Η κοινωνία αγκάλιασε τα θύματα, σπάζοντας το ταμπού αυτοενοχοποίησης τους

Η Λίνα Παπαδάκη* γράφει στο ThePresident, για το κύμα καταγγελιών κακοποιήσεων που έχει ξεσπάσει.

Μιλά για το άβατο ενός μαύρου χώρου, που διαλύεται τώρα απ’ όσους και όσες βρίσκουν το θάρρος να σπάσουν τη σιωπή τους.

Σπεύδει, ωστόσο, να τονίσει ότι δεν πρέπει να φορτώσουμε σε επαγγελματικούς χώρους υποθετικές συλλογικές συμπεριφορές. Να μην αδικούμε τους έντιμους και ευσυνείδητους του κάθε χώρου…

Εκφράζει, συνάμα, τη θέση, οι καταγγελλόμενοι όλων των χώρων να μπουν σε ανάλογη διαθεσιμότητα μέχρι να αποφανθεί η Δικαιοσύνη

Τόσες πολλές ιστορίες…

Διαφορετικές μεταξύ τους, με κοινό παρονομαστή την κακοποίηση, πυροδότησαν το κίνημα #metoo στην Ελλάδα, συγκλονίζοντας όσους παρακολουθούμε τις καταγγελίες.

Είμαι αισιόδοξη ότι η γενναιότητα των ανθρώπων που ανακάλεσαν δημόσια τις τραυματικές εμπειρίες τους δεν θα πάει χαμένη.

Γιατί μπορεί ως αδικήματα τα περισσότερα από αυτά που ακούσαμε να έχουν παραγραφεί και οι θύτες να μην έχουν νομικές συνέπειες, αλλά η ηθική απαξία και η δημόσια καταδίκη που τα συνοδεύει τους έχει στιγματίσει ανεπανόρθωτα.

Και για όσους υπήρχε ο κίνδυνος να μιμηθούν στο μέλλον παρόμοιες συμπεριφορές γίνεται τώρα σαφές ότι ο σκοτεινός τους κόσμος υπάρχει πάντα η πιθανότητα, ισχυρότερη πια, να αποκαλυφθεί και να τους αφανίσει επαγγελματικά και κοινωνικά. Το άβατο αυτού του μαύρου χώρου καταργήθηκε και θα είναι ευκολότερο στο μέλλον να έρχονται στο φως οι αθλιότητές τους.

Το ταμπού της αυτοενοχοποίησης των θυμάτων το έσπασε η κοινωνία που τα αγκάλιασε.

Όμως…

Προς Θεού δεν πρέπει να πέσουμε στην παγίδα να φορτώσουμε σε επαγγελματικούς χώρους υποθετικές, συλλογικές συμπεριφορές γενικεύοντας τα σποραδικά φαινόμενα αυτού του είδους.

Στη Δημοκρατία μας πρέπει πάντα διατηρούμε τη διακριτική ικανότητα να αναγνωρίζουμε την ατομική ευθύνη και να μην τη διαχέουμε  στον καλλιτεχνικό, αθλητικό ή άλλον περίγυρο των δραστών.

Διαφορετικά, αφ ενός αδικούμε τους έντιμους και ευσυνείδητους του κάθε χώρου,
αφ ετέρου αθωώνουμε τους πραγματικούς αυτουργούς αφού την ενοχή την αποδίδουμε στη συλλογική ιδιότητά τους, σαν να ήταν αυτό μοιραίο, και όχι στο χυδαίο εαυτό τους.

Στο θέατρο και την τηλεόραση…

Ο θεατής βλέπει ρόλους και αγαπά καλλιτεχνικές δουλειές. Στην ουσία δεν ξέρει κάτι παραπάνω για το ποιόν των καλλιτεχνών πέρα από την αξία της δουλειάς τους.

Αυτό ισχύει γενικότερα για τα δημόσια πρόσωπα, εμείς βλέπουμε το κομμάτι που δείχνουν και όχι τις σκοτεινές πτυχές που μπορεί να κρύβονται από πίσω. Επομένως δεν υπάρχει αυτού του είδους η απογοήτευση σαν να ήταν άνθρωποι που τους γνωρίζαμε καλά και μας διέψευσαν.

Είναι φυσικά πολύ λυπηρό να αμαυρώνεται τόσο η εικόνα ανθρώπων με ταλέντο και λάμψη αλλά δεν ήταν και φίλοι μας για να νιώσουμε προσωπική προδοσία.

Οι ρόλοι που αγαπήσαμε σε αυτούς δεν υπάρχουν πια γιατί προφανώς η εμφάνισή τους θα ανακαλεί πάντα την αθλιότητα της πράξης τους που θα επισκιάζει το δραματουργικό κομμάτι. Για αυτό βέβαια και αποσύρθηκαν αμέσως από το καλλιτεχνικό προσκήνιο.

Η ΕΡΤ

Ως δημόσια τηλεόραση και με προσδιορισμένη -από το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας μας – αποστολή, οφείλει εκ των πραγμάτων όχι μόνον να αφουγκράζεται, αλλά και να εκφράζει το κοινό αίσθημα και τους άγραφους ηθικούς κανόνες της κοινωνίας μας.

Αυτός είναι και ο λόγος άλλωστε που στον δημόσιο χώρο υπάρχει η περιβόητη έννοια της διαθεσιμότητας στην οποία υποχρεώνονται οι λειτουργοί του κράτους όταν ελέγχεται η ηθική τους ακεραιότητα. Αν διαβάσει άλλωστε κανείς την σχετική ανακοίνωση της ΕΡΤ, αυτή ούτε καταδίκασε ούτε πόσο μάλλον αμφισβήτησε το τεκμήριο της αθωότητας. Έθεσε ωστόσο τον ηθοποιό σε μια υποχρεωτική διαθεσιμότητα.

Νομίζω οι καταγγελλόμενοι όλων των χώρων πρέπει να μπουν σε μια ανάλογη διαθεσιμότητα μέχρι να αποφανθεί η Δικαιοσύνη.

Μια τέτοια επιλογή θα τους έδινε επιπλέον την δυνατότητα να υπερασπιστούν τον εαυτόν τους μακριά από δημόσια λιντσαρίσματα και την ανθρωποφαγία.

* Η κα Λίνα Παπαδάκη είναι δημοσιογράφος, σύμβουλος προέδρου της ΕΡΤ