Η Ελληνική Επανάσταση στο διεθνές της περιβάλλον

Παρά το γεγονός ότι για μεγάλο διάστημα κυριάρχησε στην ελληνική ιστοριογραφία, αλλά και την ευρύτερη αντίληψη της κοινωνίας μας, η εντύπωση ότι η Επανάσταση του 1821 είναι ένα καθαρά ελληνικό εθνικό γεγονός, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ιστορική διαδικασία κατ’ εξοχήν συνδεδεμένη με το διεθνές περιβάλλον της εποχής της. Και μάλιστα με περισσότερους τρόπους από ό,τι υποδείκνυε η συμβατική προσέγγιση, που εν ολίγοις θέλει αρκετούς εγγράμματους Έλληνες καλούς αγωγούς των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και τις δυνάμεις της Ιεράς Συμμαχίας να προσπαθούν στα συνέδριά τους να βρουν τρόπους να διαχειριστούν την Ελληνική Επανάσταση.

Του Γιάννη Χαραλαμπίδη *

Δεν υπάρχει αμφιβολία ασφαλώς ότι μια αξιοσημείωτα ευρεία ομάδα Ελλήνων ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αι. βρίσκεται σε άμεση επαφή με τις ιδεολογικές και πολιτικές εξελίξεις στα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα, ένα φαινόμενο που συμπίπτει με σημαντική πολιτική και οικονομική ενίσχυση των Ελλήνων τόσο στο οθωμανικό πλαίσιο, όσο και εκτός αυτού, για παράδειγμα στη ρωσική αυτοκρατορία. Αυτές οι δυναμικές διαδρομές των Ελλήνων ουσιαστικά προετοίμασαν από πολλές απόψεις την Επανάσταση. Αντίστοιχα βέβαιο είναι ότι η εξέλιξη του «ελληνικού ζητήματος» επηρέασε τους συσχετισμούς μέσα στην Ιερά Συμμαχία, που αποτελούσε την ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων της μεταναπολεόντειας εποχής και ουσιαστικά καθόρισε την τύχη της. Μπορούμε όμως να τεκμηριώσουμε μια πολύ πιο δραστική διεθνή διάδραση της Ελληνικής Επανάστασης, σχηματικά θα το κάνουμε με μια μορφή ομόκεντρων κύκλων.

Στον ευρύτερο κύκλο μπορούμε να εντάξουμε τις επιρροές που είχε η Ελληνική Επανάσταση από τον χώρο των «ατλαντικών επαναστάσεων» και του υπερατλαντικού κόσμου. Μπορεί η γεωγραφική απόσταση και οι αρχές του δόγματος Μονρόε, για αποχή των ΗΠΑ από τα ευρωπαϊκά ζητήματα, να μην επέτρεψαν τη συμμετοχή παρά μόνο λίγων δραστήριων Αμερικανών εθελοντών στον ελληνικό αγώνα, ωστόσο οι επαφές δεν σταματούσαν εκεί. Η ευθεία αναφορά του Διονυσίου Σολωμού στη «γη του Βάσινγκτον» είναι μια ελάχιστη ένδειξη της αντίληψης που υπήρχε μεταξύ της πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας της Επανάστασης για την Αμερική. Λίγες εβδομάδες μόνο μετά το ξέσπασμά της ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης υπέγραφε θερμές εκκλήσεις βοήθειας και αναγνώρισης προς την αμερικανική κοινή γνώμη, ενώ πρόκριτοι του Μοριά συζητούν σε επιστολές τους για τις εξελίξεις στις ΗΠΑ. Όλα αυτά εξηγούν σε μεγάλο βαθμό και την επιρροή που άσκησαν στα κείμενα των πρώτων ελληνικών συνταγμάτων τα καταστατικά κείμενα της αμερικανικής ανεξαρτησίας. Σε αυτό το κάδρο δεν επιτρέπεται να παραλείψουμε την εγκάρδια και γενναία συμπαράταξη της νεοσσής Αϊτινής Δημοκρατίας στον εθνικό μας αγώνα, με την πρώτη αναγνώριση ελληνικού κράτους και την ολόψυχη προσφορά άτυχων εθελοντών και φορτίων καφέ για την οικονομική ενίσχυση των Ελλήνων.

Αντιστοιχίες με τον αϊτινό ζήλο βλέπουμε σε μεγάλο βαθμό στους Ευρωπαίους χωρίς πατρίδα, όσους δηλαδή ανήκαν σε λαούς που δεν είχαν επιτύχει ακόμα της εθνική τους ολοκλήρωση αλλά είχαν ένα εθνικό ενοποιητικό κίνημα σε εξέλιξη, όπως οι Γερμανοί, οι Ιταλοί και οι Πολωνοί. Ήταν σημαντική η συμβολή τους στον ελληνικό αγώνα, όχι μόνο ως εθελοντές, παρόλο που πολλοί δεν είχαν απαραίτητα στρατιωτική εμπειρία, αλλά και ως μοχλοί κίνησης της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Σαφέστατα παρακινήθηκαν από τον καταστατικό θαυμασμό του Διαφωτισμού για την κλασική αρχαιότητα και από ένα ιδεολογικό ζήλο που επέβαλε την ένθερμη υποστήριξη σε φιλελεύθερα εθνικά κινήματα. Ο διαρκής φόβος διασποράς της επαναστατικής διάθεσης σε άλλα σημεία της αυτοκρατορικής Ευρώπης ώθησε την αυστριακή πολιτική σε ολοένα πιο αντιδραστικές θέσεις και οδήγησε στη βρετανική διπλωματική αντεπίθεση.

