K.Mητσοτάκης: Αναστολή κατασχέσεων, πλειστηριασμών για όσους ρυθμίζουν το χρέος τους

55
EUROKINISSI

Από 1η Ιανουαρίου του 2021 «οι πραγματικά αδύναμοι οφειλέτες θα ρυθμίζουν ευνοϊκά το χρέος τους ή θα απαλλάσσονται. Βάσει όμως κριτηρίων, με πρώτο την κατάργηση του απόρρητου για κάθε περιουσιακό στοιχείο των ενδιαφερομένων, ώστε να γίνονται οι αναγκαίες διασταυρώσεις και να μην διασώζονται στρατηγικοί κακοπληρωτές, όπως, δυστυχώς, έχει επανειλημμένα συμβεί», επισήμανε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συνεδρίου.

Αναφερόμενος στο ζήτημα της πρώτης κατοικίας ευάλωτων προσώπων, ο κ. Μητσοτάκης τόνισε ότι οι νέες ρυθμίσεις έχουν έντονα κοινωνικό πρόσημο. «Ειδικά για τα χρέη ευάλωτων φυσικών προσώπων και την αυτονόητη ηθική δέσμευση του κράτους να εξασφαλίσει την κατοικία τους, οι προβλέψεις του νομοσχεδίου έχουν έντονο κοινωνικό πρόσημο. Ίσως και για αυτό προκαλούν και αντιστάσεις από την πλευρά των τραπεζών. Η επιλογή όμως είναι ξεκάθαρα πολιτική. Μετά την έγκαιρη προειδοποίηση για όποιον προσφεύγει στο στάδιο της ρύθμισης, θα αναστέλλονται κατασχέσεις και πλειστηριασμοί. Και μετά τη δίμηνη διαβούλευση οι πιο αδύναμοι θα λαμβάνουν ειδική επιδότηση επί των ρυθμισμένων δόσεων του νέου δανείου», ανέφερε ο Πρωθυπουργός.

Ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε ότι η επικαιρότητα είναι κρίσιμη, αλλά σε δεν επιτρέπεται αυτή να αναστείλει το συνολικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο της κυβέρνησης. «Έτσι ταυτόχρονα και παράλληλα με τις πυκνές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουμε στα εθνικά ζητήματα αλλά και στο μέτωπο της πανδημίας, προχωρούμε αδιάκοπα και το νομοθετικό μας έργο. Αυτόν τον δρόμο ακολουθούμε και σε αυτόν θα μείνουμε», συμπλήρωσε.

Ο Πρωθυπουργός χαρακτήρισε σημαντική τομή το νέο νομοσχέδιο για τη δεύτερη ευκαιρία και τη διευθέτηση των οφειλών. «Είναι ένας ενιαίος κώδικας που, επιτέλους, κλείνει οριστικά πληγές δεκαετιών της οικονομικής αλλά και κοινωνικής πραγματικότητας. Θέτει ένα ρεαλιστικό, δίκαιο, κοινωνικά ευαίσθητο πλαίσιο γύρω από την πρώτη κατοικία και χαράσσει έναν σαφή δρόμο για το πώς θα ρυθμίζονται χρέη προς το Δημόσιο, προς τα ταμεία, προς τις τράπεζες, τα οποία συνολικά φτάνουν τα 234 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό είναι το ύψος του ιδιωτικού χρέους σήμερα στην Ελλάδα» συνέχισε.

«Και τέλος -και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό- προβλέπει και μέτρα τα οποία θα συνδράμουν φυσικά πρόσωπα αλλά και επιχειρηματίες, που συνάντησαν προβλήματα να απαλλάσσονται από βάρη και να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα. Είναι αυτό το οποίο αποκαλούμε “δεύτερη ευκαιρία”», συμπλήρωσε.

Σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη, η διαδικασία την οποία προβλέπει το νομοσχέδιο εξελίσσεται σε στάδια: Πρόληψη, πρώτα με ένα μηχανισμό που θα προειδοποιεί όταν υπάρχει πρόβλημα σε ένα δάνειο, ρύθμιση οφειλών που θα γίνεται με ηλεκτρονική διαδικασία ή με φυσική διαμεσολάβηση και θα επικυρώνεται δικαστικά, το στάδιο της πτώχευσης το οποίο θα οδηγεί σε απαλλαγή από χρέη και τη δυνατότητα επανέναρξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

«Με λίγα λόγια, το νέο πλαίσιο από τιμωρητικό γίνεται δίκαιο και αναπτυξιακό. Ειδικά για τα χρέη ευάλωτων φυσικών προσώπων και την αυτονόητη ηθική δέσμευση του κράτους να εξασφαλίσει την κατοικία τους, οι προβλέψεις του νομοσχεδίου έχουν έντονο κοινωνικό πρόσημο. Ίσως και για αυτό προκαλούν και αντιστάσεις από την πλευρά των τραπεζών» πρόσθεσε ο Πρωθυπουργός και συμπλήρωσε: «Η επιλογή όμως είναι ξεκάθαρα πολιτική. Μετά την έγκαιρη προειδοποίηση για όποιον προσφεύγει στο στάδιο της ρύθμισης, θα αναστέλλονται κατασχέσεις και πλειστηριασμοί. Και μετά τη δίμηνη διαβούλευση οι πιο αδύναμοι θα λαμβάνουν ειδική επιδότηση επί των ρυθμισμένων δόσεων του νέου δανείου».

