Ο σκοπός και τα μέσα. Γράφει ο Αντύπας Καρίπογλου

6769

Σε μια επαρκή δημοκρατία η κυβέρνηση, από την αρχή της πανδημίας θα έβγαινε και θα εξηγούσε, συγκροτώντας και μια επιτροπή ανθρώπων υψηλού επιστημονικού και ηθικού κύρους την οποία θα συμβουλευόταν πριν λάβει μέτρα περιοριστικά των ελευθεριών των πολιτών (γιατί η πανδημία απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση, δεν είναι μόνο θεμα λοιμωξιολόγων), γιατί λαμβάνει τα μέτρα και τι προσδοκά από αυτά, ενώ η Δικαιοσύνη θα επιλαμβανόταν άμεσα για να ελέγξει την εκτελεστική και την νομοθετική εξουσία και είτε να εμποδίσει αδικαιολόγητους περιορισμούς, είτε να περιβάλει με το κύρος της τις αποφάσεις, ώστε οι πολίτες να πειστούν για την αναγκαιότητά τους και η εφαρμογή τους να είναι αποτελεσματικότερη.

Του Αντύπα Καρίπογλου

Ειδικά δε για τις συναθροίσεις του άρθρου 11 Σ, έπρεπε από την πρώτη στιγμή, και πάντως από την πρώτη φορά που τέθηκε το ζήτημα και ήταν η συγκέντρωση διαμαρτυρίας των γιατρών στο προαύλιο του Ευαγγελισμού, εν μέσω του γενικού περιορισμού μετακινήσεων και συναθροίσεων, να εξηγήσει η κυβέρνηση ότι το Σύνταγμα της απαγορεύει να επιβάλλει αυτή περιορισμούς στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι. Έπρεπε να εξηγηθεί στους πολίτες, ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 11 Σ, που δίνει στην αστυνομία το δικαίωμα να περιορίσει το δικαίωμα, δεν τέθηκε από τον συντακτικό νομοθέτη για να ενισχύσει το αστυνομικό κράτος, αλλά για να περιορίσει την εκτελεστική εξουσία. Ενώ για όλα τα άλλα συνταγματικά δικαιώματα το Σύνταγμα επιτρέπει τον δια νόμου περιορισμό (αυτονοήτως υπό τις προϋποθέσεις που το ίδιο θέτει), δηλαδή δίνει στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία και στην κυβέρνηση το δικαίωμα να επιβάλλει περιορισμούς, ειδικά για το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, αναθέτει αποκλειστικά το δικαίωμα αυτό στην αστυνομική αρχή.

Δεν είναι αβάσιμες οι επιφυλάξεις που οι περισσότεροι έχουμε για την στοργή με την οποία η αστυνομία περιβάλλει τις ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα, αλλά εν προκειμένω η συνταγματική διάταξη αποτελεί το μη χείρον. Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι είναι κατ΄εξοχήν πολιτικό δικαίωμα και ο συντακτικός νομοθέτης προτίμησε να στερήσει την δυνατότητα περιορισμού του από την πολιτική πλειοψηφία και να την αναθέσει σε μια υπηρεσιακή αρχή, με όσα εχέγγυα ανεξαρτησίας αυτή έχει ή θα θέλαμε να έχει. Σε μια επαρκή δημοκρατία, άλλωστε, όπως αυτήν την επιδιώκει το Σύνταγμα, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι δημόσιοι λειτουργοί, δεν υπηρετούν πλειοψηφίες, αλλά την Δημοκρατία και το ίδιο το Σύνταγμα.
Η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά.

