Το αίτημα για την εμβάθυνση της Δημοκρατίας. Γράφει ο Χάρης Καστανίδης

Η κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων ιδεών και της παγκοσμιοποίησης, τις τελευταίες δεκαετίες, οδήγησαν σε απίσχναση της Δημοκρατίας.

Από τη στιγμή που αναδύθηκε η οικονομική και τεχνολογική παγκοσμιοποίηση, ανακαλύφθηκε και το δόγμα του τέλους της ιστορίας. Όπως παρατηρεί ο Μαρκ Οζέ «το τέλος της ιστορίας δεν είναι το τέλος της συμβαντολογικής ιστορίας. Είναι η επιβεβαίωση μιας υποτιθέμενης γενικής συμφωνίας για τον ισχυρό και ακατάλυτο εφεξής δεσμό ανάμεσα στην οικονομία της αγοράς και τη Δημοκρατία».

Του Χάρη Καστανίδη *

Μόνο που οι εμπνευστές του δόγματος απέκρυψαν ποια ακριβώς είναι η φύση της Δημοκρατίας που συνδέεται με την οικονομία της αγοράς, γιατί η δυναστική κυριαρχία της αγοράς αλλοίωσε τη Δημοκρατία, τη μετέτρεψε σε αυτό που προσφυώς ο Κόλιν Κράουτς χαρακτήρισε «Μεταδημοκρατία». Δηλαδή, ένα αντιπροσωπευτικό καθεστώς, στο εσωτερικό του οποίου η οικονομία αποφασίζει και η πολιτική υποτάσσεται, τα κέντρα οικονομικής ισχύος καθορίζουν τις αποφάσεις και οι πολίτες παραμένουν αδρανείς στο περιθώριο, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης χειραγωγούν μετατρέποντας τους πολίτες από ιστορικά υποκείμενα σε καταναλωτές. Οι καταναλωτές, ως γνωστόν, αρκούνται στον κόσμο τους. Με δυο λόγια, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αύξησε τις ανισότητες μεταξύ των χωρών, όπως και στο εσωτερικό των κοινωνιών, ενώ ταυτόχρονα υπονόμευσε τη Δημοκρατία με την κυριαρχία του οικονομικού επί του πολιτικού.

Στη χώρα μας, η διαδοχή δύο κρίσεων, της κρίσης χρέους και της επιδημιολογικής κρίσης, επέτειναν το δημοκρατικό πρόβλημα.

Η πιο επικίνδυνη πολιτική και πολιτισμική συνέπεια τους είναι η εκμηδένιση κάθε έννοιας συλλογικής συνείδησης στην τρέχουσα κοινωνική ζωή. Οι πολίτες μετατράπηκαν με γοργούς ρυθμούς σε άτομα που ζουν μοναχικά την καθημερινή δυσκολία και το δράμα τους, με αποτέλεσμα οι συλλογικές διεργασίες, με τη θεσμική συγκρότηση που επιτρέπει η Δημοκρατία, να μεταπίπτουν σε ατομικές τροχιές απομονωμένων ανθρώπων που αναζητούν την ατομική λύση, διέξοδο ή σωτηρία.

Πρόκειται για την ηθική και πνευματική εξάντληση του ελληνικού λαού, η συντριπτική πλειονότητα του οποίου δεν αισθάνεται πλέον και δεν έχει την πεποίθηση ότι ανήκει σε μια συλλογική οντότητα, μέσα στην οποία μοιράζεται με άλλους κοινές αξίες, κοινούς στόχους και κοινές δράσεις.

Με την κρίση να τροφοδοτεί το φόβο και την ανασφάλεια, κατέστη, ακόμη, δυνατό να κυριαρχήσει στην εθνική μας σκηνή ο φτηνός δημόσιος λόγος, η δημαγωγική ιαχή, η ισοπεδωτική απλούστευση, η προσφορά ελπίδας στηριγμένης στην αδράνεια και τη μεταφυσική, η εγκατάλειψη κάθε θετικού ιστορικού παραδείγματος, η απώλεια της αισθητικής και η αντιστροφή του νοήματος των λέξεων.

Για να συμβεί αυτό, έπρεπε από την αρχή της κρίσης να μετασχηματισθεί ο δημόσιος λόγος από μέσο πολιτικού διαλόγου, έστω και προβληματικού, σε μέσο πολιτικής βίας.

Είναι προφανές, ότι χρειάζεται να ξαναανακαλύψουμε τη Δημοκρατία, να την αναζωογονήσουμε και να της δώσουμε νέο περιεχόμενο, διαστάσεις και βάθος. Είναι επιτακτική ανάγκη η ριζική αναδιοργάνωση της Δημοκρατίας, ώστε το γενικό δημόσιο συμφέρον να καταστεί η μόνη ισχυρή κανονιστική αρχή των πολιτικών αποφάσεων. Δεν θα υπάρξει κανένα φωτεινό σημάδι στην εθνική μας πορεία, εάν δεν επαναδιατυπωθεί ολότελα το δημοκρατικό αίτημα, εάν δηλαδή δεν εκμηδενισθεί η ασφυκτική επιρροή ολιγαρχικών ομάδων του πλούτου και της εξάρτησης στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων και δεν αυξηθεί, αντιστρόφως, η επιρροή του λαϊκού παράγοντα σε αυτά.

