Koμισιόν, Fitch: Οι παράγοντες που στηρίζουν τη βιωσιμότητά του ελληνικού χρέους

PIXABAY

H μακρά διάρκεια αποπληρωμής του χρέους του ελληνικού δημοσίου, σε συνδυασμό με τη σύνθεσή του, το μεγάλο «μαξιλάρι» ταμειακών διαθεσίμων της χώρας και το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησής του είναι οι βασικοί παράγοντες που στηρίζουν τη βιωσιμότητά του παρά τη σημαντική αύξησή του λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch.

Στη διαπίστωση αυτή συμπίπτουν τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία προχώρησε σε επικαιροποίηση της ανάλυσης βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους (debt sustainability analysis) με την όγδοη μεταμνημονιακή αξιολόγησή της όσο και οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης, όπως πρόσφατα ο Fitch.

Σε έκθεσή της (debt sustainability monitor) της 5ης Φεβρουαρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι η πανδημία θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στο δημόσιο χρέος της Ελλάδας, το οποίο υπολογίζει ότι αυξήθηκε από το 180,5% του ΑΕΠ το 2019 στο 207% το 2020. Το βασικό σενάριο στη επικαιροποιημένη ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους (debt systainability analysis, DSA), η οποία έγινε στο πλαίσιο της όγδοης μεταμνημονιακής αξιολόγησης, η Κομισιόν αναμένει να επανέλθει από φέτος σε πτωτική τροχιά, καθώς προβλέπεται να αρχίσει η ανάκαμψη της οικονομίας. Σημειώνει, ωστόσο, ότι θα διατηρηθεί σε επίπεδα πάνω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2040 για να συγκλίνει το 2060 με τα επίπεδα που αναμένονταν πριν την πανδημία (με την ανάλυση βιωσιμότητας χρέους του 2019).

Η σύγκλιση του χρέους, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα στηριχθεί από τις αναμενόμενες ευνοϊκές χρηματοδοτικές συνθήκες που αναμένονται μεσοπρόθεσμα καθώς και τους υψηλότερους μακροπρόθεσμα ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με το DSA του 2019.

Όσον αφορά στην πορεία του χρέους την επόμενη 10ετία, όλα τα σενάρια και τα stress test που έχει κάνει η Κομισιόν δείχνουν ότι αυτή θα παραμείνει πτωτική, με δεδομένο τον μικρό κίνδυνο αναχρηματοδότησής του. Η πιθανότητα το χρέος να είναι υψηλότερο το 2025 από το σημερινό επίπεδό του είναι μόνο 12%, αναφέρει η Κομισιόν.

Σύμφωνα με την ίδια, υπάρχουν επιπλέον παράγοντες που περιορίζουν τις πιθανότητες να γίνει ευάλωτο το ελληνικό χρέος:

1. Το γεγονός ότι το 75% του χρέους το διακρατούν επίσημοι δανειστές – όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) – και έχει χαμηλά επιτόκια, σε συνδυασμό με τη μακρά μέση περίοδο αποπληρωμής του (περίπου 21 χρόνια), το καθιστά λιγότερο ευάλωτο σε κινδύνους αναχρηματοδότησής του, με τις δαπάνες για τόκους να αναμένεται να κινηθούν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

2. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, από το οποίο η Ελλάδα μπορεί να αντλήσει 32 δισ. ευρώ, μπορεί να στηρίξει τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης με τις επενδύσεις και τις μεταρρυθμίσεις που θα χρηματοδοτηθούν.

3. Τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα της Ελλάδας, που ανέρχονταν σε 19,6 δισ. ευρώ στα τέλη Σεπτεμβρίου, στα οποία πρέπει να προστεθεί και το μαξιλάρι των 15,6 δισ. ευρώ του ESM, τα οποία, όπως σημειώνεται, υπερκαλύπτουν τους κινδύνους από μία αύξηση του βραχυπρόθεσμου χρέους.

Τι λέει ο Fitch

Στην ανακοίνωσή του στις 22 Ιανουαρίου για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, ο οίκος Fitch έκανε αντίστοιχες επισημάνσεις. Η εκτίμησή του είναι ότι το ελληνικό χρέος αυξήθηκε στο 210,5% του ΑΕΠ στο τέλος του 2020, ενώ προβλέπει μείωσή του στο 206,9% φέτος και περαιτέρω στο 191,5% το 2022 (η Κομισιόν προβλέπει μείωση στο 199,6% και 193,1%, αντίστοιχα).

Ο Fitch σημείωσε ότι το χρέος του ελληνικού δημοσίου θα παραμείνει πολύ υψηλό για μία μακρά περίοδο, αλλά εστίασε στο ότι υπάρχουν παράγοντες που θα τείνουν να το περιορίσουν και να στηρίξουν τη βιωσιμότητά του. Όπως και η Κομισιόν, αναφέρθηκε στα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα της Ελλάδας, την υψηλή μέση διάρκεια αποπληρωμής του και το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησής του. Επιπλέον, ο Fitch τόνισε τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζα στη μείωση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας, καθώς αγοράζει πλέον τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου στη δευτερογενή αγορά στο πλαίσιο του προγράμματός της για την αντιμετώπιση του αντίκτυπου της πανδημίας. Η ΕΚΤ μπορεί να αγοράσει στη δευτερογενή αγορά ελληνικούς τίτλους αξίας έως 37 δισ. ευρώ, παρέχοντας πρόσθετη χρηματοδοτική ευελιξία στη χώρα. Η κυβέρνηση προχώρησε το 2020 σε εκδόσεις ομολόγων ύψους 12 δισ. ευρώ και στις 22 Ιανουαρίου φέτος πούλησε 10ετές ομόλογο, αντλώντας 3,5 δισ. ευρώ με το ιστορικά χαμηλό επιτόκιο 0,8%.