Όταν βρέχει καρέκλες και νομίζουν ότι ψιχαλίζει!

Εδώ και αρκετές ημέρες παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον και ταυτόχρονα μεγάλη ανησυχία της εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια χώρα στην οποία έζησα για περίπου μια εικοσαετία, σπούδασα όταν τα πανεπιστήμια ήταν πανεπιστήμια και όχι μαγαζιά προώθησης της αχαλίνωτης παγκοσμιοποίησης, έγινα και δούλεψα δημοσιογράφος, και δεν έχω κρύψει ότι θεωρώ δεύτερη πατρίδα μου.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Ταυτόχρονα παρακολουθώ την κάλυψη των εξελίξεων, την αρθρογραφία, και τις επικαλούμενες αναλύσεις, υπό το καθεστώς της τρομοκρατίας του politically correct, για τις εξελίξεις εκεί, σε Αμερική και Ευρώπη και πιστεύω ότι είναι χρήσιμο, για πολλοστή φορά, να ακουστούν κάποια πράγματα για το τι πραγματικά συμβαίνει εκεί, και τον αποπροσανατολισμό που επιχειρείται μέσω της έμφασης στις τραγικές αστοχίες και ενέργειες του απερχόμενου Προέδρου, Ντόναλντ Τράμπ.

Το 2016, παρά το γεγονός ότι ελάχιστοι δημοσιογράφοι, και αναλυτές διεθνών θεμάτων, μεταξύ των οποίων και ο υπογράφων, έγραφαν και μιλούσαν για νίκη Τράμπ στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, όχι λόγω Τράμπ, αλλά λόγω συγκεκριμένων προβλημάτων σε κοινωνικές ομάδες της Αμερικής και βαθιάς αγανάκτησης για τη συμπεριφορά του συστήματος απέναντί τους, κανείς δεν έδινε σημασία και το αποτέλεσμα ήταν όταν κέρδισε ο Τράμπ να έρθει κεραμίδα στο κεφάλι, όχι μόνο στο σύστημα των ΗΠΑ, αλλά και στα πολιτικά συστήματα κυρίως της Ευρώπης.

Ειδικά στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της τετραετίας της διακυβέρνησης Τράμπ, η κάλυψη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης περιορίστηκε στο να χλευάζουν τον Αμερικανό Πρόεδρο και τις επιλογές του, αρνούμενοι χαρακτηριστικά να ασχοληθούν με τα προβλήματα που τον έφεραν στην εξουσία και λίγο πολύ παρέμειναν και παραμένουν εκρηκτικά μέχρι και σήμερα. Τις τελευταίες μάλιστα ημέρες, λόγω των καταστροφικών επιλογών, για τον ίδιο, την Αμερική και τα 75 εκατομμύρια ψηφοφόρους που τον ψήφισαν, του Τράμπ, υπάρχει μια σειρά και καλά αναλυτών που επιδίδονται σε μια κούρσα διαπόμπευσης αγνοώντας, επιδεικτικά, το καζάνι που συνεχίζει να βράζει και εσωτερικά στις ΗΠΑ, και σε παγκόσμια κλίμακα.

Βέβαια άλλοι λόγω έλλειψης ιστορικής γνώσης και άλλοι λόγω ηθελημένης απώλειας ιστορικής μνήμης, ξεχνούν ότι παρόμοια κατάσταση έζησε και η Ελλάδα τη δεκαετία του 1980 μέχρι σχεδόν τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν ο τεράστια πιο χαρισματικός και ικανός Ανδρέας Παπανδρέου, εκμεταλλεύτηκε την αγανάκτηση και τον πόθο τον παρατεταμένων της ελληνικής κοινωνίας για να κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή.

Όσο αφορά τον ίδιο τον Τράμπ, είναι σαφές ότι έχει φανατικούς υποστηρικτές και φανατικούς εχθρούς με ακραία συναισθήματα και στις δυο πλευρές. Σαν αποτέλεσμα η μεγάλη πλειοψηφία των υποστηρικτών του να πιστεύει ότι η ήττα του στις προεδρικές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου, αποτελεί το τέλος του κόσμου, και η συντριπτική πλειοψηφία των εχθρών – αντιπάλων του, να πιστεύουν ότι αυτός είναι το πρόβλημα και η πολιτική και προσωπική εξαφάνισή του η λύση.

Μακάρι να ήταν έτσι απλό. Δυστυχώς είναι πολύ πιο πολύπλοκο, εκρηκτικό και επικίνδυνο. Υπάρχουν μια σειρά κοινωνικά, οικονομικά προβλήματα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, τα οποία σιγοβράζουν για χρόνια και το 2016 τα εκμεταλλεύτηκε πολύ εύκολα ο Τράμπ.

Υπάρχουν άνθρωποι που εδώ και χρόνια έχουν χάσει τη δουλειά τους, διότι τα εργοστάσια έκλεισαν σε μια νύχτα και μεταφέρθηκαν στην Κίνα και σε χώρες της Ασίας που επικρατεί εργασιακός μεσαίωνας. Άνθρωποι που η αχαλίνωτη και απάνθρωπη παγκοσμιοποίηση τους πέταξε άγαρμπα και απάνθρωπα στην άκρη, ως άχρηστους και ξεπερασμένους από την εποχή και δεν μπήκε καν στον κόπο να τους επιμορφώσει, να τους εκπαιδεύσει, έτσι ώστε να συμμετέχουν και αυτοί στη νέα εποχή.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι ακόμα ζωντανοί και οργισμένοι και το σύστημα συνεχίζει να τους αγνοεί. Και οι Δημοκρατικοί στην Αμερική συνεχίζουν να τους αντιμετωπίζουν ως αξιολύπητους και ανάξιους να ασχοληθούν μαζί τους. Και όσο να φαίνεται και να ακούγεται παράξενο η τετραετία Τράμπ, δεν κατεύνασε την οργή τους.