Η θεσμική ανασυγκρότηση της χώρας πρέπει να κατατείνει στη διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού μοντέλου, εφοδιασμένου με ισχυρούς εξισορροπητικούς μηχανισμούς, που μετατρέπουν την κυριαρχία της αγοράς σε κυριαρχία της κοινωνίας και των αναγκών της, που μεταμορφώνουν τη Δημοκρατία από μαραζωμένη αντιπροσώπευση σε ένα θεσμικό σχηματισμό δυναμικά διαμορφούμενο από άμεσες λαϊκές πρωτοβουλίες, που μετατρέπουν τη γνώση από ανταγωνιστικό πλεονέκτημα λίγων σε διάχυτη κοινωνική ικανότητα για την υπεράσπιση των ανθρωπιστικών αξιών.

Η θεσμική ανασυγκρότηση της χώρας πρέπει να υπηρετεί το αίτημα της δίκαιης και δημοκρατικής Ελλάδας. Να διατυπώσουμε το αξίωμα: η Ελλάδα, και κάθε χώρα, για να είναι δίκαιη πρέπει να είναι δημοκρατική. Αλλιώς δεν γίνεται!

Το εγχείρημα δεν αφορά την παγκόσμια κλίμακα, αν και η συζήτηση είναι χρήσιμη, γιατί υπάρχει μεν πλανητικός χώρος, αλλά δεν υπάρχει πλανητικός δημόσιος χώρος. Το εγχείρημα θα κινηθεί στα όρια των εθνικών συγκροτήσεων. Μας αφορά η Ελλάδα. Οδηγός μας πρέπει να είναι η σκέψη του Καστοριάδη για την αθηναϊκή δημοκρατία, στην οποία απέδωσε την αδιάλειπτη ικανότητα να υπερβαίνει τον εαυτό της, χωρίς να εγκλωβίζεται στα όρια μιας πραγματωθείσας κουλτούρας. Με σύγχρονους όρους αυτό σημαίνει, ότι ο πνευματικός κόσμος πρέπει να εγερθεί και να πυκνώσει τις τάξεις ενός νέου πνευματικού κινήματος που θα διατυπώσει δημόσια τον προβληματισμό του για το μέλλον της Δημοκρατίας.

Η επαναθέσμιση της Δημοκρατίας πρέπει να κατατείνει σε μια αρχιτεκτονική των δημοκρατικών θεσμών, σε ένα θεσμικό σχηματισμό που θα τροφοδοτείται και θα διαμορφώνεται δυναμικά από τις λαϊκές πρωτοβουλίες και την κοινωνική δυναμική. Αυτό σημαίνει ότι κατοχυρώνεται η θεσμικά οργανωμένη επέμβαση του λαϊκού παράγοντα στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Τέτοιο παράδειγμα συνιστά η δυνατότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος για σοβαρά κοινωνικά ζητήματα, μετά από συγκέντρωση υπογραφών από ένα ποσοστό των εκλογέων. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η διαρκής ενίσχυση της τοπικής εξουσίας, με την έννοια ότι ένα πλέγμα δικαιωμάτων πρέπει να ασκείται σε διοικητικές ενότητες που είναι πολύ κοντά στον πολίτη, άρα είναι εύκολα προσβάσιμες και ελέγξιμες από αυτόν, συγκριτικά με την πιο απόμακρη εθνική διάσταση.

Η ενίσχυση της τοπικής αυτονομίας πρέπει να συνδεθεί με την ανάδυση ενός νέου πνεύματος, ενός νέου εγχειρήματος που ο Κατσιάρι, πρώην δήμαρχος Βενετίας, ονομάζει τοπικό φεντεραλισμό. Φεντεραλισμός που θα επιτρέψει την οργάνωση πολλαπλών σχέσεων ανταλλαγής, συναγωνισμού και αλληλεγγύης μεταξύ πόλεων και περιοχών. Τα τοπικά δίκτυα αυτονομίας που θα αρθρωθούν στο εσωτερικό του φεντεραλισμού της βάσης μπορεί να είναι η νέα δημοκρατική πρόκληση και η απάντηση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Καταλήγω. Μιλώντας για το μέλλον της Δημοκρατίας πρέπει πρώτα να συμφωνήσουμε για την έννοια της δημοκρατικής ζωής, για το τι σημαίνει αυτό, που η Σανταλ Μουφ ονομάζει «σφύζουσα δημοκρατική κοινωνία» και ποια είναι η πολιτική που οδηγεί σε αυτή. Για να χρησιμοποιήσω τις διατυπώσεις της ίδιας, η δημοκρατική πολιτική είναι η συγκρουσιακή και ανταγωνιστική πολιτική και όχι το ουδέτερο εγχείρημα των συναινέσεων στο Κέντρο, στόχος δε των δημοκρατικών θεσμών «δεν είναι να εδραιώσουν την ορθολογική συναίνεση στη δημόσια σφαίρα, αλλά να εκτονώσουν το δυναμικό της εχθρότητας που υπάρχει στις ανθρώπινες κοινωνίες».

* Ο κ. Χάρης Καστανίδης είναι Βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης με το Κίνημα Αλλαγής.