Βάσει όσων δήλωσε ο Πρωθυπουργός, και στο τελικό στάδιο, αυτό της πτώχευσης, τα ευάλωτα νοικοκυριά θα έχουν δίπλα τους την παρέμβαση του κράτους και δεν θα χάνουν το σπίτι τους από κάποιον νέο ιδιοκτήτη. «Αντίθετα, αυτό θα μεταφέρεται σε έναν νέο φορέα διαχείρισης ακινήτων, που θα μισθώνει το σπίτι μόνο σε εκείνους για 12 χρόνια. Η πολιτεία θα επιδοτεί και πάλι το ενοίκιο, ενώ ο δανειολήπτης θα διατηρεί το δικαίωμα της επαναγοράς όταν μπορέσει να το ασκήσει» διευκρίνισε.

«Θέλω να υπενθυμίσω -το έχει πει πολλές φορές και ο Χρήστος Σταϊκούρας- ότι η προστασία της πρώτης κατοικίας δεν ισχύει από 1ης Μαρτίου του 2019 με ρύθμιση του ΣΥΡΙΖΑ. Η υφιστάμενη διάταξη είχε παραταθεί μέχρι τα τέλη Ιουλίου του 2020 και από τη δική μας κυβέρνηση, με πολύ μικρό όμως ενδιαφέρον. Και αυτό είναι και η απόδειξη της αποτυχίας των προηγούμενων ρυθμίσεων. Απαιτείται, λοιπόν, ένα σύγχρονο, ολιστικό και αποτελεσματικό πλαίσιο. To ίδιο ισχύει βέβαια και για τα “κόκκινα” δάνεια, που καθηλώνουν τις τράπεζες και τις εμποδίζουν να αναλάβουν το ρόλο τους, να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία με ρευστότητα. Η οικονομία, λοιπόν, οφείλει και πάλι να βαδίσει σε ένα σταθερό έδαφος. Να απαλλαγεί από τις πραγματικές “επιχειρήσεις-ζόμπι” και να ενεργοποιήσει παραγωγικές δυνάμεις που μένουν εγκλωβισμένες σε χρέη τα οποία ανάγονται σε διαφορετικές συγκυρίες» υπογράμμισε ο Πρωθυπουργός.

Ο κ. Μητσοτάκης στάθηκε επίσης στην ανάγκη οι «στρατηγικοί κακοπληρωτές να πάψουν να ζουν παρασιτικά σε βάρος των πολλών, αλλά και οι πιο ευάλωτοι να βρουν έναν τρόπο να συνεχίσουν τη ζωή τους, χωρίς άλλες δυσβάσταχτες υποχρεώσεις».

Όπως είπε, το νομοσχέδιο έχει τρία χαρακτηριστικά: «Είναι σαφές, είναι συνολικό, είναι καινοτόμο. Θέτει σε ένα κοινό πλαίσιο όλες τις παραμέτρους ιδιωτικού χρέους, εναρμονίζοντας το και με τη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία. Είναι ένα νομοσχέδιο δίκαιο κοινωνικά και γόνιμο επιχειρηματικά, ενισχύει τους αδύναμους οφειλέτες επαναφέροντας ταυτόχρονα επιχειρήσεις στην παραγωγική βιωσιμότητα. Και είναι τέλος ένα νομοσχέδιο αναπτυξιακό, γιατί αφαιρεί βάρη από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά και απελευθερώνει τις τράπεζες από “κόκκινα” δάνεια ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος μίας ανακεφαλαιοποίησης, όπως δυστυχώς έχει συμβεί επανειλημμένως στο παρελθόν».

«Με λίγα λόγια, είναι πάνω απ’ όλα αυτό που δηλώνει ο τίτλος του: Μία δεύτερη ευκαιρία. Μία νέα αρχή. Ένα καινούργιο ξεκίνημα για όλους. Περιμένω, λοιπόν, να το συζητήσουμε σήμερα, να το εμπλουτίσουμε ακόμα περισσότερο τις επόμενες μέρες μέσα από τη διαδικασία της διαβούλευσης αλλά και της κοινοβουλευτικής συζήτησης, ώστε να γίνει ακόμα καλύτερο μέχρι την ψήφισή του», κατέληξε.