Λιβύη και Βερολίνο

675

Η διάσκεψη για τη Λιβύη που έγινε στο Βερολίνο στις 19 Ιανουαρίου, δεν αποτελεί έμπνευση της τελευταίας στιγμής. Ξεκίνησε μήνες πριν, ως διαδικασία και απέκτησε περιεχόμενο και χρονοδιάγραμμα από τον Σεπτέμβριο του 2019, υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Κατά το χρονικό αυτό σημείο αποκρυσταλλώθηκαν και οι τρεις βασικές στοχεύσεις της. Κατά πρώτον η επίτευξη μιας εκεχειρίας διαρκείας για να προχωρήσουν οι συνομιλίες ειρήνευσης, κατά δεύτερο η αποτελεσματική εφαρμογή του εμπάργκο όπλων προς τις αντιμαχόμενες πλευρές και την πληθώρα των παραστρατιωτικών οργανώσεων και κατά τρίτον η απευθείας συνεννόηση μεταξύ των δύο βασικών συγκρουόμενων ‘στρατοπέδων’ και η εξεύρεση λύσης στα θέματα τα στρατιωτικά, τα οικονομικά και τα πολιτικά.

Η τρίπτυχη αυτή στόχευση, εν πολλοίς υπαγόρευσε και την επιλογή των χωρών που θα καλούνταν να συμμετάσχουν στη διάσκεψη, που μετά από αναβολές και δυστοκία ως προς την ανταπόκριση των ενδιαφερομένων, ορίστηκε τελικά για τις 19 Ιανουαρίου.

Η χώρα μας καθ’  όλο αυτό το χρονικό διάστημα εμφανώς τουλάχιστον δεν διεκδίκησε ρόλο στις σχετικές εξελίξεις, ενώ η Λιβυκή κρίση αποτελούσε χαμηλού ενδιαφέροντος αναφορά, όταν αυτή υπήρχε, στην εγχώρια ειδησεογραφία και επικαιρότητα. Σημειωτέον ότι μεταξύ των ‘δυσαρεστημένων’ από τη μη συμμετοχή της στη διάσκεψη του Βερολίνου είναι και η Τυνησία, που ανήκει στην κατεξοχήν γεωπολιτική γειτονιά της κρίσης.

Το παζλ της σύγκρουσης στη Λιβύη δεν είναι απλό. Τουναντίον αποτελεί σπαζοκεφαλιά διαρκείας. Από τη μια είναι τα πετρέλαιο και τα έντονο οικονομικό ενδιαφέρον. Η Ιταλία, ως η πρώην αποικιακή δύναμη που είχε υπό τον έλεγχό της τη χώρα θέλει να εξασφαλίσει την προνομιακή της πρόσβαση, μέσω της ΕΝΙ, στο εμπόριο και την επεξεργασία του ενεργειακού πλούτου της χώρας. Έχει σχετικά συμβόλαια με την κρατική εταιρεία πετρελαίου, τον μόνο οργανισμό που αναγνωρίζεται από τον ΟΗΕ, ως ο νόμιμος εκπρόσωπος για την πετρελαική παραγωγή και διαχείριση της χώρας. Από την άλλη ωστόσο η Γαλλία μέσω της TOTAL, διεκδικεί προσοδοφόρα συμβόλαια και έχει αναπτύξει προνομιακές σχέσεις με τον στρατηγό Χαφτάρ, οι δυνάμεις του οποίου ελέγχουν τις περιοχές με τον μεγαλύτερο πετρελαικό πλούτο. Αλλά και οι Ρωσικές εταιρείες, πραγματοποιούν έρευνα για την εξόρυξη πετρελαίου, διεκδικώντας δυναμικά την κατοχύρωση του ρόλου τους. Η Ρωσία εξάλλου με την πτώση του Καντάφι, απώλεσε ένα φαραωνικό συμβόλαιο για την κατασκευή σιδηροδρόμου στη Λιβύη, καθώς και πλειάδα άλλων χρυσοφόρων συμβολαίων.

