Γιατί αυξάνεται το στρες στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο

148

Καθήλωσε  το πολυπληθές ακροατήριο στην αίθουσα του Δίδυμου Οθωμανικού Λουτρού, στο Μουσείο Τσιτσάνη (Τρίκαλα), ο διαπρεπής επιστήμονας κ. Γεώργιος Χρούσος, oμότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναπτύσσοντας το θέμα: «Το στρες ως παράγοντας κινδύνου για οξείες και χρόνιες νόσους».

Σήμερα γνωρίζουμε, τόνισε μεταξύ άλλων στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο Φιλολογικός, Ιστορικός, Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων, ότι όταν το στρες είναι περιορισμένο ποσοτικά και χρονικά, δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις για τον οργανισμό και, εάν μη τι άλλο, αντίθετα, πιθανόν να έχει θετικές επιδράσεις. Όταν όμως το στρες, εξήγησε στη συνέχεια, υπερβεί ποσοτικά ή χρονικά ένα ορισμένο όριο, που είναι διαφορετικό για κάθε άνθρωπο, τότε αρχίζει να επηρεάζει τον οργανισμό αρνητικά, προκαλώντας νοσηρή κατάσταση που ποικίλει σε κάθε άνθρωπο, ανάλογα με την γενετική και επιγενετική του προδιάθεση και το περιβάλλον του. Αναφερόμενος στο σήμερα, είπε πως δυο σημαντικά συστατικά του πολιτισμού, η επιστήμη και η τεχνολογία, έχουν αλλάξει άρδην τις συνθήκες που μας περιτριγυρίζουν, για να προσθέσει:

«Υπάρχει άφθονη τροφή, η πείνα, η αφυδάτωση και οι λοιμώξεις έχουν εν πολλοίς ελεγχθεί, η βία και οι τραυματισμοί έχουν ελαττωθεί, ενώ τα θηρία και οι βάρβαροι εχθροί δεν υπάρχουν στην καθημερινή ζωή. Η σωματική άσκηση δεν είναι πια αναγκαίο κομμάτι της καθημερινότητας. Το σύγχρονο στρες του δυτικού ανεπτυγμένου κόσμου είναι περισσότερο ψυχοκοινωνικής και λιγότερο σωματικής φύσης. Όμως, η τελευταία τεράστια αλλαγή των συνθηκών της ζωής του ανθρώπου σαφέστατα προς το καλύτερο έλαβε χώρα μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, με αποτέλεσμα η μη ανάλογα προσαρμοσμένη γενετική μας κατασκευή να είναι εν μέρει ακατάλληλη για την διαβίωση στο σύγχρονο περιβάλλον. Ας μη ξεχνούμε ότι γνωρίζουμε σήμερα ότι η διαφορά του γονιδιώματός μας από αυτό του χιμπαντζή είναι λιγότερο από 3%. Αυτή η έντονη δυσαρμονία μεταξύ της “πρωτόγονης” γενετικής μας και του μοντέρνου περιβάλλοντος οδηγεί στην συχνότατη σημερινή κακοστατική νοσηρότητα των προηγμένων κοινωνιών, τα λεγόμενα χρόνια μη μεταδιδόμενα νοσήματα. Για την κατανόηση των μηχανισμών αυτής της νοσηρότητας απαιτείται στοιχειώδης γνώση της λειτουργίας του συστήματος του στρες».

Στο σημερινό περιβάλλον, δεν παρέλειψε να τονίσει επίσης ο κ. Χρούσος, η ικανότητα αντιμετώπισης της έλλειψης τροφής, της αφυδάτωσης, των λοιμώξεων, των τραυματισμών, καθώς και της πρόβλεψης των κινήσεων και της αποφευκτικής ή επιθετικής αντιμετώπισης των εχθρών, έχουν μετατραπεί στις συχνότατες σύγχρονες παθήσεις αντίστοιχα της παχυσαρκίας/μεταβολικού συνδρόμου, αρτηριακής υπέρτασης, αλλεργικών και αυτοάνοσων φλεγμονωδών παθήσεων, χρονίων συνδρόμων πόνου και κόπωσης, καθώς και σε καταστάσεις άγχους και κατάθλιψης. Σε όλες αυτές τις καταστάσεις, που κυριολεκτικά ενδημούν στην σύγχρονη κοινωνία, το σύστημα του στρες παίζει κεντρικό παθογενετικό ρόλο, επισήμανε.