Όταν προέκυψαν οι διαδηλώσεις της Πρωτομαγιάς, και πάλι εν μέσω μέτρων περιορισμού των συναθροίσεων, η κυβέρνηση διασύρθηκε. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωνε ότι θα ασκηθούν διώξεις κατά των διαδηλωτών, αποδεικνύοντας ότι αγνοούσε το Σύνταγμα και μετά ο παντελώς αναρμόδιος και ακατάλληλος για το συγκεκριμένο θέμα υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας, πήγε να το σώσει και το αποτέλειωσε, δηλώνοντας ότι δεν ασκήθηκαν διώξεις γιατί η κυβέρνηση σεβάστηκε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι επειδή είναι συνταγματικό δικαίωμα. Θαρρείς και η κυβέρνηση είχε το παραμικρό δικαίωμα να μην το σεβαστεί, την παραμικρή εξουσία να το περιορίσει ή θαρρείς και τα άλλα δικαιώματα, όπως της άσκησης της θρησκευτικής λατρείας, της ελευθερίας μετακίνησης και τόσα άλλα που περιόρισε (ορθώς και νόμιμα, κατά την γνώμη μου, και το είχα πει πριν ακόμη επιβληθούν τα μέτρα) δεν ήταν συνταγματικά δικαιώματα. Ογκώδης άγνοια, επικίνδυνη ελαφρότητα. Που υπηρετούσε, όμως, μια ξεκάθαρη αντίληψη της κυβέρνησης.

Ότι τα συνταγματικά μας δικαιώματα είναι χάρες που μας κάνει, ότι η τήρηση των διαδικασιών που προβλέπει το Σύνταγμα είναι ανούσιες τυπικότητες, ότι οι δηλώσεις των μελών της αποτελούν πηγή δικαίου και ότι οι έκτακτες συνθήκες υπό τις οποίες όλοι μας ζούμε, τις δίνουν έκτακτες υπερσυνταγματικές εξουσίες. Το φιάσκο της Πρωτομαγιάς φάνηκε προς στιγμήν ότι συνέτισε την κυβέρνηση κι έτσι από τα μέτρα που επιβλήθηκαν τώρα, ρητά εξαιρέθηκαν οι συναθροίσεις του άρθρου 11 Σ από τους περιορισμούς. Δυστυχώς, μείναμε εκεί και η κυβέρνηση συνέχισε την πολιτική του πατερναλιστικού τσαμπουκά προς τους πολίτες.

Ο υπουργός Προ.Πο. βγήκε και έλεγε ανοησίες, ότι οι διαδηλώσεις απαγορεύονται «όπως δεν κάναμε παρελάσεις». Βρήκε ομοιότητα των παρελάσεων, που είναι εκδηλώσεις που διοργανώνει η κρατική εξουσία, ασχέτως αν και η πλειοψηφία των πολιτών τις επιθυμεί, με τις διαδηλώσεις, που εξ ορισμού έχουν πολιτικό αίτημα και κατά κανόνα στρέφονται εναντίον της κρατικής εξουσίας. Γι αυτό, άλλωστε, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι είναι το αρχαιότερο πολιτικό δικαίωμα που προστατεύουν τα ελληνικά συντάγματα, ενώ κανείς ποτέ δεν είχε την φαεινή ιδέα να θεσπίσει συνταγματικό δικαίωμα του παρελαύνειν σε κρατική παρέλαση.

Στην κοινή γνώμη παρουσιάστηκε ως «σθεναρή στάση» της κυβέρνησης που επιβάλλει την νομιμότητα έναντι αυτών που θέτουν σε κίνδυνο την δημόσια υγεία προτιθέμενοι να διαδηλώσουν, ενώ κανένας νόμος ή μέτρο δεν είχε θεσπιστεί που να τους απαγόρευε να διαδηλώσουν. Η κοινή γνώμη πείστηκε ότι κάποιοι παρανομούν και, δυστυχώς, φθάσαμε στο τραγικό για μια Δημοκρατία σημείο, εισαγγελείς και αστυνομικά όργανα να διαπράττουν τα βαρειά εγκλήματα της κατάχρησης εξουσίας και της παράνομης κατακράτησης εις βάρος πολιτών, χωρίς να υπάρχει κανένα απολύτως αδίκημα, επειδή απλώς δεν συμμορφώθηκαν στις προφορικές δηλώσεις του υπουργού! Δεν μπορώ να φανταστώ τι είχαν μέσα στο κεφάλι τους αυτοί που σκέφθηκαν μια τέτοια πολιτική. Ξέρω, όμως, το αποτέλεσμά της. Η αστυνομική αρχή έλαβε, καθυστερημένα, μια επιβεβλημένη και νόμιμη απόφαση απαγόρευσης των διαδηλώσεων, αφού πρώτα το κύρος της είχε υπονομευθεί από την κυβέρνηση που έδωσε την εντύπωση ότι αυτή την επέβαλε στην αστυνομία, ευτελίζοντας δηλαδή ουσιαστικά την ανεξαρτησία που το Σύνταγμα επιδιώκει αποκλείοντας την κυβέρνηση από ένα τέτοιο δικαίωμα. Και σήμερα, αυτήν την ορθή και νόμιμη απόφαση, μεγάλο μέρος των πολιτών την προσλαμβάνει – εσφαλμένα, αλλά εύλογα κατά την γνώμη μου – ως παράνομη και αυταρχική απόφαση αστυνομικού κράτους. Θα έλεγα «ας πρόσεχαν», αν κόστιζε μόνο σ΄αυτούς. Αλλά κοστίζει σε όλους μας.
Δυστυχώς, δεν είναι το πρώτο δείγμα μια στάσης πολύ χαλαρού σεβασμού των διαδικασιών της Δημοκρατίας από αυτήν την κυβέρνηση.