Στη διάρκεια της διακυβέρνησης του, ο τρόπος που κυβέρνησε και λίγες σωστές αποφάσεις που πήρε σε επίπεδο πολιτικής, δημιούργησαν ένα ψήγμα ελπίδας σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μείωσαν και δεν εξαφάνισαν την απογοήτευσή τους. Πολύ απλά οι άνθρωποι που τον στήριξαν και τον οδήγησαν στη νίκη το 2016 δεν ενστερνίστηκαν τις απόψεις του. Ο Τράμπ πολύ έξυπνα διαμόρφωσε τις εξαγγελίες του και τις θέσεις που εξέφρασε στην προεκλογική εκστρατεία, έτσι ώστε να εκφράσουν τις δικές τους απόψεις και την οργή τους.

Ο Τράμπ εξέφρασε την οργή τους, έγινε με επιδέξιο τρόπο η φωνή τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι έλυσε και τα χρόνια προβλήματα που έχουν δημιουργήσει αυτή την εκρηκτική αγανάκτησή τους. Και δυστυχώς η συνέχιση της αντιμετώπισης των 75 εκατομμυρίων που τον ψήφισαν από τους Δημοκρατικούς στο Κογκρέσο, τα συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, το αποκομμένο από την κοινωνία Χόλυγουντ, και τους περιθωριακούς όσο αφορά τα προβλήματα του μέσου Αμερικανού ιδιοκτήτες των κοινωνικών δικτύων, ως οι αξιολύπητοι που ψήφισαν το διεφθαρμένο κλόουν, δεν βοηθά στο να αντιμετωπιστεί με σοβαρό και ουσιαστικό τρόπο το πρόβλημα.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο, που διαφεύγει από τους βαρύγδουπους αλλά ελαφρούς στην ουσία αναλυτές της πραγματικά εκρηκτικής κατάστασης στις ΗΠΑ, είναι ότι ο Τράμπ έχασε τις εκλογές διότι ένα [πολύ σκληρό ιδεολογικά κομμάτι των υποστηρικτών του από το 2016, αισθάνθηκε απογοητευμένο από την επίδοσή του τα τελευταία τέσσερα χρόνια και δεν κατέβηκε να τον ψηφίσει. Τον κατηγορεί μάλιστα για αυτό που πραγματικά είναι.  Ένας πανέξυπνος εκμεταλλευτής της αγανάκτησης των παραμελημένων της αμερικανικής κοινωνίας.

Το τραγικό επιστέγασμα αυτής της κατάστασης ήταν οι μπαχαλάκηδες που προέβησαν στις ακρότητες στο Καπιτώλιο.

 Αυτό που είναι πραγματικά απογοητευτικό και ταυτόχρονα επικίνδυνο είναι ότι το Κόμμα των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ, παραμένει κολλημένο στην απέχθεια του για τον Τράμπ, αδυνατώντας να διαμορφώσει μια ουσιαστική πολιτική πρόταση αντιμετώπισης αυτής της εκρηκτικής κατάστασης.

Αυτό πρέπει να το καταλάβει ο επερχόμενος Πρόεδρος, Τζό Μπαϊντεν. Και ήδη έχει αργήσει. Έπρεπε ήδη να έχει βάλει τέρμα στον ανόητο σκυλοκαβγά των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, και της ελίτ της Ουάσιγκτον, με τον απερχόμενο Πρόεδρο, για το καλό της Προεδρίας του, αλλά πάνω από όλα για το καλό των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Ελπίζω και εύχομαι να το κλείσει αυτό το κεφάλαιο από το βήμα στα σκαλιά του Καπιτωλίου, κατά τη διάρκεια της ομιλίας στην ορκωμοσία του την ερχόμενη Τετάρτη. Να κλείσει το κεφάλαιο ανούσιος πόλεμος με τον Τράμπ και να ανοίξει το κεφάλαιο επούλωση του βαθύτατου διχασμού της χώρας. Ειδικά αφού είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είναι Πρόεδρος μιας θητείας. Όχι πολιτικά, αλλά λόγω ηλικίας.

Ας το χωνέψουν κάποιοι και στην Αμερική και στην Ευρώπη. Τα προβλήματα και οι τεράστιες κοινωνικές ομάδες που οδήγησαν το 2016, στην από το πουθενά είσοδο του Τράμπ, στο Λευκό Οίκο, είναι παρών και ακόμη περισσότερο οργισμένες από ότι ήταν το 2016. Και με δεδομένο ότι αυτές οι κοινωνικές ομάδες έχουν πληγεί και θα πληγούν ακόμη περισσότερο, από την κρίση της πανδημίας, το πρόβλημα και ο κίνδυνος θα είναι πολύ μεγαλύτερα από ότι είναι σήμερα.

Δυστυχώς κάποιοι στην Αμερική, αλλά και στην Ευρώπη, συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την κατάσταση σαν να μην συμβαίνει τίποτα, και σαν η λύση να είναι η αποχώρηση και η πολιτική εξαφάνιση του Τράμπ. Όπως λέει η σοφή ρήση, βρέχει καρέκλες και κάποιο νομίζουν ότι ψιχαλίζει.

 

*Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος. Απόφοιτος του The School of International Service, The American University, Washington DC, και του The Paul H. Nitze School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, Washington DC. Επί σειρά ετών, ήταν διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο, στην Washington DC, USA, και είναι μέλος του The International Institute for Strategic Studies.