Πράγματι, σήμερα, εξήγησε σε κάποιο άλλο σημείο της ομιλίας του ο ομότιμος καθηγητής, υπάρχουν κακοστατικές παθολογικές καταστάσεις, όπως είναι η χρόνια αγχωτική νεύρωση/μελαγχολική κατάθλιψη, που συνδέονται με χρόνια υπερδραστηριότητα του συστήματος του στρες, σε συνδυασμό με τις αναμενόμενες μεταβολές της συμπεριφοράς, της νευροενδοκρινικής λειτουργίας, του μεταβολισμού και της ανοσίας. Αντίστροφα, υπάρχουν κακοστατικές παθολογικές καταστάσεις, όπως είναι η άτυπη κατάθλιψη, η κατάθλιψη που παρουσιάζεται μετά τον τοκετό ή κατά την εμμηνόπαυση και τα σύνδρομα ινομυαλγίας/χρόνιας κόπωσης, που συνδέονται με χρόνια υποδραστηριότητα του συστήματος του στρες, πάλι σε συνδυασμό με τις αναμενόμενες μεταβολές της συμπεριφοράς, της νευροενδοκρινικής λειτουργίας, του μεταβολισμού και της ανοσίας. Και στις δύο καταστάσεις, σύμφωνα με τον ίδιο, σωματικές βλάβες, όπως το μεταβολικό σύνδρομο, δημιουργούνται στον οργανισμό, αυξάνοντας την νοσηρότητα και την θνησιμότητα αυτών των πληθυσμών.

Η χρόνια κακόσταση είναι πολύ συχνή, εξήγησε στην ίδια εκδήλωση, ο κ. Χρούσος. Ευθύνεται για πάνω από 50% της σημερινής νοσηρότητας, και επηρεάζει και την ποιότητα και την διάρκεια της ζωής του ατόμου. Προσπάθειες πρέπει να γίνονται σε δύο κατευθύνσεις, ώστε και το νοσογόνο περιβάλλον να αλλάζει προς το καλύτερο, αλλά και το άτομο να εκπαιδεύεται σε χειρισμό του στρες με τρόπο που να οδηγεί σε ανάπτυξη αντίστασης του οργανισμού στα νοσογόνα ερεθίσματα. Το αριστοτελικό απόφθεγμα ότι τα συστατικά του ανθρώπου είναι «φύσις, έθος και λόγος», δηλ. γενετική, περιβάλλον και λογική, επαληθεύεται καθημερινά. Το τελευταίο είναι και το πιο καθοριστικό, υπογράμμισε.

Για να καταλήξει τονίζοντας:

«Στον οργανισμό μας υπάρχουν τμήματα στον εγκέφαλο και την περιφέρεια του σώματος, καθώς και ουσίες, οι μεσολαβητές του στρες, που τον βοηθούν να ανταποκριθεί στα στρεσογόνα ερεθίσματα και να επαναφέρει την υγιή ομοιόσταση ή εύσταση. Το σύστημα του στρες στον εγκέφαλο συντονίζει τις αποκρίσεις προσαρμογής του οργανισμού σε στρεσογόνα ερεθίσματα με κάποιο βαθμό διαφοροποίησης, ανάλογα προς το ερέθισμα. Το σύστημα του στρες παίζει τεράστιο ρόλο στην επιβίωση του ατόμου. Το ίδιο σύστημα όμως έχει παίξει και ανάλογο ρόλο στην επιβίωση του ανθρώπου σαν είδος ανά τους αιώνες, επιτρέποντάς του να αλλάζει γενετικά και να προσαρμόζεται κάτω από στρεσογόνες επιλεκτικές πιέσεις κατά την εξέλιξη. Οι πιέσεις αυτές ήταν κυρίως η παρατεταμένη έλλειψη τροφής, η αφυδάτωση, οι λοιμώξεις, και οι τραυματισμοί, καθώς και η πρόβλεψη των κινήσεων και η αποφευκτική ή επιθετική αντιμετώπιση των εχθρών. Κατά την εξέλιξη του είδους επιβίωσαν τα άτομα με τις επιτυχέστερες προσαρμοστικές αντιδράσεις σε αυτές τις πιέσεις και εμείς, οι σημερινοί άνθρωποι, φέρουμε το γονιδίωμα αυτών των προγόνων που επέζησαν και μπόρεσαν να αναπαράγουν. Αυτές όμως οι πιέσεις δεν υπάρχουν πια».