Η Λιβύη επίσης αποτελεί την αφετηρία απόπλου των μεταναστευτικών ροών, που επιχειρούν να φτάσουν στην Ευρώπη, μέσω της λεγόμενης ‘οδού της Κεντρικής Μεσογείου’. Οι Ιταλικές αρχές από την εποχή ακόμα του Δημοκρατικού κόμματος έως και σήμερα έχουν επενδύσει συστηματικά μέσα από την ενίσχυση σε μέσα και εκπαίδευση της Λιβυκής ακτοφυλακής και ‘διευθετήσεις’ όπως λέγεται με τους πολέμαρχους στην ανάσχεση των ροών αυτών. Με εμφανή μάλιστα επιτυχία. Στην κατεύθυνση αυτή έχουν διατεθεί και Κοινοτικά κονδύλια, ενώ είναι μόνιμος εφιάλτης για τις Βόρειες χώρες, με πρώτη τη Γερμανία το ενδεχόμενο να επαναληφθεί το προηγούμενο του 2015, με την αθρόα εισροή εκατοντάδων χιλιάδων ‘οικονομικών μεταναστών’, με αφετηρία τη Λιβύη. Εξ ου και η πρόσκληση στο Κόγκο.

Η Λιβύη όμως αποτελεί και το στοίχημα κατανίκησης των Ισλαμικών στοιχείων, που αναδύθηκαν στην παγκόσμια σκηνή με τη λεγόμενη Αραβική Άνοιξη του 2011 και απείλησαν να καταλύσουν το σύνολο των Αραβικών καθεστώτων. Κύριος εκφραστής τους είναι οι ‘Αδελφοί Μουσουλμάνοι’, που το πρώτον επικράτησαν στην Αίγυπτο, μέχρι να εκδιωχθούν από τον στρατηγό Σίσι, ενώ έχουν χαρακτηρισθεί ως τρομοκρατικές οργανώσεις από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Κατά τούτο εξηγείται και η συνδρομή που παρέχουν οι τρεις αυτές χώρες σε χρήματα και πολεμικό υλικό, περιλαμβανομένου του Κινεζικού,  στον στρατηγό Χαφτάρ, συνεπικουρούμενες από την Ιορδανία και με τη σιωπηρή επίνευση των ΗΠΑ. Στον αντίποδα βρίσκονται το Κατάρ και η Τουρκία. Το μεν πρώτο σε συνέχεια και της διαρκούς κόντρας του με τις άλλες δυνάμεις του Κόλπου, που το κατηγορούν ότι σιγοντάρει την ανατροπή τους, ενώ η Τουρκία αναζητά πεδίο γεωπολιτικής επιρροής, μετά το φιάσκο της να πατρονάρει το εκκοσμικευμένο Ισλάμ. Η Ρωσία δεν χάνει την ευκαιρία να εδραιώσει τη επιρροή της σε μια χώρα που επί Καντάφι. ήταν προνομιακός συνομιλητής της και ‘πελάτης των οπλικών της συστημάτων’ και να διευρύνει τις κάθε είδους ‘εμπορικές της σχέσεις’, περιλαμβανομένων των εξοπλισμών. Στο πλαίσιο αυτό, όπως απέδειξε και στη Συρία, με όρους πραγματισμού και κυνισμού δε διστάζει να συμφωνήσει και να συμπράξει με την κατά τα άλλα αντίπαλη Τουρκία, υπαγορεύοντας ακόμα και στον κατά τα άλλα προστατευόμενό της Χαφτάρ, να συμπράξει σε μια εκεχειρία, ανακόπτοντας τη στρατιωτική του επικράτηση.

Σε ένα τόσο σύνθετο τοπίο εύκολες και μαγικές λύσεις, δεν υπάρχουν για την Ελληνική διπλωματία. Ήταν ατυχής η επιλογή δημοσιοποίησης του αιτήματος για συμμετοχή στη Διάσκεψη του Βερολίνου, ενώ αποτελεί σημαντική διπλωματική επιτυχία και πράξη κύρους η έλευση του Χαφτάρ στην Αθήνα, λίγο πριν το Βερολίνο. Απαιτείται αθόρυβη προπαρασκευή για τις προκλήσεις που αναφύονται. Θα είναι πολλές με πρώτες αυτές που αφορούν τον διαρκώς ενισχυόμενο ρόλο της Αφρικανικής Ηπείρου. Η Λιβύη είναι μόνο η αρχή.