Λουίζ Γκλικ: Μιλώντας για τη μοναξιά και τη μνήμη

Η Λουίζ Ελισάβετ Γκλικ γεννήθηκε το 1945 στη Νέα Υόρκη και το όνομά της έγινε διεθνώς γνωστό όταν βραβεύτηκε πέρσι με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε τότε η κριτική επιτροπή του βραβείου, «η αλάνθαστη ποιητική της φωνή προσδίδει με τη λιτή ομορφιά της καθολικό χαρακτήρα στην ατομική ύπαρξη». Μερικούς μήνες μόνο μετά την ανακοίνωση του Νόμπελ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στερέωμα το πρώτο μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο της Γκλικ, που είναι η ποιητική συλλογή «Πιστή και ενάρετη νύχτα», η οποία δημοσιευμένη το 2014 κέρδισε το National Book Award. Πολυβραβευμένη από τους αμερικανικούς λογοτεχνικούς θεσμούς, η Γκλικ μεταφέρεται στα καθ’ ημάς από ένα έγκριτο ποιητικό δίδυμο, τον Χάρη Βλαβιανό και τη Δήμητρα Κωτούλα (ο Βλαβιανός έχει μεταφράσει και την ομιλία κατά την απονομή του Νόμπελ σε κομψό φυλλάδιο που προσφέρεται από τον εκδότη μαζί με το βιβλίο). Η δίγλωσση έκδοση, που μέσα σε ένα εντυπωσιακά σύντομο χρονικό διάστημα διαγράφει ήδη τον δεύτερο κύκλο της, μας δίνει την ευκαιρία να καταλάβουμε πόσο κοντά στο πρωτότυπο έχουν βρεθεί οι μεταφραστές, αποδίδοντας με ακρίβεια και αισθαντικότητα τη γλώσσα της Νεοϋορκέζας ποιήτριας.

Η Γκλικ μεγάλωσε στο Λονγκ Άιλαντ. Υπέφερε από νευρική ανορεξία στο Λύκειο και σπούδασε στο κολέγιο Σάρα Λόρενς και στο πανεπιστήμιο Κολούμπια χωρίς να πάρει πτυχίο. Σήμερα διδάσκει στο Γέιλ και ζει στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης. Συχνά περιγράφεται ως αυτοβιογραφική συγγραφέας κι αυτό είναι κάτι που θα διαπιστώσουμε αμέσως στην «Πιστή και ενάρετη νύχτα», όπου χρησιμοποιεί τρία λογοτεχνικά προσωπεία: μιας ποιήτριας, ενός εικαστικού καλλιτέχνη κι ενός παιδιού. Και μπορεί η Γκλικ εδώ να μη μιλάει ευθέως για τη ζωή της, οι αναφορές, όμως, στην οικογένεια και στις σχέσεις γονέων και αδελφών είναι εμφανείς, αποτυπώνοντας τον τρόπο με τον οποίο δένονται μεταξύ τους η μητέρα, ο πατέρας και τα παιδιά ή τον τρόπο με τον οποίο καταλήγουν οι γονείς να μετατραπούν σε ζωτικό μέρος της ποίησης που γράφει η κόρη. Την Γκλικ, όμως, απασχολούν, πέραν των οικογενειακών δεσμών, και θέματα όπως η προσέγγιση του εγώ με τους άλλους, οι απώλειες οι οποίες προκύπτουν από τέτοιες προσεγγίσεις, καθώς και η ανοδική ή καθοδική κλίμακα ενός αφόρητου αισθήματος μοναξιάς και απομόνωσης.

Αφόρητο πράγματι αίσθημα; Όχι ακριβώς. Έχοντας θητεύσει στην παράδοση ποιητών όπως ο Γουόλτ Γουίτμαν, η Έμιλι Ντίκινσον και ο Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς (για τη Ντίκινσον ομολογεί πολλά και στην ομιλία της για το Νόμπελ), η Γκλικ ξέρει πώς να μετασχηματίσει ή πώς να κρύψει τη συναισθηματική της ένταση πίσω από έναν αποφορτισμένο και σκοπίμως κρυπτικό λόγο – έναν λόγο που αποθεώνοντας μόνο την αμφισημία και την αβεβαιότητα, γίνεται αμέσως ικανός να ανακαλύψει τα διαμάντια της σιωπής στις πιο ουδέτερες λέξεις: «Τέλος καλοκαιριού: το φως έσβηνε / Μόρια που είχαν δραπετεύσει τρεμόσβηναν πάνω από τις γλάστρες και τα φυτά».

Τα φυτά, όπως και ο φυσικός κόσμος, αποτελούν ένα ολόκληρο σύμπαν για την ποιήτρια, που θα σπεύσει να βάλει κοντά τους εικόνες της πόλης συνδυασμένες με τους κλειστούς χώρους, όπως και μια σειρά στίχων που συζητώντας από τη μια πλευρά για την τέχνη και για την ποίηση (ακόμα και για την κριτική της λογοτεχνίας) φροντίζουν από την άλλη μεριά να ανακινήσουν πολλά πικρά μοτίβα, όπως ο πόνος τον οποίο αποδεσμεύουν το πένθος και η μνήμη ή το κενό με το οποίο έρχεται αντιμέτωπη η ύπαρξη όποτε παγιδεύεται (αν παγιδεύεται όντως) στο κενό της απροσδιοριστίας και της αιώρησης. Το σημαντικότερο, παρόλα αυτά, για την Γκλικ είναι η χαμηλή, μόλις να ακούγεται φωνή της, που καταφέρνει να ανιχνεύσει μέσα στον έναστρο ουρανό της νύχτας το αόρατο, το άγνωστο και εν τέλει το ελπιδοφόρο, αλλά και το συγκρατημένα απεγνωσμένο, για να μας αιχμαλωτίσει με τη σαγήνη και τη μουσική της: «Η νύχτα προχωρούσε. Ομίχλη / στροβιλιζόταν γύρω από τις αναμμένες λάμπες. / Υποθέτω πως εκεί μόνο ήταν ορατή`/ σε άλλα σημεία, ήταν απλώς όπως τα πράγματα, / θολά εκεί που άλλοτε είχαν υπάρξει διαυγή».