Μέσα στο πλαίσιο του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη των αυτοκρατοριών, η Ελληνική Επανάσταση, αντέχοντας πολεμικά και πολιτικά ενεργή πολύ παραπάνω από τους λίγους μήνες που αρχικά πίστευαν όλοι εκτός από τους Έλληνες, οδήγησε σε αναδιάταξη των σχέσεων ισχύος. Η Βρετανία μετατοπίστηκε σταδιακά από την παθητική παρατήρηση της μεσευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων σε μια ενεργητική προσπάθεια απομόνωσης της πολιτικής του καγκελάριου Μέττερνιχ, με εμπλοκή της Ρωσίας σε μια συντονισμένη μεσογειακή στρατηγική. Είναι ακριβώς η εποχή που γεννιέται, με τις διακυμάνσεις της βέβαια, η γεωπολιτική αντίληψη της τριμερούς συνεννόησης Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας για την διευθέτηση της φθοράς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτό που όλοι γνωρίζουμε ως το «Ανατολικό Ζήτημα». Η θαλάσσια διάσταση της Επανάστασης, με έναν απρόσμενα δραστήριο και ισχυρό ελληνικό στόλο και μεγάλη αναταραχή στα νερά της Ανατολικής Μεσογείου, υπήρξε επιπλέον λόγος κινητοποίησης του Τζωρτζ Κάνινγκ στην κατεύθυνση αποδοχής της ιδέας ενός ελληνικού κράτους με εξόχως νησιωτική διάσταση, που θα μπορούσε να είναι δεκτικός πόλος υποδοχής της βρετανικής πολιτικής στα νότια των Βαλκανίων. Αυτή η διορατική επιλογή καθόρισε σημαντικά τις εξελίξεις.

Η βαλκανική ενδοχώρα που αποτέλεσε σταθερά οθωμανικό γήπεδο από τον 14ο ήδη αιώνα και είχε ήδη αρχίσει να αποκτά ενδιαφέρον για τους Αυστριακούς και τους Ρώσους, επρόκειτο να γίνει ένα πεδίο εντυπωσιακής γένεσης νεωτερικής αντίληψης εθνικών κρατών, με αφετηρία της Ελληνική Επανάσταση, κι όχι παραδόξως την πρώτη Σερβική που είχε προηγηθεί κατά κάποια χρόνια. Η είσοδος με πολιτικές προτεραιότητες στον χώρο της οθωμανικής Νοτιοανατολικής Ευρώπης δυνάμεων που ως τότε είχαν μόνο βλέψεις οικονομικής διείσδυσης αναμόρφωσε συνολικά την αντίληψη που υπήρχε για την περιοχή στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων. Παράλληλα, οι λαοί των Βαλκανίων, αποσυνδεόμενοι πλέον με εντεινόμενο ρυθμό από την ελληνική πολιτισμική επιρροή μέσα από τους κοινούς εκκλησιαστικούς και παιδευτικούς θεσμούς, ανέπτυξαν ταχύτερα τα αυτοτελή τους εθνικά κινήματα και έθεσαν τις βάσεις για τη σύγχρονη εικόνα των Βαλκανίων που θα γινόταν πραγματικότητα ένα αιώνα περίπου μετά το 1821. Ακόμα όμως και στον πυρήνα της οθωμανικής αυτοκρατορικής τάξης, η Ελληνική Επανάσταση λειτούργησε καταλυτικά, τόσο ως προς την πολιτική χρήση της για την εκκαθάριση λογαριασμών μεταξύ των αντιμαχόμενων πόλων εξουσίας, όσο και για την οριστική νίκη των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων μετά το 1826 και την απαρχή ακόμα της συγκρότησης για μια νεωτερικής υφής αντίληψη του τουρκικού εθνικισμού.

Είναι λοιπόν φανερό ότι τα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης μέσα σε όλη τη δεκαετία που ακολούθησε το 1821 επέδρασαν σε διαφορετικά και συχνά όχι άμεσα εμφανή επίπεδα της διεθνούς πολιτικής πραγματικότητας, ώστε να μετατρέψουν τους Έλληνες από δέκτες των ιδεολογικών και πολιτικών εξελίξεων της Ευρώπης σε εκούσιους ή και ακούσιους διαμορφωτές του πολιτικού χάρτη της ευρύτερης περιοχής. Αν μη τι άλλο, αυτό επιβεβαιώνει απόλυτα τη δύναμη της γεωγραφίας, είμαστε καλώς ή κακώς καταδικασμένοι να πρωταγωνιστούμε στις εξελίξεις σε αυτή τη γωνιά της γης. Το σημαντικό είναι να το κάνουμε με συνείδηση των εθνικών μας συμφερόντων.

* Ο κ. Γιάννης Χαραλαμπίδης είναι Ιστορικός (ΠΜΣ Σύγχρονη Ελληνική & Ευρωπαϊκή Ιστορία – Πανεπιστήμιο Κρήτης)