Η αδημονούσα αιωνιότητα αγκάλιασε το πεφιλημένο της τέκνο

Ο «τράγος των αιγών» και η καλλιτεχνική άμπελος  σήμερα έκανε  το τελευταίο της οριστικό «τσεκάρισμα» με την αιωνιότητα και την αθανασία. Ο πραγματικός αιώνιος έφηβος, ο άτακτος, ο παθιασμένος, ο αντιδραστικός, ο ασυμβίβαστος, ο πρωτοπόρος θα αντικρίζει πλέον τη κάθε γωνία της χώρας την οποία λάτρεψε και ανέδειξε  στα τραγούδια του από τα φυλάκια του Έβρου μέχρι το Ταίναρο και τη Κρήτη  από ψηλά.

Του Σίμου Χριστοφάκη-Σαρρή *

Ο Μίκης είναι δύσκολο να απλωθεί σε χαρτί γιατί  ξεπερνούσε κατά πολύ τα ανθρώπινα μέτρα και το  μέτριο-συμβατικό βίο. Το παιχνίδι του με τη φωτιά τον έκανε  να χαμογελά απέναντι στον όποιο κίνδυνο με τη μεταφυσικότητα που χαμογελά το μικρό παιδί μετά από αταξία, το σπινθηροβόλο βλέμμα του δε το χαμήλωσε ποτέ , και παρέμεινε ο ίδιος, από τη Πλατεία Συντάγματος του 1943, το Δεκέμβρη του’44, τη Μακρόνησο και τη Ζάτουνα μέχρι και τα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας και το αίμα του Ανδρέα Λεντάκη που το έβλεπε να κυλά κάτω από τη πόρτα του, έδειξε πάντα την ίδια γενναιότητα και αυταπάρνηση. Πάντα εκεί για τους αγώνες, για τη Δημοκρατία και για την αντίδραση  σε κάθε επιβολή, κάθε μορφή φασισμού μα πάνω απ’ όλα πάντα εκεί ακούγοντας τον «Έλληνα Δαίμονα» που κατοικούσε μέσα του.

Το ταξίδι του στη μουσική είναι τόσο σημαντικό που αν προσέξει κανείς την  εγχώρια μουσική  πριν και μετά το Μίκη Θεοδωράκη μπορεί όχι μόνο να κατανοήσει τις ουσιαστικές διαφορές μα και να απορήσει για το πως κατάφερε να «παντρέψει» τους ήχους της Ελληνικής και Βαλκανικής παράδοσης, τις μελωδίες της ανατολής και τα τραγούδια της προσφυγιάς και του ξεριζωμού με τη δυτική  περιγραφική μουσική, τα έπη, τα συμφωνικά ορατόρια φτάνοντας μέχρι και την όπερα. Η απόσταση ανάμεσα στη μεγάλη και πολυτραγουδισμένη «Δραπετσώνα» και στο «Λεβέντη» με το Canto General  (όταν ο Μίκης έγινε ουσιαστικά ύμνος στα χείλη των εξεγερμένων των χωρών της Λατινικής Αμερικής) και τους «δρόμους παλιούς» στο Serpico είναι αυτή που είχε κάνει το Μίκη εδώ και χρόνια να έχει «προγραμματισμένα ραντεβού» στο γαλαξιακό του ταξίδι με το Μιχαήλ Άγγελο και το Λεονάρντο Νταβίντσι ως προς το βεληνεκές της προσωπικότητας του αλλά και ως ένας σύγχρονος καθολικός άνθρωπος του 20ου και 21ου αιώνα.

Το ευχαριστώ στο Μίκη για το δημόσιο βίο του και τους αγώνες του για τη δημοκρατία είναι λίγο και όποιος μπει στη διαδικασία να σταθεί  και να επικεντρωθεί στους κατά καιρούς κομματικούς χρωματισμούς που ο ίδιος επέλεγε,  λειτουργεί είτε ωφελιμιστικά ,είτε ποτέ του δε τον γνώρισε και δε τον κατανόησε βαθύτερα. Υπάρχουν κάποιες ελάχιστες προσωπικότητες στην ιστορία που η οποιαδήποτε προσπάθεια κομματικής τους ένταξης τους «κονταίνει» και το Μίκη κανείς και ποτέ όσο και να το προσπάθησε δε μπόρεσε ούτε να τον τρομάξει ούτε να τον κοντύνει. Υπήρξε  μεγαλύτερος από κόμματα ιδεολογήματα και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Υπήρξε ο Μίκης των Ελλήνων, ο Πανέλληνας, από τη πρώτη μέρα που αντίκρυσε το φως του κόσμου τούτου στη Χίο του ‘25 μέχρι και τη στιγμή που έκλεισε τα μάτια του στη σκιά της Ακρόπολης και τη ταφή του στο Γαλατά Χανίων. Το σεργιάνι του στο κόσμο ετούτο τελείωσε, μα ο καλπασμός του στους αιώνες και η μεταφορά των έργων του από στόμα σε στόμα συνεχίζεται καθώς ο Δομίνικος, ο Καζαντζάκης και ο Βενιζέλος ακουμπούν στοργικά τον ώμο το δεξό του- ακουμπούν στοργικά τον ώμο το ζερβό και ανοίγουν τις αγκαλιές τους για να υποδεχθούν τον μεγαλύτερο όλων.

* Ο κ. Σίμος Χριστοφάκης-Σαρρής είναι Δικηγόρος – Αρθρογράφος