Οι κινήσεις της Άγκυρας. Γράφει ο Κώστας Υφαντής

Η σκακιέρα στην Ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή είναι δυναμική γι’ αυτό η παρτίδα δεν πρόκειται να τελειώσει σύντομα. Εδώ και έξι μήνες επικρατεί σχετική ηρεμία και όλοι οι παίκτες προσπαθούν να διαβάσουν τις προθέσεις αλλήλων, ενώ την ίδια στιγμή επανεκτιμούν την στρατηγική τους. Στην Λιβύη, το διπλωματικό παιγνίδι κινείται γύρω από την παρουσία των ξένων στρατευμάτων και όσο πλησιάζουμε στις εκλογές τόσο θα ανεβαίνουν οι τόνοι. Η Τουρκία βρίσκεται στο στόχαστρο όλων, αλλά θα προσπαθήσει να εξαντλήσει όσα χρονικά και πολιτικά περιθώρια έχει καθώς θεωρεί την στρατιωτική της παρουσία στην Τρίπολη ως εγγύηση για να επιτύχει έναν ευνοϊκό συμβιβασμό στο θέμα χρεών που έχει η Λιβύη απέναντι σε Τουρκικές επιχειρήσεις από την εποχή του Καντάφι αλλά και στο θέμα των συμβολαίων που διεκδικούν Τουρκικές εταιρείες στο πλαίσιο της ανοικοδόμησης της χώρας. Πάνω από όλα, όμως, η Άγκυρα θεωρεί ότι η παρουσία της στο έδαφος εξασφαλίζει την προσήλωση της Λιβυκής κυβέρνησης στο Μνημόνιο οριοθέτησης ΑΟΖ. Ακόμα και μετά τις εκλογές, στο βαθμό που δεν θα υπάρξει κυβερνητική πλειοψηφία – το πιθανότερο σενάριο – η Άγκυρα φιλοδοξεί να ελέγξει τις εξελίξεις στηρίζοντας εκείνες τις ομάδες που θα είναι πρόθυμες να συναρτήσουν την πολιτική τους επιβίωση από την Τουρκική εμπλοκή.

Του Κώστα Υφαντή*

Στην Κύπρο, η αποτυχία της άτυπης πενταμερούς ήταν τόσο αναμενόμενη όσο και σκόπιμη. Για την Τουρκία, η λογική των δύο κρατών κατεγράφη όσο και αν είναι αντίθετη σε όλα τα ψηφίσματα και τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ. Μέχρι την επόμενη συνάντηση κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι, θα επιχειρηθεί κυρίως από το Λονδίνο να συμβιβαστούν οι διαφορές. Η Μεγάλη Βρετανία παραδοσιακά διεκδικεί και κάποιες φορές επιτυγχάνει το ρόλο του γεφυροποιού. Είναι ένας ρόλος που εξασφαλίζει την παρουσία των βάσεων, το μοναδικό προγεφύρωμα της Βρετανίας στην ευρύτερη περιοχή. Γι’ αυτό, το Λονδίνο δεν έχει κανένα συμφέρον σε μια διχοτομική λύση που θα έθετε σε ευθεία αμφισβήτηση (πολιτική και νομική) την παραμονή των βάσεων. Αλλά δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος/α και την Άγκυρα να επιμένει στην σκληρή εκδοχή μιας διχοτόμησης που θα της στερούσε κάθε δικαίωμα ελέγχου πάνω στο Ελληνοκυπριακό κράτος και θα άφηνε εκτός ΕΕ το αντίστοιχο Τουρκοκυπριακό. Εδώ συναντώνται οι Βρετανικές και Τουρκικές προτιμήσεις για μια διευθέτηση που θα υπακούει σε όρους «κυριαρχικής ισότητας» μεταξύ των δύο πλευρών αλλά χωρίς να διακινδυνεύει η βρετανική παρουσία και η τουρκική επιδίωξη επικυριαρχίας.

Στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, η Άγκυρα προσπαθεί να εξισορροπήσει και όπου μπορεί να ακυρώσει το πλέγμα στρατηγικού χαρακτήρα συνεργασιών που έχει δημιουργήσει η Αθήνα τους τελευταίους είκοσι μήνες. Τα ανοίγματα σε Αίγυπτο και Σαουδική Αραβία είναι στην καρδιά αυτής της δύσκολης προσπάθειας η επιτυχία της οποίας θα εξαρτηθεί από την τουρκική αλλαγή στάσης σε μια σειρά από ζητήματα όπως είναι η αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων από την Λιβύη, ο τερματισμός της πολιτικής προσφοράς καταφυγίου σε μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, οι σχέσεις με το Κατάρ, η στρατιωτική παρουσία στην Σομαλία, στη Λιβύη, στην Συρία και στο Ιράκ αλλά και οι σχέσεις με το Πακιστάν. Με τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις παγωμένες, οι επιλογές τις Άγκυρας δεν είναι πολλές.

Τα μέτωπα είναι όλα ανοιχτά και ο στρατηγικό μπρα-ντε-φερ θα συνεχιστεί. Η ανάδειξη του ζητήματος των δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη είναι ένα πεδίο που η Άγκυρα πιστεύει ότι μπορεί να πιέσει την Αθήνα, να αλλάξει την ατζέντα αλλά κυρίως να κερδίσει επικοινωνιακά πόντους ερεθίζοντας τις ευαισθησίες Ευρωπαίων αλλά και μερίδας του μουσουλμανικού κόσμου. Παρ’ όλο που δεν πρόκειται να έχει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, η Άγκυρα θα το διατηρήσει στην ατζέντα όσο μπορεί. Η Αθήνα το ξέρει και γνωρίζει επίσης ότι δεν υπάρχει λόγος να πέσει στην παγίδα μιας επικοινωνιακής αντιπαράθεσης που θα υποβαθμίσει το πραγματικό πρόβλημα: τον επιθετικό αναθεωρητισμό της άλλης πλευράς.Του

*Ο κ. Κώστας Υφαντής είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Ερευνητικός Εταίρος στο ΙΔΙΣ.