.

Ο κ. Οικονόμου δήλωσε επίσης ότι “όντως δεν ήταν σε γνώση του Πρωθυπουργού η μελέτη” και πως όποια επιστημονικά και τεκμηριωμένα στοιχεία έρχονται στο φως και μπορούν να οδηγήσουν σε συμπεράσματα, αξιολογούνται και συνυπολογίζονται.

“Αυτό, όμως, δεν αλλάζει πουθενά τη μεγάλη και ουσιαστική εικόνα. Και δεν κολλάει με το συμπέρασμα που επιχειρούν ορισμένοι να βγάλουν. Το ζήτημα είναι ότι με λιγότερη πίεση στις Μ.Ε.Θ., με λιγότερες διασωληνώσεις, θα έχουμε λιγότερες απώλειες. Κανένα Σύστημα Υγείας στον κόσμο δεν μπορεί να ανταπεξέλθει πλήρως σε μια πίεση σαν αυτή”, πρόσθεσε.

Παράλληλα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι τόνισε πως η κυβέρνηση στις συνθήκες πίεσης εν μέσω πανδημίας υπερδιπλασίασε των αριθμό των κλινών ΜΕΘ, ενίσχυσε τα νοσοκομεία, έγινε αναδιάταξη του προσωπικού, φτιάχτηκαν νοσοκομεία μόνο για COVID και τέθηκαν όλες οι υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα στη διάθεση του Ε.Σ.Υ..

“Προφανώς, υπάρχει μια πολιτική ανασχεδιασμού και ανασυγκρότησης του Ε.Σ.Υ. με έμφαση στην Περιφέρεια, που εκεί πραγματικά υπάρχει μεγαλύτερο πρόβλημα. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έχει δημόσια τοποθετηθεί. Έχει προβλεφθεί η χρηματοδότησή του και από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και από το Ταμείο Ανάκαμψης, έτσι ώστε να φτάσουμε στο επίπεδο που θέλουμε και να αντιμετωπίσουμε τις ανισότητες μεταξύ Περιφέρειας και κέντρου που είναι υπαρκτές”, σημείωσε ενώ επισήμανε πως όσο μεγαλύτερη ήταν η πίεση στο Ε.Σ.Υ., τόσο μεγαλύτερος ήταν ο κίνδυνος -που δυστυχώς επιβεβαιώθηκε- να έχουμε αυξημένες απώλειες ανθρώπων.

“Και αυτό το είχαμε επισημάνει από την πρώτη στιγμή. Είχαμε πει ότι ο ασφαλέστερος τρόπος είναι να προστατεύσουμε τον κόσμο να μην νοσήσει βαριά και να μην κινδυνεύσει να διασωληνωθεί, είναι η αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης. Και προς την κατεύθυνση αυτή, κάναμε μια σειρά από πράγματα και στη διάσταση της πειθούς και στη διάσταση της διευκόλυνσης και στη διάσταση γενναίων και δύσκολων αποφάσεων σε ό,τι αφορά στην υποχρεωτικότητα”, συμπλήρωσε.