Εγώ και πολλοί άλλοι, ψηφίσαμε την ΝΔ κυρίως για να φύγει ο εθνολαϊκιστικός εσμός που κυβερνούσε, γιατί θεωρούσαμε ότι όχι μόνο μας οδηγούσε σε οικονομική καταστροφή, αλλά κυρίως γιατί βλέπαμε την συνεχή έκπτωση της Δημοκρατίας, τον ευτελισμό των θεσμών, την υπονόμευση του κράτους δικαίου και την αλλοίωση του ίδιου του πολιτεύματος. Πολλές προσδοκίες από την ΝΔ δεν είχαμε, γνωρίζαμε όχι μόνο τις χρόνιες ασθένειες αυτού του κόμματος, αλλά και την πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση, το διεθνές περιβάλλον και τους κινδύνους εθνικής ασφάλειας που εγκυμονούσε, τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης.

Ελπίζαμε απλώς σε κάτι καλύτερο σ’ αυτούς τους τομείς, αλλά, σε έναν τομέα είχαμε υψηλές προσδοκίες, ιδίως από τον κ. Μητσοτάκη. Στον πλήρη σεβασμό του Συντάγματος, στην ενδυνάμωση των θεσμών, στην ικανοποιητική λειτουργία του κράτους δικαίου. Βλέπουμε πατερναλισμό, περιφρόνηση, αλαζονεία των υπουργών, επίθεση στον καθένα που αμφισβητεί τις αποφάσεις των κυβερνώντων, αποθέωση του κυνικού ρητού «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ας ξέρουν, όμως, ότι σπανίως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Κατά κανόνα τα μέσα εξευτελίζουν τον σκοπό. Και σπανίως μακροημερεύουν κυβερνήσεις όταν βασίζονται μόνο στην ανικανότητα των αντιπάλων τους και νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν επειδή οι πολίτες δεν έχουν άλλη διέξοδο. Εγώ, έτσι όπως είναι τα πράγματα σήμερα, θα τους ξαναψηφίσω. Αλλά ας έχουν κατά νου στην κυβέρνηση ότι πολλοί άλλοι δεν θα το κάνουν. Άσε που εγώ θα ντρεπόμουν να με ψηφίζει κάποιος επειδή απλώς είμαι καλύτερος από τον Τσίπρα. Λυπάμαι που θα το πω, κι έκανα πολλή υπομονή πριν το πω, αλλά είμαι απογοητευμένος από τον τρόπο που η κυβέρνηση αυτή αντιμετωπίζει το κράτος δικαίου και τους πολίτες, από το ύφος της εξουσίας που βλέπω. Κι ήταν το μόνο που πολλοί απαιτούσαμε και το μόνο που δεν ήθελε λεφτά. Χρόνος υπάρχει, αν και ολοένα λιγοστεύει, για να αρθούν πολλοί στο ύψος των περιστάσεων. Θέλω να ελπίζω ότι θα το κάνουν, με πρώτο τον πρωθυπουργό, για τον οποίο εξακολουθώ να πιστεύω ότι έχει την βούληση και τα ηθικά και πνευματικά εφόδια να ηγηθεί πολιτών και όχι ενός μηχανισμού εξουσίας επί υπηκόων.

*Ο Αντύπας Καρίπογλου είναι δικηγόρος, πρ. Πρόεδρος της ΔΡΑΣΗΣ