Ευρωβουλή: Ερώτηση ΚΚΕ για τα “εργατικά ατυχήματα – εργοδοτικά εγκλήματα”

ΑΠΕ

Την «αντεργατική πολιτική ΕΕ-κυβερνήσεων, που έχει ως συνέπεια την αύξηση των «εργατικών ατυχημάτων»-εργοδοτικών εγκλημάτων και τη μη διεξαγωγή ελέγχων για μέτρα προστασίας των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς», καταγγέλλει, σύμφωνα με σχετική ενημέρωση, η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ με ερώτηση που υπέβαλαν προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή οι ευρωβουλευτές του Κόμματος, Κώστας Παπαδάκης και Λευτέρης Νικολάου-Αλαβάνος.

 

«Ο νεκρός εργάτης στο σταθμό εμπορευματοκιβωτίων της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά που έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της εργασίας του έρχεται να προστεθεί στους τουλάχιστον 17 εργαζομένους που έχουν χάσει τη ζωή τους από την αρχή του έτους, δηλαδή σχεδόν δύο εργαζόμενοι το μήνα. Σύμφωνα με τις εκθέσεις του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) από την έναρξη της λειτουργίας του το 1999 μέχρι το 2017, σημειώθηκαν πάνω από 107.000 «ατυχήματα» που στοίχισαν τη ζωή σε 2.039 εργαζομένους. Με βάση αυτά τα στοιχεία, κάθε μέρα καταγράφονται κατά μέσο όρο 19 «ατυχήματα», ενώ κάθε τρεις ημέρες ένας εργαζόμενος χάνει τη ζωή του.

 

Το ΣΕΠΕ, με ευθύνη των κυβερνήσεων ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει δημοσιοποιήσει αντίστοιχη έκθεση για την τριετία 2018-2021, όμως με βάση τα στοιχεία το 2017 καταγράφηκαν 7.357 εργατικά «ατυχήματα», ο μεγαλύτερος αριθμός από το 2000. Σε ό,τι αφορά τα θανατηφόρα εργατικά «ατυχήματα» σημειώνεται συνεχής αύξησή τους από το 2014, ενώ τα 76 θανατηφόρα που καταγράφονται το 2017 είναι ο μεγαλύτερος αριθμός από το 2011.

 

Ταυτόχρονα, το 2017 το ΣΕΠΕ πραγματοποίησε μόλις 14.000 ελέγχους για τα μέτρα Υγιεινής και Ασφάλειας στην Εργασία, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται επανέλεγχοι και έλεγχοι που προκαλούνται από καταγγελίες και εργατικά «ατυχήματα». Με δεδομένο ότι ο αριθμός των καταγεγραμμένων επιχειρήσεων ήταν 236.500, αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται 17 χρόνια για να γίνουν έλεγχοι σε όλες τις επιχειρήσεις!» αναφέρει η ΕΟ του ΚΚΕ.

 

«Οι παραπάνω αποτρόπαιοι αριθμοί αποτελούν συνέπεια της αντεργατικής στρατηγικής της ΕΕ που υλοποίησαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, της μείωσης του λεγόμενου «μη μισθολογικού κόστους» για την θωράκιση της κερδοφορίας των ομίλων που δραστηριοποιούνται σε διάφορους κλάδους. Οι αστικές κυβερνήσεις, κάνοντας νόμους τις απαιτήσεις της μεγαλοεργοδοσίας αναγκάζουν τους εργαζομένους σε διάφορους κλάδους να πηγαίνουν για το «μεροκάματο του τρόμου», χωρίς μέτρα προστασίας, με αύξηση της εντατικοποίησης της εργασίας, των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, με ημερήσιο χρόνο εργασίας 10 ή και 13 ωρών, χωρίς εβδομαδιαία ρεπό για ανάπαυση, με αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης στα 67 και στα 70 έτη», προσθέτει η ΕΟ του ΚΚΕ και επισημαίνει στη συνέχεια:

 

«Με τον εκτρωματικό «νόμο Χατζηδάκη», η κυβέρνηση της ΝΔ κατήργησε ακόμη κι εκείνες τις αποψιλωμένες δομές των Σωμάτων Επιθεωρητών Εργασίας, δημιουργώντας μία σκόπιμα υποστελεχωμένη «ανεξάρτητη αρχή» κατά τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας της ΕΕ. Εξάλλου, ο ίδιος νόμος-έκτρωμα, που στην πράξη αχρήστευσαν οι εργάτες της Cosco με το μεγαλειώδη αγώνα τους, προβλέπει πολλαπλά εμπόδια στην συνδικαλιστική οργάνωση και δράση, κατά τα πρότυπα του «νόμου Αχτσιόγλου» που έβαλε εμπόδια στην κήρυξη απεργίας, προσπαθώντας να δυσκολέψει την οργάνωση και πάλη των εργαζομένων σε κάθε χώρο για τις σύγχρονες ανάγκες τους, για τα στοιχειώδη μέτρα προστασίας και ασφαλείας».

 

Βάσει αυτών οι ευρωβουλευτές του ΚΚΕ υπέβαλαν τα εξής ερωτήματα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή:

«Πώς τοποθετείται:

 

— Στο γεγονός ότι το αντεργατικό πλαίσιο των ελληνικών κυβερνήσεων και της ΕΕ συμπεριλαμβανομένου του “νόμου Χατζηδάκη”, μαζί με τη γενίκευση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης που αποτελεί ευρωενωσιακή κατεύθυνση ευθύνονται για την εκτόξευση των “εργατικών ατυχημάτων”;

— Στο ότι στις αυθαιρεσίες της εργοδοσίας με κριτήριο την πολιτική του “κόστους- οφέλους” οι εργαζόμενοι μένουν εκτεθειμένοι σε κάθε είδους επαγγελματική ασθένεια, την πανδημία κ.α., ενώ κάτω από καθεστώς εργοδοτικής τρομοκρατίας η ΕΕ πριμοδοτεί την κατάργηση του δικαιώματος στην απεργία, της συνδικαλιστικής δράσης, που έχει ως συνέπεια μεταξύ άλλων τη μη συγκρότηση Επιτροπών Υγιεινής και Ασφάλειας στους χώρους δουλειάς;».